ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Τα τελευταία χρόνια, το Φεστιβάλ Αθηνών περιλαμβάνει σταθερά στα προγράμματά του προβολές ψηφιακά αποκατεστημένων ταινιών του «βωβού» κινηματογράφου με ζωντανή συνοδεία μουσικής. Μετά το περυσινό «Θωρηκτό Ποτέμκιν» φέτος είχαν σειρά δυο ταινίες-σταθμοί από το μεσοπολεμικό ξεκίνημα του ελληνικού κινηματογράφου: το «Δάφνις και Χλόη» (1931) του Ορέστη Λάσκου (1907-1992) και η θρυλική «Αστέρω» (1929) του Δημήτρη Γαζιάδη (1899-1959).

Οι προβολές στο Ηρώδειο προσέλκυσαν περιορισμένο κοινό. Παρακολουθήσαμε μόνον την πρώτη από τις δύο ταινίες. Το «Δάφνις και Χλόη» αποτελεί συνεπτυγμένη κινηματογραφική μεταφορά του ομώνυμου ειδυλλίου του Λόγγου (3ος αι. μ.Χ.) σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ορέστη Λάσκου. Η αρχική κόπια και το αρνητικό έχουν δυστυχώς προ πολλού χαθεί.

Ωστόσο, τη δεκαετία του 1990, το Τμήμα Αποκατάστασης της Ταινιοθήκης της Ελλάδος ύστερα από επίμονες, κοπιώδεις έρευνες εγχωρίως αλλά και στο εξωτερικό (ΗΠΑ), ανέκτησε σημαντικό μέρος του υλικού.

Ετσι, με την επίβλεψη του υπέργηρου σκηνοθέτη ανασύνθεσε το 1992 την ταινία στην αρχική μορφή, με τους ελληνικούς μεσότιτλους.

Σήμερα, αυτή η κινηματογραφημένη «αρχαιολογική» ονειροπόληση είναι ανεκτίμητο καλλιτεχνικό μνημείο, μαρτυρία της αισθητικής της εποχής και του τόπου.

Ο δε σύγχρονος θεατής, φορέας ενός βλέμματος ανεπανόρθωτα «πονηρεμένου» και εκμαυλισμένου από τον κατακλυσμικό βομβαρδισμό κάθε είδους εικόνων, (μπορεί, ίσως, και να) συγκινείται βαθύτατα με την αφέλεια/αγνότητα της ματιάς του δημιουργού του.

Τη μουσική συνοδεία στο πιάνο ανέλαβε ο συνθέτης Φίλιππος Τσαλαχούρης, ο οποίος, βαδίζοντας στα ξεχασμένα βήματα Ελλήνων και ξένων συνθετών του Μεσοπολέμου, ανάστησε για λίγο την ξεχασμένη τέχνη του ζωντανού, ημιαυτοσχέδιου soundtrack. Παρακολουθώντας τη δράση και την εναλλαγή των διαθέσεων της κινηματογραφικής αφήγησης, έπαιξε μουσικές που στήριξαν αυτονόητα τη ροή της εικόνας.

Αλλοτε κινήθηκαν σε (πρωθύστερες) οικείες συνταγές ρομαντικής φραστικής ρητορικής ή ονειροπόλησης, άλλοτε υπομνημάτιζαν επιστρατεύοντας τη διαμεσολαβημένη «αρχαιολογική» ματιά των «Γυμνοπαιδιών» του Σατί και άλλοτε –εύστοχα και αναμενόμενα- κατέφευγαν στον εθνικοσχολικό ψευδοπαραδοσιακό ήχο, μεταφράζοντας σε μουσική το αγωνιώδες διακύβευμα της ελληνικότητας που τόσο βασάνισε την ελληνική πνευματική ελίτ του Μεσοπολέμου.