Το Φεστιβάλ Κανών γιορτάζει τα 70 του χρόνια και μοιάζει αποφασισμένο να γεμίσει τις ημέρες του με σινεμά καλλιτεχνικών προδιαγραφών, εκτυφλωτική λάμψη και γαλλικά εμβλήματα. Σ’ αυτήν τη γραμμή, η ταινία έναρξης του φετινού Φεστιβάλ επιλέχθηκε να είναι τα «Φαντάσματα του Ισμαήλ».
Δημιουργία του πολύ αγαπητού στη χώρα του Αρνό Ντεπλεσέν, πραγματεύεται μια ιδέα χαρακτηριστικά γαλλική: τη σύγκρουση ενός σκηνοθέτη με την ίδια του την έμπνευση, αλλά και με τις δυο γυναίκες της ζωής του, που επιδιώκουν να μονοπωλήσουν την αγάπη και το πάθος του.
Μπορεί η ταινία να αναδεικνύει την ικανότητα του Ντεπλεσέν («Μια νύχτα Χριστουγέννων», αλλά και ο πρόδρομος αυτής εδώ της ταινίας, «Roi et reine») να συνθέτει ένα ψηφιδωτό έντασης και πυκνής συναισθηματικής ατμόσφαιρας, αλλά, παρά τη φιλοδοξία της, ξετυλίγεται ως ένα δράμα ψεύτικο και σοβαροφανές.
Οι πρωταγωνιστές της, από την άλλη πλευρά, οι εμβληματικότεροι των νέων Γάλλων ηθοποιών, χάρισαν τη λάμψη τους όχι μόνο στην ταινία, αλλά και στο κόκκινο χαλί του Φεστιβάλ.
Ο Ματιέ Αμαλρίκ, η Σαρλότ Γκενσμπούργκ, ο Λουί Γκαρέλ περιέβαλαν τη μεγαλύτερη σύγχρονη Γαλλίδα σταρ, Μαριόν Κοτιγιάρ, η οποία δεν παρέλειψε στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας να τονίσει την επιθυμία της για περισσότερες συνεργασίες με γυναίκες ηθοποιούς: «Γνώρισα περισσότερους άντρες ηθοποιούς απ’ ό,τι γυναίκες στην καριέρα μου και θα ήθελα αυτό να το αλλάξω.
Θα μου άρεσε πολύ να παίζω περισσότερο σε ταινίες με γυναίκες πρωταγωνίστριες, έχω πάθος για τις ηθοποιούς κι είναι κάτι που ανέκαθεν ήθελα. Γι’ αυτό κι ήταν υπέροχο να μοιραστώ αυτή τη σχέση στην οθόνη με τη Σαρλότ».
Μια άλλη μεγάλη κυρία του ευρωπαϊκού σινεμά είχε την τιμητική της, η Βανέσα Ρέντγκρεϊβ, η οποία αυτή τη φορά ήρθε στο σινεμά ως σκηνοθέτρια και μάλιστα ενός ντοκιμαντέρ με μεγάλη κοινωνική και πολιτική αξία.
Στο «Sea of Sorrow», η Ρέντγκρεϊβ φτιάχνει μια ταινία από τις εικόνες και τις μαρτυρίες που αποκόμισε προσφέροντας η ίδια τη βοήθειά της σε πρόσφυγες, στην Ελλάδα, τον Λίβανο, το Καλέ και τη Βρετανία. Την τραγωδία του προσφυγικού, η Ρέντγκρεϊβ τη συνδέει με την «Τρικυμία», την τραγωδία του Σέξπιρ, αλλά και με τα δικά της βιώματα που καταθέτει απ’ ευθείας στην κάμερα:
«Ποιος άλλος θα μπορούσε να σκηνοθετήσει ό,τι έβλεπα εγώ, ό,τι ένιωθα εγώ. Ενιωσα ότι έπρεπε να κάνω αυτή την ταινία, αλλιώς κινδυνεύουμε να χάσουμε την ίδια την ανθρωπιά μας».
Πρώτη ημέρα για το Φεστιβάλ, πρώτη ημέρα και για την κριτική επιτροπή, που ετοιμάζεται να πιάσει δουλειά και να βυθιστεί στις ταινίες του Διαγωνιστικού Τμήματος που καλείται να αξιολογήσει. Τα μέλη της επιτροπής, η Τζέσικα Τσαστέιν, ο Πάολο Σορεντίνο, η σκηνοθέτρια του «Toni Erdmann», Μάρεν Αντε, ο Παρκ Τσαν-γουκ, η Κινέζα ηθοποιός Φαν Μπινγκμπίνγκ, η Ανιές Ζαουί και ο Γκάμπριελ Γιάρεντ πλαισίωσαν τον πρόεδρό τους, Πέδρο Αλμοδόβαρ, ενώ η συζήτηση στη συνέντευξη Τύπου κινήθηκε, πού αλλού, γύρω από τον τρόπο θέασης των ταινιών και τον ανταγωνισμό των Γάλλων αιθουσαρχών με τις παραγωγές του Netflix που έχουν επιλεγεί στο διαγωνιστικό του Φεστιβάλ, ενώ δεν προορίζονται για προβολές σε αίθουσες.
Ο Αλμοδόβαρ, μάλιστα, διάβασε ειδικό κείμενο για το θέμα, που συνυπέγραψε με την επιτροπή: «Οι ψηφιακές πλατφόρμες είναι ένας νέος τρόπος να προσφέρονται λέξεις και εικόνες που, αυτές οι ίδιες, μας εμπλουτίζουν. Αλλά αυτές οι πλατφόρμες δεν θα πρέπει να αντικαταστήσουν τις υπάρχουσες φόρμες, όπως είναι οι κινηματογραφικές αίθουσες.
Σε καμία περίπτωση δεν θα πρέπει να αλλάξουν την προσφορά προς τους θεατές. Η μοναδική λύση, νομίζω, είναι οι νέες πλατφόρμες να δεχτούν και να υπακούσουν στους υπάρχοντες κανόνες που ήδη υιοθετούν και σέβονται τα υπόλοιπα δίκτυα».
Για να προσθέσει και το δικό του σχόλιο: «Προσωπικά δεν βλέπω τον Χρυσό Φοίνικα ως ένα βραβείο που δίνεται σε μια ταινία αν αυτή δεν προβάλλεται στη μεγάλη οθόνη. Αυτό δεν σημαίνει πως δεν είμαι ανοιχτός στο να απολαύσω τις νέες τεχνολογίες και νέες δυνατότητες, αλλά όσο ζω θα πολεμάω για την ικανότητα ύπνωσης του θεατή από τη μεγάλη οθόνη».
Πλημμυρισμένη στον ήλιο, η πόλη των Κανών δυσκολεύεται να κρύψει τα ενισχυμένα μέτρα ασφαλείας που έχουν προβλεφθεί φέτος, κάτω από τη σκιά της σκέψης ενός τρομοκρατικού χτυπήματος.
Αυξημένη αστυνόμευση, μπλόκα στα πεζοδρόμια -γιγαντιαίες τσιμεντένιες γλάστρες γεμάτες λουλούδια, που αποτρέπουν αυτοκίνητα απ’ το ν’ ανέβουν επάνω-, αλλά και θύρες ασφαλείας σε κάθε είσοδο κάθε κτιρίου, θυμίζουν ότι οι Κάνες είναι μια πόλη που ζει στο σήμερα, εκτός από το σινεμά.
