Στις 17/4/2026, η ΚΟΑ έδωσε στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής μια όλως ετερόκλητη συναυλία αφιερωμένη στα 250 χρόνια της Αμερικανικής Ανεξαρτησίας (1776-2026)˙ ετερόκλητη κυρίως επειδή περιέλαβε τέσσερα έργα που δύσκολα θα τα συσχέτιζε κανείς όλα μαζί υπό τον ακατανόητο τίτλο «Νέος Κόσμος και Νόστος». Το αθηναϊκό σύνολο διηύθυνε ο ανερχόμενος Πορτογάλος αρχιμουσικός Ντίνις Σόουζα, αφήνοντας πάρα πολύ καλές εντυπώσεις.
Η βραδιά ξεκίνησε με τη σύνθεση «Νόστος ΙΙΙ», πρόσφατη παραγγελία της ΚΟΑ στον Θεσσαλονικιό συνθέτη Χρήστο Σαμαρά. Γραμμένο για μεγάλη ορχήστρα με προέχουσα τη συμμετοχή χάλκινων πνευστών και κρουστών, ήταν ένα μέσης διάρκειας κομμάτι που, ως ακρόαμα, αναπαρήγαγε πιστά την περιγραφή που δίνει ο συνθέτης στο έντυπο του προγράμματος. Αποτυπώνοντας το αφήγημα της έξωθεν απειλούμενης αλλ’ αντιστεκόμενης (εθνικής) μουσικής παράδοσης, η μέσης διάρκειας σύνθεση αρθρώθηκε ως διαδοχή τεσσάρων ενοτήτων από επιθετικά -λέγε απειλητικά- θορυβώδεις κορυφώσεις τις οποίες διαδέχονταν αναδύσεις κάπως κοινότοπων μελωδιών σε αναγνωρίσιμους λαϊκούς/παραδοσιακούς ρυθμούς. Τη σύνθεση του Σαμαρά διηύθυνε ο 37χρονος Σόουζα με ακρίβεια, αντλώντας από τους μουσικούς της ΚΟΑ ήχο διαυγή και, κυρίως, καθαρά αρθρωμένο.
Ακολούθησε αμέσως το «Κοντσέρτο για πιάνο, αρ.1» (1796/97-1800) του Μπετόβεν με σολίστα τον Μάνο Κιτσικόπουλο. Η εκτέλεση που ακούσαμε ήταν εξαιρετική από κάθε άποψη. Εμπειρος σολίστας με υψηλή μουσική ευφυΐα και ευαισθησία ο ταλαντούχος πιανίστας διέπλασε μια πραγματικά θαυμάσια ανάγνωση. Απέχοντας συνειδητά και -υποθέτω- εκ πεποιθήσεως από τη μάστιγα του «γρήγορα και δυνατά», το παίξιμό του απέδωσε την κλασική, α λα Χάιδν σύνθεση του 27χρονου Μπετόβεν αβίαστα αλλά με σβέλτη φραστική, αφήνοντας άπλετο χώρο για το ευανάγνωστο ξετύλιγμα του συντακτικού της μουσικής, διαφοροποιώντας με νοηματοδοτούσες εκλεπτύνσεις τις επαναλήψεις και τη διάπλαση φραστικής. Υφολογικά όχι ανενημέρωτη για τις κατακτήσεις της ιστορικής ερμηνευτικής, η ερμηνεία χαρακτηρίστηκε από αψεγάδιαστο δέσιμο με την ορχήστρα, ενώ από μέρους του ο Πορτογάλος αρχιμουσικός διέπλασε ένα ορχηστρικό ακρόαμα όμοια φροντισμένο.
Τελικά, σολίστας και αρχιμουσικός μάς χάρισαν μιαν απροσδόκητα απολαυστική, πνευματικά διεγερτική ανάγνωση του κοντσέρτου. Στο εναρκτήριο Allegro con brio ο Κιτσικόπουλος επέλεξε να παίξει το εκφραστικά πλουσιότερο, μεγαλύτερης διάρκειας -περίπου 5΄- μέρος ελεύθερης δεξιοτεχνίας.
Στο δεύτερο μισό της βραδιάς ακούστηκαν δύο εμβληματικά έργα συνθετών από τις Ηνωμένες Πολιτείες. Πρώτη ακούστηκε η φωνητική σύνθεση «Νόξβιλ, Καλοκαίρι του 1915» (1947) του Σάμιουελ Μπάρμπερ. Γραμμένη σε λογική που συμπλέει με το πεζό ποίημα του Τζέιμς Αγκι, η απερίφραστα νεορομαντική μουσική του 37χρονου Μπάρμπερ προηγείται μόλις κατά έναν χρόνο των «Τεσσάρων τελευταίων τραγουδιών» που συνέθεσε ο 84χρονος Ρίχαρντ Στράους έναν χρόνο πριν πεθάνει… Τη σύνθεση του Μπάρμπερ απέδωσε η έμπειρη Θεσσαλονικιά υψίφωνος Ελένη Καλένος. Η ερμηνεία της χαρακτηρίστηκε από υπερτονισμένη θεατρικότητα που έμοιαζε κάπως να βιάζει το ύφος της ονειρικής, πεζής ποίησης μουσικής και λόγου.
Επίσης, στα κομβικά σημεία δραματουργικής κορύφωσης όπου ο συνθέτης οδηγεί -αίφνης- τη φωνή πολύ υψηλά, αυτή έχανε το χρώμα και ηχούσε δυσάρεστα στριγκή. Η βραδιά ολοκληρώθηκε με την «Ανοιξη στα Απαλάχια» (1945) του Ααρον Κόπλαντ. Πρόκειται για επανεπεξεργασία/σύμπτυξη της μουσικής του ομώνυμου χοροδράματος που είχε συνθέσει ο Κόπλαντ δύο χρόνια νωρίτερα για τη χορογράφο Μάρθα Γκράχαμ. Ο,τι πλησιέστερο σε αυτό που θα μπορούσαμε να αναγνωρίσουμε ως «εθνική μουσική σχολή» στις ΗΠΑ του Μεσοπολέμου, η μουσική του Κόπλαντ ηχεί πλέον σήμερα κάπως «εύκολη», πεποιημένα κοινότοπη.
Σε κάθε περίπτωση η εκτέλεση από την ΚΟΑ υπό τον Σόουζα ήχησε άριστα: νευρώδης, αιχμηρά αρθρωμένη και συγκρατημένα μελωδική «τόσο όσο», διατηρώντας τα υψηλά επίπεδα ενέργειας των χοροδραματικών καταβολών της. Απλά, για να μη μένουμε συνεχώς στα ίδια και γνωστά, θα ήταν σαφώς πολύ πιο ενδιαφέρον να ακούγαμε την περίφημη, όντως εμβληματική για την αμερικανική μουσική «Συμφωνία αρ.3», που, κινούμενη στο ίδιο πνεύμα, ενσωματώνει τον «αμερικανικό» ήχο των χοροδραμάτων του Κόπλαντ -«Ροντέο», «Billy the Kid», «Ανοιξη στα Απαλάχια»- στην κατ’ εξοχήν ευρωπαϊκή μορφή της Συμφωνίας.
