Το «Park», η πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της Σοφίας Εξάρχου (υποψήφια για Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Σκηνοθέτη της Ελληνικής Ακαδημίας Κινηματογράφου) δεν είναι άλλο από το Ολυμπιακό Χωριό σήμερα, ξεφτισμένο, χορταριασμένο κομμάτι μιας ελληνικής ιδέας που υπάρχει μόνο στα κακογραμμένα βιβλία Ιστορίας.
Εκεί, κατακαλόκαιρο, ζει μια ομάδα παιδιών, τόσο πεταγμένη μέσα στα σκουπίδια, που έχει κι η ίδια πιστέψει βαθιά ότι είναι σκουπίδι. Ανάμεσά τους, ο Δημήτρης και η Αννα κάνουν μια μετέωρη, σπασμωδική αλλά και τόσο γοητευτική απόπειρα να βγουν «έξω», για να δουν αν ο κόσμος τούς χωράει.
Μετά την πρεμιέρα και τις διακρίσεις της ταινίας στο Τορόντο, το Σαν Σεμπαστιάν, το Λονδίνο και το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το «Park» ήρθε από χθες στις αίθουσες.
Αντλώντας από την ταινία ορμή και ενέργεια, μιλήσαμε με τους δύο πρωταγωνιστές της, τη Δήμητρα Βλαγκοπούλου, που δίκαια τιμήθηκε με το βραβείο ερμηνείας στη Θεσσαλονίκη, και τον Δημήτρη Κίτσο, που με εφαλτήριο το «Park», έκανε ήδη την πρώτη του ταινία εκτός των θυρών, το «Octavio Is Dead!» της Καναδέζας Σουκ-Γιν Λι.
«Το περιβάλλον του “Park” το χαρακτηρίζει μια μεγάλη αντίφαση», λέει η Δήμητρα Βλαγκοπούλου. «Σ’ ένα μέρος αφημένο στη φθορά του χρόνου και στοιχειωμένο κάπως από τις “ένδοξες” αναμνήσεις που φέρει το παρελθόν του, σήμερα ζουν οικογένειες και μεγαλώνουν παιδιά. Η ενέργεια των ανθρώπων έχει κατοικήσει εξ ολοκλήρου αυτά τα ερείπια, σαν να εισβάλλει η ζωή σ’ ένα “νεκροταφείο” και να το έχει καταλάβει.
Θέλαμε όσο πιο ρεαλιστικά γίνεται κάθε σκηνή που γυρίζαμε να φέρει αυτή την πολεμική του χώρου με το άτομο. Ξεκινήσαμε τις πρόβες με τα παιδιά, που δεν είναι ηθοποιοί, με αυτοσχεδιασμούς. Τα παιδιά δεν πήραν ποτέ στα χέρια τους το σενάριο.
Δούλευαν ακολουθώντας τις κατευθύνσεις που τους έδινε η Σοφία. Εμείς, από την άλλη, φέρναμε κάθε φορά όλο και πιο συγκεκριμένα στοιχεία και τα ενσωματώναμε στους αυτοσχεδιασμούς των παιδιών. Οσο η δουλειά που φέρναμε δεν λειτουργούσε αναχαιτιστικά στην ενέργειά τους, μας ενσωμάτωναν στο δικό τους παιχνίδι. Ηταν μια ένδειξη ότι προχωράμε σωστά».
Ο Δημήτρης Κίτσος προσθέτει: «Αν προσπαθούσαμε να κάνουμε πολύ συγκεκριμένη κάποια σκηνή, στην πρώτη της επανάληψη τα παιδιά είχαν ήδη βαρεθεί: “Πάλι την ίδια ιστορία θα λέμε, κυρία;”. Προκειμένου λοιπόν να διατηρηθεί η ενέργεια ψηλά, απαιτούνταν συνεχής ανατροφοδότηση και διατήρηση του αυτοσχεδιαστικού χαρακτήρα.
Οταν τελικά βρεθήκαμε στους πραγματικούς χώρους, αυτό που δουλευόταν τόσο καιρό στο άδειο προβάδικο με τους περιορισμούς του, πέρασε πλέον στο απόλυτο παρόν γι’ αυτά τα παιδιά. Είναι σαν να έχεις ένα αγρίμι κλεισμένο σε κλουβί, το οποίο δεν μπορεί να εκτονώσει όλη του την ενέργεια, αλλά περιμένει τη στιγμή που θα ανοίξεις την πόρτα για να τρέξει έξω ελεύθερο. Και το κάνει βίαια και απεγνωσμένα».
Ενα απαιτητικό γύρισμα, φυσικά, δεν σημαίνει μια δύσκολη εμπειρία. «Δουλεύοντας με τη Σοφία Εξάρχου αγάπησα τον κινηματογράφο», λέει η Δ. Βλαγκοπούλου. «Το “Park” ήταν η πρώτη μου κινηματογραφική εμπειρία και ήταν πολύ όμορφη και έντονη. Σαφώς υπήρξαν και δυσκολίες. Ενα συναισθηματικά δύσκολο, για μένα, γύρισμα και από τα πρώτα που κάναμε, ήταν μια σκηνή στα αθλητικά αποδυτήρια που στην κυριολεξία έπρεπε να τα σπάσουμε!
Η ενέργεια των παιδιών, το πόσο εύκολα μπήκαν σ’ αυτό, με πόση βία το υπερασπίστηκαν, με τρόμαξε, όπως και ο ίδιος μου ο εαυτός μέσα στην τόση ελευθερία που του δινόταν να καταστρέψει ολοκληρωτικά και με φανατισμό κάτι. Το ότι ο καθένας έπρεπε να φροντίζει τον άλλο μέσα σ’ αυτή τη συνθήκη για να μη χτυπήσει κανείς και η απόλυτη σιωπή που επικράτησε απ’ όλους μετά για κάποια λεπτά ήταν μια πολύ σημαντική εμπειρία για να καταλάβουμε ποια είναι η ταινία που γυρίζουμε».
«Πρέπει συνεχώς να προσαρμόζεσαι», λέει ο Δ. Κίτσος, «να ξεπερνάς τον φόβο της μη ασφάλειας, να ξέρεις ότι πρέπει να δομήσεις κάτι τόσο ισχυρό για να μπορεί να είναι τόσο ευέλικτο και να σε πιάνει πανικός. Αυτός ο αγώνας λοιπόν ήταν η μεγαλύτερη δυσκολία».
Ωστόσο και οι δύο ηθοποιοί εξέφρασαν, με την ταινία, μια γενιά που είναι, στην πραγματικότητα, ακριβώς η δική τους, με το αβέβαιο παρόν και μέλλον της. «Αυτή η ταινία δεν έχει να κάνει με το πώς βλέπουμε το ποτήρι», λέει ο Δ. Κίτσος. «Αν το βλέπουμε μισογεμάτο ή μισοάδειο. Το ποτήρι έχει νερό μέχρι τη μέση. Αυτό είναι το γεγονός. Εγώ προσωπικά άλλοτε βλέπω κάτι θετικό κι άλλοτε πάλι όχι. Δεν θεωρώ πως τη γενιά μου μπορεί να τη χαρακτηρίσει η μία από τις δύο καταστάσεις».
Και η Δ. Βλαγκοπούλου είναι αποστομωτική: «Το “Park” δεν αντιμετωπίζει “κάπως” τους νέους. Με θετικό ή αρνητικό πρόσημο, με ή χωρίς ελπίδα. Τους παρατηρεί με μεγάλη προσοχή, χωρίς να τους χαρακτηρίζει. Τους προσεγγίζει, όπως και θα έπρεπε, υπαρξιακά.
»Αυτό από μόνο του δείχνει μια συμπάθεια. Αλλωστε είναι κι ο κόσμος όλος της ταινίας. Οτι σηκώνουν στους ώμους τους το βάρος της ελπίδας, σαν ένα ξένο σώμα, είναι βέβαιο. Πάντα θα είναι. Γι’ αυτό και πάντα θα στρέφονται τα μάτια όλων πάνω τους, όχι από συμπόνια αλλά με προσδοκίες. Αρνούμαι να χαρακτηρίσω κάπως τη γενιά μου ή να βάλω κάποιο πρόσημο.
»Επειδή είμαι κι εγώ μέρος της, έχω την ευαισθησία να μην περιμένω τίποτα. Ούτε με απασχολεί τι χαρακτηρισμούς θα της προσδώσουν προηγούμενοι κι επόμενοι. Αισθάνομαι ότι έχω πιο σοβαρά πράγματα να κάνω. Ας πούμε, νιώθω την ανάγκη να δίνομαι με όλη μου την καρδιά σε ό,τι θεωρώ ότι αξίζει. Και μην το πάρετε ως κάτι ελπιδοφόρο».
