Μια νεανική αναζήτηση πάνω στον Ντεμπισί από τον Ελληνα μαέστρο-συνθέτη Νίκο Χριστοδούλου, που ξεκίνησε το 1986 και το 2007 απέκτησε ολοκληρωμένη μορφή, ετοιμάζεται για μια λαμπρή πρεμιέρα στην Ιταλία.
Η μεταγραφή των πρελούδιων του Ντεμπισί παρουσιάζεται στη Σκάλα του Μιλάνου από τη Συμφωνική Ορχήστρα του Λονδίνου.
«Οταν ο Ντεμπισί συνέθεσε το 1912 το 2ο βιβλίο με τα πρελούδια για πιάνο δεν θα μπορούσε να φανταστεί ότι 100 χρόνια μετά ο Νίκος Χριστοδούλου θα τα μετέγραφε για ορχήστρα».
Με αυτά τα λόγια το ιταλικό Φεστιβάλ «ΜΙΤΟ – Μουσικός Σεπτέμβριος» (ο τίτλος προκύπτει από τις πρώτες συλλαβές των πόλεων που το φιλοξενούν: Μιλάνο και Τορίνο) εξηγεί γιατί επέλεξε το έργο του Ελληνα δημιουργού για την πρεμιέρα της φετινής διοργάνωσης. Απόψε και αύριο, λοιπόν, πέντε από τα 12 Πρελούδια του Ντεμπισί θα παρουσιαστούν στο Θέατρο Ρέτζο του Τορίνου και στη Σκάλα του Μιλάνου, αντίστοιχα.
«Το θέμα του φετινού φεστιβάλ είναι “Πατέρες και γιοι” και προφανώς έχει να κάνει με την αμφίδρομη σχέση στην τέχνη μεταξύ παρελθόντος, παρόντος και μέλλοντος», μας λέει ο Νίκος Χριστοδούλου, λίγο προτού αναχωρήσει για Ιταλία όπου θα απολαύσει το έργο του ερμηνευμένο από ένα κορυφαίο μουσικό σύνολο.
«Οι πρόβες που παρακολούθησα με εντυπωσίασαν. Εχω σπουδάσει στο Λονδίνο, έχω στο παρελθόν συνεργαστεί με την ορχήστρα του BBC, αλλά και την Ακαδημία του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών, οπότε με χαροποιεί ότι προστίθεται ακόμα ένα σημαντικό σύνολο».
Το έργο βέβαια έχει μεγάλη διαδρομή μέσα στον χρόνο. Η πρώτη επαφή του συνθέτη με τα πρελούδια του Ντεμπισί έγινε το 1986, σε μια περίοδο που ήταν ακόμα σπουδαστής. «Τότε είχα μεταγράψει τρία από αυτά, τα οποία παρουσίασα αργότερα σε συναυλίες (μάλιστα το ένα είναι μεταξύ των πέντε που θα ακουστούν στην Ιταλία).
Ωστόσο, είχα αποφασίσει πως δεν πρόκειται να ασχοληθώ με τα υπόλοιπα. Ξέρετε, για μένα το έργο αυτό υπήρξε ένα είδος συνθετικής εξερεύνησης. Δεν ήθελα να τα παραφράσω, ούτε και να τα φέρω στα μέτρα μου.
Εξ ου και έχω παραμείνει πιστός στον συνθέτη. Αλλωστε, ο Ντεμπισί είναι μια πολύ δυνατή προσωπικότητα, καθώς με την αρμονία και τη μορφολογική του σκέψη καθόρισε τη μουσική από την εποχή του έως τις μέρες μας. Αν προσπαθούσα σε μια λέξη να χαρακτηρίσω το έργο του θα διάλεγα την πρωτοτυπία.
Οι δε παρτιτούρες του έχουν μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα πτυχή: είναι γεμάτες εξαντλητικές λεπτομέρειες. Σε κάθε νότα σχεδόν βλέπεις δίπλα τις λεκτικές οδηγίες του συνθέτη. Επίσης πάντοτε έδινε απρόσμενους τίτλους στα πρελούδιά του (“Η πύλη του κρασιού”- “The gate of wine”, “Πυροτεχνήματα” -“Fireworks”, “Ταράτσα για φεγγαρόπληκτο κοινό” – “The terrace for moonlight audiences” κ.λπ.) τους οποίους ποτέ δεν προτάσσει. Αντιθέτως τους βάζει πάντα σε παρένθεση στο τέλος, σαν ανάμνηση, αφού πριν έχουν προηγηθεί αποσιωπητικά».
Το 2007 εντελώς ξαφνικά του προέκυψε, όπως λέει, η ιδέα να συνεχίσει με τα υπόλοιπα εννέα πρελούδια. «Xωρίς να μπορώ να το εξηγήσω, μου ήρθαν ιδέες που έδιναν λόγο στην περαιτέρω ενορχήστρωση. Εκατσα, λοιπόν, και τα δούλεψα. Δύο χρόνια μετά είχαν ολοκληρωθεί κι έτσι το 2012 -που συμπτωματικά ήταν Ετος Ντεμπισί- παίχτηκαν στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών με την Εθνική Συμφωνική Ορχήστρα της ΕΡΤ».
Αμέσως μετά, με τον ίδιο στο πόντιουμ, έκαναν μια «μίνι» διεθνή καριέρα καθώς τα ερμήνευσε στο Barbican η Ορχήστρα του Αγίου Μαρτίνου των Αγρών και αργότερα στο Ερεβάν η Φιλαρμονική της Αρμενίας. Ενώ το 2014 εκδόθηκαν στον Λονδίνο από τον σημαντικό εκδοτικό οίκο Boosey & Hawkes, που ειδικεύεται στις συνθέσεις του 20ού αιώνα.
«Η ιστορία των μεταγραφών στην κλασική είναι μακρά», σημειώνει ο Ν. Χριστοδούλου. «Με αυτές στο παρελθόν έχουν ασχοληθεί πολύ ο Μπραμς και ο Μπαχ, ο Στραβίνσκι και ο Σοστακόβιτς. Ακόμα και ο ίδιος ο Ντεμπισί συχνά κατέφευγε στις μεταγραφές έργων συναδέλφων του, όπως του Σούμαν. Υπάρχει ένα αστείο στους κόλπους του συνθετικού κόσμου, που λέει πως όταν οι δημιουργοί δεν συνθέτουν, τότε ενορχηστρώνουν».
