Σκέφτομαι ότι η Δώρα Μασκλαβάνου μοιάζει με την ηρωίδα της νέας της ταινίας. Εχει την ίδια δύναμη και το πείσμα με την «Πολυξένη» της, αυτή την 27χρονη γυναίκα, που αναστατώνει την ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης τη δεκαετία του ’70. Η Μασκλαβάνου ξεκίνησε ως πανέμορφη ηθοποιός και αισθαντική τραγουδίστρια και κάποια στιγμή άρχισε να μας χαρίζει, έστω και αραιά, σημαντικές ταινίες («Κι αύριο μέρα είναι», «Κι αν φύγω θα ξανάρθω»), πάντα με δυνατές γυναίκες στο κέντρο τους.
Η «Πολυξένη», που βγαίνει στις αίθουσες την Πέμπτη, ξεχωρίζει από τη φετινή ελληνική φουρνιά. «Ενα γυναικείο μελόδραμα» τη χαρακτηρίζει η σκηνοθέτις (αλλά και σεναριογράφος και μοντέρ της) και αυτό είναι. Δυνατό, ειλικρινές, συγκινητικό, καθαρό. Μακάρι να το εκτιμήσει το κοινό. Γιατί είναι το πορτρέτο μιας σπάνιας γυναίκας, που βρέθηκε 12χρονο ορφανό κοριτσάκι από την Καβάλα στο αρχοντικό οικογένειας της Κωνσταντινούπολης, υιοθετήθηκε, αγαπήθηκε, κληρονόμησε μια μεγάλη περιουσία και τα έχασε όλα. Την εξόντωσε το περιβάλλον της, δεν ανέχτηκε την ανεξαρτησία και την αξιοπρέπειά της.
Η ταινία βασίζεται σε πραγματική ιστορία κι αυτό την κάνει ακόμα πιο σημαντική. Η Μασκλαβάνου είχε και την τύχη (ή μάλλον τη σοφία) να στηριχτεί σε ένα γερό καστ με επικεφαλής την Κάτια Γκουλιώνη, τον Τούρκο Οζγκούρ Εμρέ Γιλντιρίμ (η ταινία είναι φυσικά δίγλωσση) και τη Λυδία Φωτοπούλου.
• Από πού μάθατε την ιστορία της Πολυξένης;
Είναι μια από τις πάρα πολλές ιστορίες που βγήκαν στην επιφάνεια όταν ξεκίνησαν διάφορες νομικές διαδικασίες αποζημιώσεων των Ελλήνων της Κωνσταντινούπολης. Την ακούσαμε με τη Φένια Κοσοβίτσα, την παραγωγό μου, από έναν φίλο παραγωγό, τον Κωνσταντίνο Κοντοβράκη, που η μητέρα του είναι από την Πόλη. Αυτό το κορίτσι μού έμεινε, τη θυμόμουνα έντονα, άρχισα να δημιουργώ εικόνες γύρω της. Κι ας μην υπάρχει πάρα μόνο μία πραγματική δική της.
• Κάνατε, δηλαδή, και έρευνα γύρω από την ιστορία ή μείνατε στις χοντρές γραμμές της;
Η Φένια έκανε τα απολύτως απαραίτητα για να μπορέσουμε να γυρίσουμε την ταινία, υπήρχαν και ορισμένα λεπτά θέματα, συγγενείς της κ.λπ. Αλλά η ταινία εμπνέεται από την ιστορία της Πολυξένης, δεν βασίζεται στην ιστορία της. Το καλύτερο που είχα εγώ να κάνω ήταν να πάω να καθίσω ένα μεγάλο διάστημα στην Κωνσταντινούπολη. Να κυκλοφορήσω στη γειτονιά της, να βρω το σπίτι της, δίπλα στο Ταξίμ, στην εκκλησία της Αγίας Τριάδας, την περιοχή με τις παλιές ελληνικές κατοικίες που έχουν αλλάξει χέρια εδώ και δεκαετίες.
Εψαχνα να βρω τι έβλεπε, τι αισθανόταν στις βόλτες που μπορεί να έκανε ή να μην έκανε γιατί ζούσε σε μια κλειστή κοινωνία. Φαντάζομαι ότι κατάφερε να κυκλοφορήσει ελεύθερα όταν έμεινε μόνη της, πριν το τέλος της. Η Πολυξένη μού έγινε αγκάθι. Οσο περισσότερο τη σκεφτόμουνα τόσο με συγκινούσε αυτό το άδικο, το άθλιο και κατάπτυστο που της συνέβη. Ηταν ένας υπερευαίσθητος -όχι όμως αδύναμος- άνθρωπος, ένας ευγενής -όχι όμως βλάκας- άνθρωπος, που με ένα απλό σχέδιο των άλλων -που στο δικό του κεφάλι δεν χωράει- μένει εκτός ζωής.
• Πιστεύετε ότι στην τραγωδία της έπαιξε ρόλο το ότι ήταν γυναίκα;
Τον σημαντικότερο. Δεν νομίζω ότι θα μπορούσαν να κάνουν το ίδιο σε έναν άνδρα. Αλλη θέση θα είχε αυτός στην ελληνική κοινότητα.
• Βλέποντας την ταινία αισθανόμουνα ότι δεν γράψατε σενάριο, αλλά κανονικό μυθιστόρημα.
Μακάρι να είναι έτσι. Η μυθιστορηματική διάθεση υπήρχε. Ηθελα να πάρω τη ζωή ενός άσημου, ταπεινού, άτυχου ανθρώπου και να τον κάνω το κέντρο του κόσμου, όλο το δικαίωμα να το έχει αυτός. Γιατί με τρέλαινε, που τον είχαν πετάξει στα σκουπίδια.
• Δεν γίνονται εύκολα τόσο φιλόδοξες ελληνικές ταινίες. Πώς και πήγατε στην Πόλη στις δύσκολες μέρες που ζούμε;
Ηταν μια γενναία απόφαση της Φένιας Κοσοβίτσα. Δεν πιστεύω ότι θα γύριζα την ταινία χωρίς αυτήν την κεφαλαιώδους σημασίας για το ελληνικό σινεμά παραγωγό, την τολμηρή και γενναιόδωρη, που αναλαμβάνει και γυναίκες. Είχαμε ένα πολύ μεσαίο μπάτζετ, κι ας μην του φαίνεται, που, όμως, εξαντλήθηκε στην υλοποίηση της ταινίας και στηρίζεται στις πλάτες όλων των συνεργατών και ηθοποιών.
Η ταινία είχε από το ίδιο το θέμα της ανάγκες, δεν ήταν ότι εμείς θέλαμε να ανοιχτούμε, να δείξουμε την Κωνσταντινούπολη που, άλλωστε, όλοι την ξέρουμε. Είχαμε μια ηρωίδα που ήταν πλούσια γυναίκα της Πόλης τη δεκαετία του ’70. Πού θα τη βάζαμε; Δεν είναι Αυστραλία ή Καναδάς, ένας μακρινός τόπος, να πεις «δεν πάω». Και από την άλλη, έχει μια ιερότητα για όλους μας η Κωνσταντινούπολη, ενώ και η ιστορία της Πολυξένης ανθίζει, αποκτά άλλη δυναμική αν τη δείξουμε στα μέρη που έζησε.
• Συνήθως τους Ελληνες της Πόλης τούς χαϊδεύουμε. Εσείς τους δείχνετε σε άσχημες στιγμές τους, να κακομεταχειρίζονται ένα κορίτσι. Δεν φοβηθήκατε;
Δεν τους κατηγορώ. Δείχνω απλώς έναν κακό πυρήνα. Δεν φοβήθηκα, όχι. Γιατί αν μου έλεγαν ότι δεν υπήρχε κάτι τέτοιο σε μια κλειστή, συντηρητική κοινωνία, δεν θα το πίστευα.
• Mιλήσατε καθόλου με Κωνσταντινουπολίτες, που είχαν ζήσει την ιστορία της Πολυξένης;
Με πολλούς. Και με ήρωες της ίδιας της ιστορίας και με άλλους που τη θυμούνται, ηλικιωμένους, που ζουν ακόμα στην Πόλη, Είχαν αισθήματα αγαθά και θετικά, αλλά φιλτραρισμένα, γιατί η Πολυξένη δεν ήταν ένα κορίτσι που τηρούσε τους κανόνες.
• Πώς εξηγείτε την τόλμη και τον αντικομφορμισμό της;
Η Πολυξένη δεν είναι συνειδητά επαναστάτρια. Δεν το έχει επεξεργαστεί όλο αυτό. Είναι ένας άνθρωπος που οργανικά, ιδιοσυστασιακά θέλει να βρει τη θέση του. Γι’ αυτό και έχει αυτό το μουλαρίσιο πείσμα. Υιοθετείται σε ηλικία 12 χρόνων με τα πρότυπα που ίσχυαν τότε. Πήγαιναν, δηλαδή, σε ένα ορφανοτροφείο, παίρνανε ένα κορίτσι και το αναλάμβαναν, όχι με χαρτιά και τέτοια στην Τουρκική πολιτεία. Ο Σεριάδης επισημοποιεί την υιοθεσία την ώρα που πεθαίνει, κάτω από την πίεση της γυναίκας του.
Αρα κάνει την Πολυξένη κληρονόμο του. Αυτές οι δυο γυναίκες αγαπιούνται και πρέπει να συνυπάρξουν. Αλλά η ψαλίδα μεταξύ τους δεν έχει κλείσει ποτέ. Η Πολυξένη, ακόμα και στα 27 της, είναι ακόμα το παιδί που φέρανε στην Πόλη, έχοντας αφήσει πίσω έναν αδελφό που κανείς δεν τον αναφέρει. Εχει πληγές, επιθυμίες. Θα μπορούσε μια άλλη στη θέση της, που θα ήταν λίγο πιο πονηρή και αποφασισμένη, να πει «εδώ είμαστε». Να παντρευτεί καλά, να πάρει όλη την περιουσία και να ζήσει ζωή χαρισάμενη.
• Η ερωτική της σχέση με έναν Τούρκο είναι μια άλλη «ακραία» πράξη της, που θα ’λεγε κανείς ότι δεν μπορεί να έγινε, ότι τη βάλατε εσείς για να υπογραμμίσετε ακόμα περισσότερο την προσωπικότητα της Πολυξένης.
Φυσικά και είναι αλήθεια. Κανείς δεν ξέρει αν όντως και πώς τον ερωτεύθηκε. Αλλά έχει σημασία ότι άσκησε το δικαίωμά της να κάνει σχέση μαζί του γιατί τον εμπιστεύτηκε, γιατί αναγνώρισε σε αυτόν κάτι κοινό. Αυτό το «αταίριαστο» ανάμεσα στους δυο τους εμένα με τρελαίνει, με αφορά, υπάρχει και στις άλλες μου ταινίες. Κοινές περιοχές και πληγές έρχονται και κουμπώνουν και φέρνουν κοντά ανθρώπους που θα ’λεγε κανείς ότι κανονικά ούτε θα γύριζαν να κοιτάξουν ο ένας τον άλλο.
• Πόσο έβαλε το χεράκι της στο δράμα η σχέση της με τον Τούρκο;
Ηταν η τελική έκρηξη. Εκεί κι αν φαγώθηκαν να τη βγάλουν από τη μέση, εκεί ξεπέρασε τα όρια και δεν μπορούσαν πια να την ανεχθούν. Ακόμα και σήμερα μια ανάλογη ιστορία θα δημιουργούσε μεγάλο πρόβλημα. Και στις δύο πλευρές. Δεν νομίζω ότι οι Τούρκοι θα δέχονταν εύκολα Ελληνα ή Ελληνίδα να μπαίνει στην κοινότητά τους.
• Τι θεωρείτε, τελικά, την Πολυξένη;
Τη θεωρώ μοιραία γυναίκα. Δεν είναι ένας άνθρωπος που άγεται και φέρεται, που οι συνθήκες τον πετάνε από δω και από ’κει. Είναι αυτή που βάζει το χέρι της, που προκαλεί τη μοίρα της, που διεκδικεί, που λέει, έστω κι ακατέργαστα, «αυτό μου αρέσει, αυτό δεν μου αρέσει, αυτό μου ταιριάζει, αυτό όχι». Πάντα, όμως, με ταπεινότητα, με σεμνότητα. Δεν παίρνει ποτέ απόφαση να επιτεθεί. Υπερασπίζεται απλώς τον εαυτό της οργανικά, ψυχικά.
• Αναρωτιέμαι αν τα παλιά, το τραγούδι και την υποκριτική, τα σκέφτεστε καθόλου, σας λείπουν;
Που δεν παίζω, ναι, καμιά φορά μού λείπει. Οι γυναικείοι ρόλοι και στις τρεις ταινίες μου είναι από αυτούς που θα ’θελα να κάνω. Είναι πολύ δικά μου πράγματα. Αλλά τους παίζω χιλιάδες φορές όταν γράφω τα σενάρια.
• Ξέρατε, ας πούμε την εποχή που σας χαζεύαμε στη «Γλυκιά συμμορία» του Νικολαΐδη, ότι κάποτε θα γυρίζατε κι εσείς ταινίες;
Οχι, τότε ήμουνα πολύ μικρή. Αλλά ποτέ δεν είπα «εγώ θα γίνω τώρα σκηνοθέτις». Δηλαδή, δεν σκέφτομαι ότι θέλω να κάνω μια ταινία. Σκέφτομαι ότι θέλω πάρα πολύ να κάνω μια ιστορία και μετά μια άλλη και μια άλλη. Ετσι ξεκίνησα με τη μικρού μήκους «Ερως-Ηρως», γιατί λύσσαγα να διηγηθώ ένα διήγημα του Παπαδιαμάντη με κινηματογραφική γλώσσα. Δεν φοβήθηκα να κάνω τη στροφή, γιατί δεν ένιωθα ότι αναμετριέμαι με κάτι ξένο και μεγάλο.
Παίζουν ακόμα οι Ακύλλας Καραζήσης, Νίκος Χατζόπουλος, Ερρίκος Λίτσης, Υβόννη Μαλτέζου, Αλέξανδρος Μυλωνάς κ.ά. Φωτογραφία Claudio Bolivar. Σκηνικά: Γιώργος Γεωργίου. Κοστούμια: Δέσποινα Χειμώνα. Μουσική: Νίκος Κυπουργός. Ηχος: Ξενοφών Κοντόπουλος. Μακιγιάζ: Γιάννης Παμούκης.
