Στις 8/4/2026, Μεγάλη Τετάρτη, παρακολουθήσαμε μια «Πασχαλινή Συναυλία» στην κατάμεστη μεγάλη αίθουσα του κρατικού Μεγάρου Μουσικής. Η εκδήλωση ήταν συνδιοργάνωση ΟΜΜΑ και ΚΟΑ. Το πρόγραμμα περιλάμβανε δύο συμβατικώς πένθιμα έργα -τη «Συμφωνία αρ.8, Ημιτελή» του Σούμπερτ και τη «Sinfonia da Requiem» του Μπρίτεν- και ένα μείζον έργο θρησκευτικής μουσικής, το «Te Deum» του Αντον Μπρούκνερ.
Ως γνωστόν κανένα τους δεν σχετίζεται ειδικά με τα μεγαλοβδομαδιάτικα συμφραζόμενα του Πάσχα: τα δύο πρώτα φέρουν μια πολύ έμμεσα αλλά αμφίσημα υπονοούμενη σχέση με τον θάνατο, ενώ το τρίτο είναι απλώς θρησκευτικό και, για την ακρίβεια, εορταστικά δοξαστικό. Παρ’ ημίν παγίως προγραμματίζονται για το Πάσχα διάφορα διάσημα «Requiem». Ομως το τι σύνθεσης πρόγραμμα θα συνιστούσε όντως «Πασχαλινή Συναυλία», δηλαδή ένα με κομμάτια σαφώς εμπνευσμένα από το Πάσχα, παραμένει μια συζήτηση μάλλον δίχως αντικείμενο επί ελληνικού εδάφους. Ωστόσο, τέτοια έργα βεβαίως υπάρχουν και είναι πολλά στη δυτική εργογραφία: και πρώτα απ’ όλα τα αναρίθμητα «Stabat Mater». Τη συναυλία διηύθυνε ο Κωνσταντίνος Τερζάκης. Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε ήσαν γενικώς καλές δίχως, ωστόσο, να αφήσουν ιδιαίτερο στίγμα.
Η βραδιά ξεκίνησε με την «Ημιτελή» (1822) του Σούμπερτ. Ο 31χρονος Ελληνας αρχιμουσικός διέπλασε μιαν εκτέλεση σαφή, ακριβή, δίχως χάσματα, με λεπτομερώς προσεγμένο συντακτικό, με φροντισμένες δυναμικές και ακόμη πιο φροντισμένα τα κομβικά σόλι από το όμποε (Δημήτρης Βάμβας) και το κλαρινέτο (Παναγιώτης-Μάριος Γιαννάκας). Ωστόσο, σε ένα έργο τόσο εμβληματικό που, ενίοτε, έχει θεωρηθεί η «πρώτη ρομαντική συμφωνία», αυτά από μόνα τους δεν αρκούν πια για μια εκφραστικά ολοκληρωμένη εκτέλεση. Για πολλοστή φορά από τα έγχορδα της ΚΟΑ έλειψε αισθητά ο καλλιεργημένος ήχος. Ακολούθησε η νεανική «Sinfonia da Requiem» (1939/40) του Μπρίτεν.
Παρά τα δεδηλωμένα συμφραζόμενα -θρησκευτική πίστη, (εκ του ασφαλούς) πασιφισμός, προσωπικός θρήνος- πρόκειται για συμφωνικό έργο αμφιλεγόμενης προϊστορίας. Το 1939, λίγο πριν ξεκινήσει ο Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος, με αφορμή τους επίσημους εορτασμούς για τα 2.600 χρόνια της Ιαπωνικής Αυτοκρατορίας, οι αρχές της χώρας ανέθεσαν σε έξι συνθέτες να γράψουν επετειακά συμφωνικά έργα: στον Ιάπωνα Χισάτο Οζάουα, στον Γάλλο Ζακ Ιμπέρ, στον Ελβετοούγγρο Ζάντορ Βέρες, στον Ιταλό Ιλντεμπράντο Πιτσέτι, (κατά προτροπή Γκέμπελς) στον Γερμανό Ρίχαρντ Στράους και στον Βρετανό Μπέντζαμιν Μπρίτεν˙ η παραγγελία σε Αμερικανό συνθέτη απέβη άκαρπη λόγω των ήδη συννεφιασμένων σχέσεων ΗΠΑ-Ιαπωνίας.
Καθώς η ανάθεση έγινε δίχως να φανερωθεί ο παραγγελιοδότης, όταν ο Μπρίτεν ολοκλήρωσε το έργο στις ΗΠΑ έναν χρόνο αργότερα, αυτό απορρίφθηκε από τις ιαπωνικές αρχές ως απαράδεκτο λόγω του αντιεορταστικού χαρακτήρα και προσβλητικό λόγω των χριστιανικών αναφορών. Η εκτέλεση από την ΚΟΑ υπό τον Τερζάκη υπήρξε ακριβής, ισορροπημένα δραματική, σαφής, σχολαστικά προσεγμένη σε κάθε της λεπτομέρεια. Ανέδειξε τις ποικίλες προφανείς αναφορές της γραφής του 25χρονου συνθέτη, ωστόσο δίχως να ανεβάσει υψηλές θερμοκρασίες συγκίνησης.
Το δεύτερο μισό της βραδιάς αφιερώθηκε στο «Te Deum» του Αντον Μπρούκνερ, για την εκτέλεση του οποίου η ΚΟΑ συνέπραξε με τη Χορωδία της ΕΡΤ (δ/νση Μιχάλης Παπαπέτρου), τη Χορωδία του Δήμου Αθηναίων (δ/νση Σταύρος Μπερής) και ένα κάπως άνισο κουαρτέτο Ελλήνων μονωδών. Τον διάσημο, δοξαστικό ύμνο του Μπρούκνερ έχει παρουσιάσει η ΚΟΑ παλαιότερα (1994, 2006). Η εκστατική, επικών μεγεθών, κατανυκτική γραφή αποδόθηκε με έμφαση στην ακρίβεια.
Ομως στην εκτέλεση υπό τον Τερζάκη οι μεγάλες παύσεις ανάμεσα στα μέρη στην πράξη δημιούργησαν χάσματα στην αρμονική ακολουθία της μουσικής. Το κουαρτέτο των μονωδών, το οποίο ο συνθέτης αξιοποιεί με αισθητή μονομέρεια -κυριαρχούν η υψίφωνος και ο τενόρος, ενώ λίγο προβάλλεται ο βαθύφωνος και έως ελάχιστα η μεσόφωνος-, τραγούδησε με ακρίβεια αλλά υπήρξε ετερόκλητο από άποψη μείξης φωνητικών χροιών. Κυριάρχησαν η άνετα δεσπόζουσα εκφορά από την υψίφωνο Σοφία Κυανίδου και το έκδηλα ηδύφωνο τραγούδι του τενόρου Μάριου Τζεφίρι. Αριστη ήταν η ευγενής, βαρύνουσα συνεισφορά του βαθύφωνου Πέτρου Μαγουλά, ενώ ελάχιστα -σχεδόν καθόλου- μπορέσαμε να ακούσουμε τη μεσόφωνο Μαίρη-Ελεν Νέζη. Ακριβές και προσηλωμένο αλλά τραχύ ήταν το τραγούδι των χορωδιών.
