Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Λος Αντζελες

Ο βραβευμένος με Οσκαρ ηθοποιός σκηνοθετεί την εκπληκτική ταινία «Suburbicon», ένα υβρίδιο θρίλερ και φάρσας, σε σενάριο των αγαπημένων του αδερφών Κοέν και με πρωταγωνιστές τους φίλους του Ματ Ντέιμον και Τζούλιαν Μουρ. Με την ευκαιρία αυτή μιλάει στην «Εφ.Συν.» για την Αμερική επί Τραμπ, τον φανατισμό, τις πολιτικές ταινίες, τον Ιρακινό μετανάστη που φιλοξενεί στο σπίτι του, αλλά και για το πόσο άλλαξαν τη ζωή του τα δίδυμα που απέκτησε με την Αμάλ Αλαμουντίν

Πολυπράγμων, πολυμήχανος και πολυτάλαντος, ο Τζορτζ Κλούνεϊ εξακολουθεί να βασιλεύει στο Χόλιγουντ ως νεότερος Κλαρκ Κέιμπλ ή Γκάρι Γκραντ, με μια διαφορά όμως: παρ’ όλη την εικόνα του ως ενός από τους πιο γοητευτικούς ζεν πρεμιέ και παρ’ όλο που τον έχουμε δει σε όλα τα είδη του κινηματογράφου, η προσωπικότητά του τείνει προς την κωμωδία και τη φάρσα, στη δουλειά και στη ζωή.

Ισως γι’ αυτό ευοδώθηκε η πολύχρονη συνεργασία του με του αδερφούς Κοέν: ο Κλούνεϊ δεν πήρε ποτέ τον εαυτό του πολύ στα σοβαρά. Στις κωμωδίες «Ω αδελφέ, πού είσαι;» (2000) και «Χαίρε, Καίσαρ!» (2016) για παράδειγμα, δεν διστάζει να θυσιάσει κάθε ίχνος σοβαρότητας στον βωμό του τρανταχτού γέλιου.

Υπάρχει και άλλη μία διαφορά. Ο Κλούνεϊ δεν άφησε ποτέ να καθοριστεί η ζωή του από τη φήμη του. Αντίθετα, με έξυπνους χειρισμούς κατάφερνε πάντα να θέτει τη φήμη του στην υπηρεσία της κοινωνικής δικαιοσύνης είτε μέσα από τη δουλειά του είτε με απευθείας ακτιβισμό. Η φιλελεύθερη κοινωνική του συνείδηση βρίσκεται στο βάθος των επιλογών του ως ηθοποιού, παραγωγού και σκηνοθέτη.

Το «Suburbicon» είναι το έκτο σκηνοθετικό εγχείρημά του και πρόκειται για ένα υβρίδιο θρίλερ και φάρσας, με σενάριο των αδελφών Κοέν και πρωταγωνιστές τους φίλους του, Ματ Ντέιμον και Τζούλιαν Μουρ. Τοποθετώντας την ιστορία της ταινίας στη δεκαετία του ‘50 -σε ένα προάστιο με χαρούμενες οικογένειες, στην καρδιά της Κεντρικής Αμερικής-, ο Κλούνεϊ αισθάνεται ελεύθερος να καταπιαστεί με θέματα που ακόμα στοιχειώνουν την αμερικανική κοινωνία διχάζοντας την εκ νέου.

• Ας μιλήσουμε για τον ρατσισμό, λοιπόν. Πότε για πρώτη φορά αισθανθήκατε τη φυλετική σύγκρουση στη χώρα σας;

Μεγάλωσα στο Κεντάκι την εποχή του κινήματος για τα πολιτικά δικαιώματα (Civil Rights Movement) και ήμουν εφτά χρόνων όταν σκότωσαν τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ και τον Μπόμπι Κένεντι. Δεν υπήρχε τρόπος να μην έχεις συνείδηση του ρατσισμού εκείνη την εποχή. Νομίσαμε, εσφαλμένα όμως, ότι είχαμε καταφέρει να τον σταματήσουμε.

Διανύσαμε μια εποχή, μέχρι τα μέσα του ‘70, όταν πιστεύαμε πως τα πράγματα ήταν πολύ καλά. Οταν ήμουν 13-14 χρόνων νόμιζα ότι είχαμε επιτέλους εξαγνιστεί από αυτό το προπατορικό αμάρτημα και ότι όλα θα πήγαιναν καλά από δω και πέρα. Από τότε σταμάτησε να μας απασχολεί ο ρατσισμός. Τον είδαμε να φουντώνει πάλι, το 1991, τη χρονιά των ταραχών στο Λος Αντζελες και μας εξέπληξε το βάθος του προβλήματος. Φυσικά, το είδαμε πάλι στο Σάρλοτσβιλ. Πρόκειται για ένα θέμα το οποίο θα πρέπει να μας απασχολεί μέχρι να το εξαλείψουμε πραγματικά – κι έχουμε πολύ δρόμο μπροστά μας.

• Εχει ενδιαφέρον πώς δένετε το θέμα του ρατσισμού με τη σάτιρα. Πιστεύετε ότι η πολιτική σάτιρα είναι ένας καλός τρόπος αντιμετώπισής του;

Ναι, μάλιστα τελευταία βλέπουμε πολύ καλή πολιτική σάτιρα στην τηλεόραση. Οπως είδαμε με τον Ντέιβιντ Λέτρεμαν και τον Τζον Στιούαρτ στα χρόνια του πολέμου στο Ιράκ, έτσι και τώρα, με τη διαφορά ότι τώρα οι κωμικοί έχουν ξεσαλώσει! Ο Στίβεν Κολμπέρ βρήκε τον τρόπο έκφρασής του, ενώ ο Τζίμι Κιμέλ, η Σαμάνθα Μπι και ο Σεθ Μάιερς κάνουν όλοι πολύ καλή δουλειά (σ.σ.: αναφέρεται σε κωμικούς που σχεδόν καθημερινά σατιρίζουν την πολιτική κατάσταση των ΗΠΑ υπό την προεδρία του Τραμπ).

Η αγαπημένη μου περίοδος του κινηματογράφου είναι από το 1964 ώς το 1976, γιατί τότε οι ταινίες δεν εικάζανε αλλά αντανακλούσαν την υπάρχουσα κατάσταση. Το 1964, π.χ., είχαμε την κρίση των πυραύλων της Κούβας και είδαμε το «S.O.S. Πεντάγωνο καλεί Μόσχα», το «Fail Safe», το «Ο κατάσκοπος που γύρισε από το κρύο». Τα χρόνια εκείνα οι ταινίες μιλούσαν για τη σεξουαλική χειραφέτηση, το κίνημα για τα πολιτικά δικαιώματα των μαύρων, τον υπόκοσμο των ναρκωτικών, το κίνημα των γυναικών, τον πόλεμο στο Βιετνάμ. Ταινίες σαν τις «Ολοι οι άνθρωποι του Προέδρου», «Το Δίκτυο» εξέφραζαν την απογοήτευση του κόσμου για την κυβέρνηση και τον κυνισμό των δημοσιογράφων.

Πιστεύω στον πολιτικό κινηματογράφο με την προϋπόθεση ότι μπορεί να διασκεδάζει το κοινό – αλλιώς κάνε καλύτερα ντοκιμαντέρ. Θέλαμε να κάνουμε την ταινία «Suburbicon» αστεία και παράξενη, μη διδακτική, αλλά με ιστορικό ενδιαφέρον. Αν μπορείς να τα συνδυάσεις, γιατί όχι;

• Μιλήστε μας για την άνοδο του φανατισμού στις ΗΠΑ.

Αρκεί να σας πω ότι ένα από τα πρώτα τουίτ του Τραμπ ήταν μια αναφορά στον Μουσολίνι… και ότι τα τρένα στην εποχή του Χίτλερ ήταν στην ώρα τους. Φρίκη! (γέλια) Για την ακρίβεια, την εποχή που σκεφτόμουνα την ταινία, δεν απασχολούσε την επικαιρότητα τόσο ο ρατσισμός μεταξύ λευκών και μαύρων όσο οι υποσχέσεις του Τραμπ σχετικά με τον Τοίχο στα σύνορα, τους Μεξικανούς και τους μουσουλμάνους.

Τότε είδα το ντοκιμαντέρ «Crisis in Levittown», για το σπίτι μιας οικογένειας μαύρων, τη δεκαετία του ‘50, γύρω από το οποίο ρατσιστές έχτισαν έναν φράχτη και κρέμασαν σημαίες του Νότου ενώ κατέφυγαν στις αρχές απαιτώντας να διώξουν την οικογένεια. Ισχυρίζονταν πως δεν ήταν φανατικοί, ούτε είχαν θέμα με την κατάργηση της φυλετικής ανισότητας, με την προϋπόθεση ότι οι μαύροι θα έπρεπε πρώτα να εκπαιδευτούν. Αυτό μου έδωσε τη βασική ιδέα για την ταινία μου, ότι οι λευκοί άνδρες νιώθουν να χάνουν τη θέση τους στην κοινωνία απειλούμενοι από μειονότητες.

Οταν ακούς τον Τραμπ να λέει ότι θέλει να κάνει την Αμερική σπουδαία πάλι, αναφέρεται στη δεκαετία στου ‘50 του Αϊζενχάουερ. Δεν μιλάει για το ‘70 του Νίξον ή το ‘80 του Ρίγκαν, και σίγουρα όχι για κάποιον Δημοκρατικό Πρόεδρο. Μιλάει για τη δεκαετία του ‘50, όταν νόμιζαν ότι όλα ήταν απλά και καλά. Ηταν απλά και καλά, βέβαια, αν τύχαινε να ήσουν λευκός άνδρας.

Είναι επίσης σημαντικό να θυμίζουμε στους εαυτούς μας ότι αυτά τα ζητήματα παραμένουν ζωντανά και ότι ποτέ δεν καταφέραμε να αποκοπούμε εντελώς. Να θυμηθούμε, επίσης, ότι οι ΗΠΑ έχουν μόνο κερδίσει από τους μετανάστες. Οταν μιλάμε για απαγόρευση εισόδου στους πολίτες εφτά χωρών από τις οποίες ούτε ένας δεν έχει ποτέ διαπράξει τρομοκρατική ενέργεια στις ΗΠΑ, δεν μπορούμε παρά αν αναρωτηθούμε αν έχουμε τρελαθεί. Είναι εξοργιστικό ότι πρέπει να λέμε τα ίδια και τα ίδια, αλλά δυστυχώς δεν έχουμε άλλη επιλογή.

• Πείτε μας δυο λόγια για τον Ιρακινό μετανάστη που φιλοξενείτε στο σπίτι σας…

Φιλοξενούμε έναν νεαρό Γεζίντι στο σπίτι μας στο Κεντάκι. Δεν θέλω να σας πω το όνομά του γιατί έχει οικογένεια στο Ιράκ που απειλείται ακόμα από το ISIS. Μπορώ όμως να σας πω ότι είναι ένα καταπληκτικό παιδί, και κατάφερε να μπει στο Πανεπιστήμιο του Σικάγου. Εχει γίνει ο καλύτερος φίλος του μπαμπά μου. Θα ‘λεγα ότι είναι ο γιος που ονειρευόταν πάντα – γιατί βρίσκει όλα τα καλαμπούρια του μπαμπά μου υπέροχα! (γέλια)

Χτίζουμε επίσης σχολεία στον Λίβανο, αρχίζοντας με 5.000 μαθητές. Για να πούμε την αλήθεια, ο πιο γρήγορος τρόπος να νικήσουμε την τρομοκρατία γενικά είναι να προσφέρουμε στα παιδιά παιδεία, ελπίδα και απασχόληση. Το χειρότερο που μπορείς να κάνεις είναι να τα βάλεις σ’ ένα δωμάτιο και να τα αφήσεις να βαλτώσουν.

Ο Λίβανος είναι μια χώρα 4 εκατ. ανθρώπων που έχει δεχτεί 2 εκατ. πρόσφυγες, σαν να λέμε ότι οι ΗΠΑ δέχτηκαν 100 εκατ. στο έδαφός τους. Είναι μια σκέτη τρέλα. Και φυσικά λόγω της γυναίκας μου ήταν για μας σημαντικό να προσπαθήσουμε να κάνουμε κάτι εκεί. (σ.σ.: Το 2014, ο Κλούνεϊ παντρεύτηκε τη Λιβανέζα Αμάλ Αλαμουντίν, δικηγόρο με ειδικότητα στα ανθρώπινα δικαιώματα, με την οποία πρόσφατα απέκτησε δίδυμα.)

• Πώς άλλαξε η ζωή σας με τη γέννηση των διδύμων;

Χρειάστηκε να παρατήσω ένα-δυο φίλους που δεν χωρούσαν πια στη ζωή μου… (γέλια). Πάντα αισθανόμουν ευθύνη απέναντι στον κόσμο, στη χώρα μου και σε άλλες χώρες. Οταν όμως αποκτάς παιδιά, η ευθύνη τού να δώσεις το καλό παράδειγμα καταντά το πιο σημαντικό απ’ όλα. Εξάλλου πρέπει να δώσεις στα παιδιά σου να καταλάβουν ότι από τη γέννησή τους έχουν πράγματα που τα περισσότερα άλλα παιδιά δεν έχουν. Θα μπορούσαν να είχαν γεννηθεί στη Συρία και να είχαν μια εντελώς διαφορετική ζωή. Να καταλάβουν, δηλαδή, ότι πρέπει να συμμετέχουμε στη ζωή των άλλων, αυτή είναι η δουλειά μας και το πιο σημαντικό πράγμα για μένα.

• Ας σας ζητούσαμε τη συνταγή της ευτυχίας, τι θα λέγατε;

Να πάτε στην Ιταλία. Κάποτε έλεγα ότι οι Ιταλοί τα κάνουν όλα καλύτερα, εκτός από το να κυβερνούν. Τώρα όμως δεν ισχύει πια ούτε αυτό (γέλια). Οταν πήγα στην Ιταλία αγόρασα ένα σπίτι και παρακολουθούσα τους μάστορες την ώρα του φαγητού… μια φρατζόλα ψωμί, ένα μπουκάλι κρασί και άρχιζαν να τραγουδούν. Σκεφτόμουνα, αυτοί ξέρουν να ζουν καλύτερα από μένα! Συνειδητοποίησα ότι η ζωή δεν θέλει να βιάζεσαι, να διεκπεραιώνεις και να δουλεύεις μόνο…

Θυμάμαι έναν προπονητή του μπάσκετ, τον Τζιμ Βαλβάνο, που ήταν άρρωστος με καρκίνο και μας έλεγε να γελάμε και να κλαίμε και να μην παραιτούμαστε ποτέ από τη ζωή. Δεν ξέχασα τη συμβουλή του… Βλέπω την κάθε μέρα σαν μια περιπέτεια. Από δω και πέρα για μένα θα είναι όλα σαν την άχνη πάνω στην τούρτα. Δεν προοριζόμουν για την καριέρα που μου δόθηκε. Μεγάλωσα στο Κεντάκι, πουλούσα ασφάλεια από σπίτι σε σπίτι, δούλεψα σε παπουτσάδικο, έκοβα ταμπάκο για 3 δολάρια και 33 σεντ την ώρα, και ήμουν ανασφάλιστος για δέκα χρόνια. Αγόραζα μακριά σακάκια, τα έκοβα και έφτιαχνα γραβάτες από το υπόλοιπο. Ξέρω τι θα πει να παλεύεις και γι’ αυτό ξέρω και πόσο τυχερός είμαι.

Ο Ντέιμον είναι πολύ εντάξει τύπος

• Συνήθως βλέπουμε τον Ματ Ντέιμον σε θετικούς ρόλους, αλλά αυτό δεν ισχύει στην ταινία σας. Ηταν εσκεμμένη η επιλογή του για τον πρωταγωνιστικό ρόλο;

Ο Ματ είναι πολύ εντάξει τύπος. Ο περισσότερος κόσμος δεν ξέρει πόσο ευέλικτος είναι ως ηθοποιός. Δύσκολα βρίσκεις έναν ηθοποιό που στη μία ταινία τον κυνηγούν και στην άλλη κυνηγά ο ίδιος. Εξάλλου είναι συμπαθητικός και πολύ καλός συνεργάτης.

• Αλλά κι εσείς, ως ηθοποιός, δεν φοβηθήκατε ποτέ να αποκαλύψετε την αστεία και καμιά φορά ανόητη πλευρά σας. Αισθάνεστε ότι το χιούμορ σας και το γνωστό μαύρο χιούμορ των αδελφών Κοέν είναι συγγενή;

Με τους αδελφούς Κοέν πάντα αισθανόμαστε μια ευκολία στην επικοινωνία… Στο «Ω αδελφέ, πού είσαι;» ήθελαν να πάρουν ένα ίνδαλμα τύπου Κλαρκ Γκέιμπλ και να τον κάνουν να φανεί ηλίθιος – κάτι που, όσοι με γνωρίζουν, ξέρουν καλά ότι είναι πιο συμβατό με την προσωπικότητά μου. Από την αρχή, λοιπόν, κατάλαβαν ότι το να με κάνουν να φαίνομαι γελοίος ήταν αστείο εξ ορισμού και το διασκέδαζαν.

Οι αδελφοί Κοέν έχουν 30 χρόνια παραγωγής πίσω τους και, επειδή ακριβώς ενδιαφέρονται τόσο πολύ για τη δουλειά τους, συνεχίζουν να πρωτοτυπούν. Το να βρίσκομαι στον κύκλο τους είναι ένα δώρο για μένα.