Ο διάσημος σκηνοθέτης περιγράφει πώς γύρισε την απίθανη stop motion animation ταινία «Το νησί των σκύλων», που βραβεύτηκε στη φετινή Μπερλινάλε και κατέκτησε το ελληνικό κοινό
Καμάρι του «ανεξάρτητου» Χόλιγουντ, ο Γουές Αντερσον ακμάζει για δύο δεκαετίες τώρα. Πιστός στις σχέσεις του με ηθοποιούς και άλλους κινηματογραφιστές σαν τους Μπιλ Μάρεϊ, Οουεν Γουίλσον, Τζέισον Σουόρτσμαν, ο σεναριογράφος-σκηνοθέτης ελίσσεται και εξελίσσεται στους δρόμους του κινηματογράφου αναζητώντας πάντα την αλήθεια μέσα από το παράξενα ωραίο και ειλικρινές.
Η τρανότερη απόδειξη ότι ο Αντερσον δεν είναι απλώς ένα επιτυχημένος σκηνοθέτης, αλλά ένας πραγματικός καλλιτέχνης της εικόνας και του ήχου, είναι η εμμονή του σε παραλλαγές του θέματος των ομαδικών σχέσεων και καταστάσεων σε αντίθεση με την προσωπική ολοκλήρωση, είτε πρόκειται για σχολείο («Ο αρχάριος», 1998), οικογένεια («Οικογένεια Τενενμπάουμ» 2001), επιστημονική ομάδα («Υδάτινες ιστορίες», 2004), παρέα φίλων («Ταξίδι στο Darjeeling», 2007), επισκέπτες σε ξενοδοχείο («Ξενοδοχείο Grand Budapest», 2015) ή για μια αγέλη σκύλων όπως στην τελευταία ταινία του κινούμενων σχεδίων «Το νησί των σκύλων». Είναι φανερό ότι αυτό που τον ωθεί στη δημιουργία είναι μια εσωτερική ανάγκη και όχι απλή φιλοδοξία. Στα χέρια του τυπικές καταστάσεις αλλάζουν χρώμα και γίνονται έκτακτες, γελοίες, περίεργες, απίθανες.
Ετσι ακόμα και τα κινούμενα σχέδια για τον Αντερσον δεν είναι μόνο μια άλλη τεχνική διασκέδασης. Μάλλον με «Το νησί των σκύλων» όπως και με το «Ο απίθανος κύριος Φοξ» (2009), ο σκηνοθέτης, μαζί με τους συνεργάτες του Τζέισον Σουόρτσμαν, Ρόμαν Κόπολα και Κουνίτσι Νομούρα, προσεγγίζει τον χώρο του αλληγορικού διδάγματος, όπου η γελοιότητα χάνει την προσβλητική της υφή ενώ κερδίζει σε αποτελεσματικότητα.
• Ποια ήταν η αρχή της ιδέας για μια ταινία animation με σκύλους;
Οταν ήμασταν μικροί, οι αδελφοί μου κι εγώ είχαμε έναν σκύλο που τον λέγαμε Τσιφ, ο οποίος έμοιαζε με τον σκύλο της ταινίας. Οταν όμως έγραφα την ταινία, οι σκύλοι άρχισαν να μοιάζουν πιο πολύ με ανθρώπους. Οι εμπειρίες τους είναι σκυλίσιες αλλά όταν μιλάνε, και ακόμα περισσότερο όταν τους ζωντανεύουν οι ηθοποιοί, γίνονται άνθρωποι.
• Πρόκειται για μια αλληγορία όπως «Η φάρμα των ζώων» του Τζορτζ Οργουελ;
Ναι, πλάσαμε την ιστορία βάσει των χαρακτήρων των σκύλων. Τι κάνουν εκεί και γιατί τους έφεραν στο νησί; Χωρίς να το πολυσκεφτούμε, καταλήξαμε με μια ιστορία όπου οι ήρωες έχουν διωχτεί από την κοινωνία για το συμφέρον κάποιων άλλων. Σε εκείνο το σημείο αναγνωρίζουμε καταστάσεις που ζούμε τώρα και που επαναλαμβάνονται στην Ιστορία.
• Το θέμα της εξορίας θα λέγατε ότι είναι κεντρικό στην ταινία;
Εκεί αρχίζει η αφήγησή μας. Το πρώτο πράγμα που μαθαίνουμε για τους σκύλους είναι ότι είναι παρατημένοι εκεί. Γιατί μας ήρθε να γράψουμε κάτι τέτοιο, δεν ξέρω. Για να είμαι ειλικρινής, δεν θέλω να ξέρω, γιατί είναι κάτι που πηγάζει από το υποσυνείδητο και τη φαντασία, και θέλω να πιστεύω ότι πρόκειται για μια αρκετά πολύπλοκη διανοητική διαδικασία την οποία δεν μπορούμε να ελέγξουμε.
• Εχετε τοποθετήσει την ιστορία σας στην Ιαπωνία. Εχετε επιρροές από την ιαπωνική τέχνη;
Θα έλεγα περισσότερο από τον ιαπωνικό κινηματογράφο και τη χαρακτική. Είδαμε όλα τα χαρακτικά έργα της Ιαπωνικής Συλλογής στο Μετροπόλιταν. Καταπληκτικά πράγματα που αποτέλεσαν μία από τις πηγές έμπνευσής μου. Δεν μιμηθήκαμε τίποτα, απλά είχαμε τις εικόνες γύρω μας στους τοίχους. Αλλά και οι ταινίες του Κουροσάβα από τις δεκαετίες του ’50 και του ’60, όπως και του Μιγιαζάκι, έπαιξαν τον ρόλο τους…
Αισθάνομαι ότι παίρναμε επιρροές από αυτές τις ταινίες χωρίς να το συνειδητοποιούμε -μικρές ιδέες και στιγμές- γιατί βέβαια θέλαμε να κάνουμε κάτι δικό μας. Από τη σύλληψή της η ταινία ήταν προορισμένη για τα κινούμενα σχέδια, ωστόσο έκανα κάτι για πρώτη φορά: αναρωτιόμουν πώς θα ήταν αν έστηνε την ίδια σκηνή ο Κουροσάβα. Και σκεφτόμουν ότι θα ήταν πολύ ενδιαφέρον το αποτέλεσμα! (γέλια). Τότε άρχισα να μετανιώνω που δεν το έκανα λάιβ σε σινεμασκόπ.
• Με τον Τιμ Μπέρτον μοιράζεστε την ικανότητα να αλλάζετε τεχνοτροπίες, από λάιβ στο stop motion animation. Τι έχετε μάθει μέσα από τις διαφορετικές διαδικασίες –βοηθάει η μία την άλλη;
Πάντα μου άρεσε το stop motion animation και όταν είδα τον Τιμ Μπέρτον να καταπιάνεται μ’ αυτό, είπα να το δοκιμάσω κι εγώ. Ετσι έγινε «Ο απίθανος κύριος Φοξ». Πάνω απ’ όλα νομίζω ότι τα κινούμενα σχέδια με έχουν βοηθήσει εξαιτίας της προετοιμασίας που απαιτούν.
Στον κόσμο των κινούμενων σχεδίων φτιάχνεις όλη την ταινία στο χαρτί πρώτα. Μετά τον «Απίθανο κύριο Φοξ» άρχισα να εφαρμόζω το ίδιο και στις άλλες μου ταινίες. Οχι μόνο με βοηθάει να μην κάνω λάθη αυτό, αλλά και μου δίνει την ευκαιρία να σκεφτώ και να επεξεργαστώ αυτό που δουλεύω εκ των προτέρων.
• Πώς στήνετε τα διάφορα πλάνα;
Οταν στήνω ένα πλάνο, συνήθως ψάχνω να προσθέσω πράγματα που θα το κάνουν ακόμα πιο ενδιαφέρον.
• Μιλήστε μας λίγο για τη σχέση σας με τον υπέροχο κύριο Μπιλ Μάρεϊ, που δανείζει τη φωνή του στα κινούμενα σχέδια.
Αισθάνομαι ότι ξέρω πώς να πλησιάσω τον Μπιλ, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι θα τον πλησιάσω οπωσδήποτε. Μάλλον το ξέρει ότι πάντα θα τον αναζητώ, αλλά πάλι αυτό δεν σημαίνει ότι θα τον «βρω» ποτέ. Για καλή μου τύχη πάντοτε δέχεται να συμμετέχει στις ταινίες μου. Η στήριξή του απέναντι σε μένα και τη δουλειά μου με ενθαρρύνει πάντα.
