Η Νοτιοαφρικάνα Σαρλίζ Θερόν έχει κατακτήσει το Χόλιγουντ εδώ και καιρό με τη θεϊκή ομορφιά της αλλά και την τόλμη της να την υπερβεί, βάζοντας το ταλέντο πάνω από την εικόνα.
Αυτό απόδειξε με την ταινία «Mοnster» (2003), για την οποία δίκαια κέρδισε το Οσκαρ χάρη στην πειστική και αναπάντεχη μεταμόρφωσή της σε μια γυναίκα «τέρας», καταδικασμένη για αλλεπάλληλους φόνους.
Από τότε ώς τώρα, η Θερόν έχει αναπτύξει τη φήμη μιας αφοσιωμένης ηθοποιού, έτοιμης να προσφέρει τα πάντα στον ρόλο που θα καταφέρει να τη δεσμεύσει στον χώρο του δράματος, της κωμωδίας και όλων των ενδιάμεσων. Ωστόσο, δεν παύει να προκαλεί το δέος με το καταπληκτικό της παράστημα και τη γυναικεία της δύναμη σε ταινίες δράσης όπως η σχετικά πρόσφατη του Τζορτζ Μίλερ «Mad Max: Ο δρόμος της οργής» (2015).
Με την τελευταία δημιουργία του Αμερικανού σκηνοθέτη Τζέισον Ράιτμαν, επιστρέφει σε μια καθημερινή και κωμικοτραγική κατάσταση μιας μητέρας που βρίσκεται ανάμεσα στη μητρότητα και την ανάγκη να ξαναβρεί τη χαμένη της νεότητα, την οποία όμως μας φανερώνει σε όλες τις λεπτές αποχρώσεις μιας πραγματικότητας που σπάνια αποκαλύπτεται στη μεγάλη οθόνη.
• Οταν διαβάσατε τον ρόλο, τι σας τράβηξε σε αυτόν, τι σας κατέπληξε;
Συνάντησα τυχαία τον Τζέισον Ράιτμαν και μου είπε ότι είχε το επόμενο μας πρότζεκτ. Μου αρέσει τόσο πολύ να συνεργάζομαι μαζί του που συμφώνησα ανεπιφύλακτα επιτόπου.
Μου είπε μόνο ότι η ταινία ήταν για μια μητέρα που κάνει το τρίτο της παιδί – τίποτα άλλο.
Για να είμαι ειλικρινής δεν ενθουσιάστηκα. Αλλά όταν διάβασα το σενάριο είδα ότι η σεναριογράφος Ντιάμπλο Κόντι πήρε ένα θέμα που νομίζεις ότι γνωρίζεις αλλά που το έδειξε με έναν τρόπο που δεν είναι καθόλου γνωστός, αλλά ειλικρινής και αληθινός.
Μου άρεσε το χιούμορ αλλά και το γεγονός ότι δεν είναι μια ταινία μόνο για γονείς αλλά για οποιονδήποτε μπορεί να εκτιμήσει το χιούμορ μέσα στη δυσκολία και τον πόνο.
• Θεωρείτε ότι η ταινία αγγίζει το στερεότυπο του άνδρα που επικεντρώνεται στην καριέρα του και της γυναίκας που ασχολείται μόνο με τα παιδιά;
Μου αρέσει πολύ η σκηνή που η Μάρλο (Θερόν) μιλάει με την Τάλι (Μακένζι Ντέιβις) εξηγώντας πως η ζωή της ολόκληρη είναι μια αποτυχία – και δεν υπάρχει τίποτα εύκολο στη συζήτηση αυτή. Δεν έχουν πολλοί την πολυτέλεια ή την τύχη να έχουν καταπληκτικές καριέρες.
Ετσι και η Μάρλο, συγκρίνοντας την τωρινή της κατάσταση με τα νεανικά της χρόνια, αντιμετωπίζει τη σκληρή πραγματικότητα. Και νομίζω ότι υπάρχει κάτι γνήσιο και όμορφο στο γεγονός ότι αυτή η ιστορία έχει να κάνει με δύσκολες επιλογές και αποφάσεις και όχι με την ευκολία των στερεοτύπων.

• Εχει αλλάξει η σχέση σας με τη μητέρα σας από τότε που γίνατε η ίδια μητέρα, υιοθετώντας δύο παιδιά;
Ναι. Νομίζω ότι άλλαξε λόγω της σχέσης της με τα εγγόνια. Πριν αποκτήσω παιδιά, πού και πού αισθανόμουν ακόμα σαν τη δεκαοχτάχρονη που παίρνει την απογοήτευση της μαμάς της κατάκαρδα. Αυτό τώρα δεν συμβαίνει πια γιατί νομίζω ότι με βλέπει σαν ένα γονιό που δεν μεγαλώνει άσχημα τα δύο της κουτσούβελα.
• Πείτε μας για την οικογένειά σας.
Συγγενή εξ αίματος έχω μόνο τη μητέρα μου. Αισθάνομαι όμως τυχερή που έχουμε μια τόσο στενή σχέση. Εδώ η ποιότητα βρίσκεται πάνω από την ποσότητα.
Εχω και μια μικρή παρέα γυναικών που τις αισθάνομαι σαν αδελφές μου και θείες των παιδιών μου. Τα παιδιά με ρωτάνε αν είναι πραγματικές μου αδελφές και τους λέω, ναι, είναι. Πώς θα αισθανόσαστε αν κάποιος έλεγε το ίδιο για σας;
• Πώς θα περιγράφατε τον εαυτό σας;
Δεν το σκέφτομαι πολύ. Τώρα όμως που μου βάζετε το ερώτημα, νομίζω ότι απλά βιώνω τον εαυτό μου χωρίς να τον αναλύω. Ισως θα έπρεπε (γέλια).
Οταν ήμουν πολύ νέα, εξαιτίας κάποιων τραγικών γεγονότων έμαθα ότι η ζωή είναι πολύ μικρή (σ.σ.: αναφέρεται στη μοιραία σύγκρουση των γονιών της όταν η ίδια ήταν ακόμα έφηβη, που κατέληξε στον θάνατο του πατέρα της).
Στο τέλος, όταν θα βρίσκομαι στο νεκροκρέβατό μου, όταν θα έρθει να με βρει ο θάνατος, θα είμαι η μόνη υπόλογος για τη ζωή που έζησα.
Δεν αποφασίζω λοιπόν βάσει της γνώμης των άλλων ή της προσωπικής μου ευτυχίας. Αποφασίζω πάντα για το καλό όλης της οικογένειάς μου.
Πάντα, όμως, ξυπνάω το πρωί με μια αίσθηση ότι σήμερα μπορεί να είναι η τελευταία μέρα. Αυτή εδώ είναι η ζωή μου, δεν υπάρχει άλλη, και κοιτάζω να την αξιοποιήσω όσο γίνεται. Ολα τα παραπάνω συν το ότι θεωρώ πως είμαι… super-sexy! (γέλια).
Τζέισον Ράιτμαν: Οταν σκηνοθετώ, βασίζομαι κατά πολύ στο ένστικτο

Γιος του σκηνοθέτη Ιβάν Ράιτμαν («Ghostbusters» 1984), ο 41χρονος Τζέισον Ράιτμαν αποδείχτηκε ικανός όχι μόνο να πάρει τη σκυτάλη αλλά και να δημιουργήσει το δικό του όνομα ως ένας από τους αξιότερους σύγχρονους Αμερικανούς κινηματογραφιστές με το χαρακτηριστικό πνευματώδες χιούμορ του.
Ταινίες του σαν τις «Τhank you for smoking» (2006), «Juno» (2007) και «Ραντεβού στον αέρα» (2009) σημαδεύουν την αρχή ενός νέου είδους κινηματογράφου όπου τα όρια ανάμεσα στην κωμωδία και το δράμα παύουν να υπάρχουν.
Για την τελευταία του ταινία, «Tully», συνεργάστηκε ακόμα μια φορά με την πιστή σεναριογράφο του Ντιάμπλο Κόντι και την ηθοποιό Σαρλίζ Θερόν, τολμώντας να καταπιαστεί πάλι με το αντικείμενο της μητρότητας, το οποίο όμως εξύψωσε σε κάτι πιο πολύ από ένα γυναικείο θέμα – σε κάτι πανανθρώπινο.
• Από πού εμπνευστήκατε για την ταινία σας;
Ολα ξεκινούν από το σενάριο της Ντιάμπλο. Οταν τη γνώρισα πριν από 10 χρόνια, δεν συνειδητοποίησα ότι είχα συναντήσει τη συνεργάτιδα της ζωής μου. Κάθε πέντε χρόνια γράφει ένα σενάριο που φαίνεται να πηγάζει από αμοιβαία συναισθήματα.
Μεγαλώσαμε σε διαφορετικά μέρη, είχαμε διαφορετική παιδική ηλικία, αλλά έχουμε περίπου την ίδια ηλικία και για τον ένα ή τον άλλο λόγο υπάρχει ένα παράξενο νήμα που δένει τις ζωές μας.
Κι ενώ εκ πρώτης όψεως ομολογώ πως η ταινία δείχνει να καταπιάνεται με τη μητρότητα, κατά βάθος πρόκειται για τη στιγμή που πρέπει να αποχαιρετήσεις τη νεότητά σου. Πρόκειται για κάτι που μπορεί να το καταλάβει ο καθένας, άσχετα με το φύλο, την ηλικία, γονιός ή άτεκνος.
• Το θέμα όμως της μητρότητας επανέρχεται στις ταινίες σας. Πώς το εξηγείτε; Εχει να κάνει με σας ή τη σεναριογράφο σας;
Η γονική ιδιότητα, η μητρότητα και η πατρότητα, είναι εύφορος τόπος για τον κινηματογράφο. Παρ’ όλα αυτά, δεν νομίζω ότι αποτελεί το κεντρικό θέμα. Και στις τρεις ταινίες, στις οποίες συνεργάστηκα με την Κόντι –«June», «Περίπου ώριμη», «Tully»– το κοινό θέμα είναι η ενηλικίωση.
Η ταινία «Juno» μιλάει για μια βεβιασμένη ενηλικίωση, ενώ το «Περίπου ώριμη» για μια καθυστερημένη ενηλικίωση. Η «Τully» μιλάει για τη στιγμή που γίνεσαι γονιός και συνειδητοποιείς ότι έχεις πια ενηλικιωθεί και ότι πρέπει να αφήσεις χώρο για το παιδί σου να μεγαλώσει. Δεν νομίζω λοιπόν ότι με ελκύουν ιστορίες για τη μητρότητα και την πατρότητα τόσο όσο η αίσθηση αποξένωσης από το βιολογικό σου «χρονοδιάγραμμα».
• Οι τρεις ταινίες στις οποίες αναφέρεστε μοιάζουν να διαγράφουν τη βιογραφία της Ντιάμπλο Κόντι. Αλλά και τη δική σας;
Σωστά. Αισθάνομαι ότι η Ντιάμπλο κι εγώ γράφουμε ημερολόγιο μαζί… κάθε πέντε χρόνια. Ανυπομονώ να δω τι ταινία θα κάνουμε όταν θα είμαστε 70 (γέλια).
• Πώς καταφέρνετε να βρίσκετε το ξεχωριστό μέσα στην καθημερινότητα;
Σας ευχαριστώ για τα καλά σας λόγια. Νομίζω ότι αρχίζει με την Ντιάμπλο που έχει βρει τον τρόπο να παρατηρεί τη ζωή της και να ανακαλύπτει τις σημαντικές στιγμές. Αν προσέξετε τις φωτογραφίες της Νταϊάν Αρμπους Diane, θα δείτε ότι αυτό που την καθιστά ιδιαίτερη έχει να κάνει με τις επιλογές της.
Πήρε πολλές φωτογραφίες, που δεν θα δούμε ποτέ. Αλλά το μυστικό της ήταν στην ικανότητά της να διαλέγει τις 12 φωτογραφίες που ξέρουμε και να μας μιλάει για την καθημερινότητά της, έτσι ώστε να μπορεί να μας επηρεάζει όλους. Το ίδιο κάνει και η Ντιάμπλο με τα σενάριά της. Ειδικά για τις τρεις ταινίες που έχουμε κάνει μαζί, πήρε κομματάκια από τη ζωή και τα οργάνωσε με τέτοιον τρόπο ώστε να δημιουργήσει σημαντικές εμπειρίες με μικρές στιγμές μόνο.
• Ωστόσο, και εσείς, ως σκηνοθέτης κάνετε το ίδιο: επιλέγετε τι θα δείξετε στην κάθε σκηνή.
Είναι δύσκολο για μένα να μιλήσω για τη σκηνοθεσία, γιατί πιστεύω ότι βασίζεται κατά πολύ στο ένστικτο. Δεν είναι μια δουλειά που σκέφτεσαι, αλλά απλά κάτι που κάνεις. Γενικά όμως προσπαθώ να κινηματογραφώ μια σκηνή έτσι ώστε να δημιουργώ μια αίσθηση οικειότητας.
Πολλοί κινηματογραφιστές θέλουν να δείξουν κάτι τεράστιο, να σε μεταφέρουν σε άλλους πλανήτες ή σε κάποια ιστορική μάχη. Αυτό που με ενδιαφέρει εμένα είναι να δω τι γίνεται πίσω από την κλειστή πόρτα ενός μικρού δωματίου και να νιώσω πώς είναι να βρίσκομαι με τους ανθρώπους εκεί.
• Στη νέα σας ταινία το θέμα της επιλόχειας κατάθλιψης δεν αναφέρεται παρά μόνο λίγο στο τέλος, αν και υπάρχει διάχυτο σε όλη την ταινία.
Νομίζω ότι η Ντιάμπλο έκανε τη σωστή επιλογή να μη βάλει στην ταινία την ταμπέλα ότι πρόκειται για μια περίπτωση ψυχικής ασθένειας. Στην πραγματικότητα η επιλόχεια κατάθλιψη δεν είναι κάτι αφύσικο. Μου άρεσε αυτή η προσέγγιση του σεναρίου αλλά και η ερμηνεία της Σαρλίζ που αντιμετωπίζει την κατάσταση του χαρακτήρα της ως φυσιολογική και μάλιστα ως απόηχο της έλλειψης επικοινωνίας ανάμεσα στο συζυγικό ζεύγος.
• Αυτή είναι η δεύτερη φορά που δουλεύετε με τη Σαρλίζ Θερόν. Πείτε μας τι είναι αυτό που τη χαρακτηρίζει ως ηθοποιό;
Το θάρρος. Το θάρρος σε κάθε τι που κάνει και η επιθυμία να είναι αυθεντική και αληθινή σε κάθε σκηνή που προσεγγίζει – κι αυτός ήταν ο μόνος τρόπος που θα μπορούσε να γίνει η ταινία. Η γραφή της Ντιάμπλο είναι πολύπλοκη – δεν υπάρχουν ήρωες και κακοί, αλλά άνθρωποι με όλα τους τα ελαττώματα.
Αυτό, από την άλλη, απαιτεί ηθοποιούς που είναι πρόθυμοι να μην κατακρίνουν τους χαρακτήρες τους… Η Σαρλίζ είναι αξιοθαύμαστη γιατί πάντα αναζητά την αλήθεια, ενώ ποτέ δεν κατακρίνει, ποτέ δεν κλείνει πονηρά το μάτι στο κοινό ή μας ειρωνεύεται. Μάλλον, πάντα ανιχνεύει όσο πιο βαθιά μπορεί τον ρόλο μέχρι που χάνεται σ’ αυτόν.
► H ταινία «Τully» (από την ερχόμενη Πέμπτη προβάλλεται στην Ελλάδα), αποτελεί τη δεύτερη συνεργασία της με τον Τζέισον Ράιτμαν μετά το «Περίπου ώριμη», το 2011.
