ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 26/2/2026 η Αλεξία Μουζά έδωσε ένα ρεσιτάλ με έργα Ρώσων και Σοβιετικών συνθετών. Ηταν η 4η εκδήλωση του εκτενούς κύκλου υπό τον τίτλο «Με κέντρο τον Ραχμάνινοφ» που αφιερώνει το κρατικό Μέγαρο Μουσικής στον δημοφιλή συνθέτη κατά την τρέχουσα καλλιτεχνική περίοδο: είχαν προηγηθεί ρεσιτάλ των Ελλήνων πιανιστών Τίτου Γουβέλη, Βασίλη Τσαμπρόπουλου και Αλεξάνδρας Παπαστεφάνου, ενώ, έναν μήνα αργότερα, έπονται δύο διαδοχικές συναυλίες σε συνεργασία με την ΚΟΑ κατά τις οποίες θα παρουσιαστούν τα τέσσερα κοντσέρτα για πιάνο και η «Ραψωδία σε ένα θέμα του Παγκανίνι» με τον Ρώσο πιανίστα Ντένις Κοζούχιν. Οπως και τα προηγούμενα τρία ρεσιτάλ, η βραδιά στην αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» πλαισίωσε τον Ραχμάνινοφ με αντιπαραβολές σε παράλληλα ακούσματα, άφησε δε δυνατές αλλά άνισες εντυπώσεις.

Η 36χρονη, αναμφίβολα ταλαντούχα Ελληνοβενεζουελανή Αλεξία Μουζά ανήκει στη νεότερη γενιά εγχώριων σολίστ: με γερές σπουδές, ουκ ολίγα βραβεία σε διεθνείς διαγωνισμούς, με δεινή τεχνική και σαφώς συγκροτημένο ερμηνευτικό στίγμα. Αναμενόμενα (;), πρόκειται για ένα στίγμα «νέας κοπής» με το οποίο έχουμε ξαναβρεθεί αντιμέτωποι ουκ ολίγες φορές τα τελευταία χρόνια. Κύριο χαρακτηριστικό του είναι ο συνδυασμός υπεράνθρωπης δεξιοτεχνίας και τεχνικής επάρκειας που αξιοποιούνται από τους εκτελεστές σε αναγνώσεις επιδεικτικά δεξιοτεχνικές και εξωστρεφείς, κυρίως όμως υπερβολικά γρήγορες και βίαιες: τόσο γρήγορες που, κυριολεκτικά, δεν προφταίνεις να ακούσεις ούτε καν αυτά που γνωρίζεις, τόσο στιβαρές που προσδίδουν στην ακρόαση κάτι από τη δυσφορία που νιώθεις όταν παρακολουθείς αγώνα πάλης χωρίς κανόνες. Κάπως έτσι ερμήνευσε η Μουζά και τα έργα της βραδιάς: τη φαουστικής έμπνευσης «Σονάτα αρ.1» (1908) του Ραχμάνινοφ, τη νεανική «Σονάτα-Φαντασία αρ.2» (1898) του Σκριάμπιν και τη «Σονάτα αρ.7» (1943), μεσαία από τις τρεις «Πολεμικές Σονάτες» του Προκόφιεφ. Αναμφίβολα, κάθε ένα από τα τρία έργα έχει το δικό του, ξεχωριστό ενδιαφέρον.

Η σονάτα του Ραχμάνινοφ χαρακτηρίζεται από τις φανερές καταβολές της στον Λιστ αλλά και για τις ευδιάκριτα εκκολαπτόμενες στρατηγικές κορυφώσεων που, αργότερα, θα διοχετεύουν περισσή ενέργεια στις κορυφώσεις των κοντσέρτων του. Η σοπενικού στίγματος σονάτα του Σκριάμπιν φέρει την προδρομική ανάδυση των χαρακτηριστικών της ιδιαίτερης γραφής του συνθέτη. Τέλος, η σονάτα του Προκόφιεφ διέπεται από τραυματική αγριότητα που κρυμμένη πίσω από το επιθετικά βαρβαρικό, σφυροκοπηματικό ρυθμικό ματσίσμο, παραπλάνησε ως παρωδία συμμόρφωσης την επίσημη ντιρεκτίβα του «Σοσιαλιστικού Ρεαλισμού»… Ειδικά στα ακραία (γρήγορα) μέρη των έργων οι εκτελέσεις της Μουζά ήχησαν σχεδόν διαρκώς διαποτισμένες με ανήμερη ένταση, περίσσιο εκφραστικό βάρος και εκρηκτικό δυναμισμό που εκδηλώνονταν με συνεχείς εξάρσεις δυναμικής και εμφάσεις/υπογραμμίσεις της φραστικής, θαυμαστά κατανεμημένες στο αριστερό και στο δεξί χέρι. Αν και αναμφίβολα συναρπαστικό αυτό καθ’ εαυτό, το χαρακτηριστικό αυτό έτεινε να υπονομεύει οριακά την εκδίπλωση της φραστικής, συμπιέζοντας παραμορφωτικά την άρθρωση του μουσικού συντακτικού και, κυρίως, καθιστώντας εντελώς δυσανάγνωστη τη μείζονος σημασίας εσωτερική αρμονική διαλεκτική της γραφής. Απολαυστικά διαφορετική ήταν η απόδοση των κυρίαρχα λυρικών, χαμηλόφωνων παραγράφων στο ρευστό «Lento» στον Ραχμάνινοφ και στο εμπρεσιονίζον «Andante» στον Σκριάμπιν, όπου το αβίαστο, ατμοσφαιρικό ξετύλιγμα της φραστικής έρρευσε κατά πώς ταιριάζει: ανεμπόδιστα και ονειρικά.

Ανταποκρινόμενη στο ενθουσιώδες χειροκρότημα του ακροατηρίου, η Μουζά πρόσφερε εκτός προγράμματος το πιο δημοφιλές κομμάτι της βενεζουελάνικης μουσικής, το εμβληματικό «Joropo» («Χορόπο») του Μοϊσές Μολέιρο (1904-1979). Πρόκειται για μουσική που διέπεται από έντονη κινητικότητα, ευφορία και χορευτική διάσταση, με συγγένειες προς το σπανιόλικο «Fandango» και μεταμορφωμένες επιδράσεις από Αφρική, Ευρώπη και Νότια Αμερική. Η εκτέλεσή της απαιτεί χώρο -δηλαδή ταχύτητα- που να επιτρέπει να αναδυθούν με ευκρίνεια και, κυρίως, αβίαστα και ξένοιαστα η συναρπαστική ρυθμική της ενέργεια και η ριψοκίνδυνα πυκνή ρυθμικομελωδική της έξαψη, στοιχεία που συνιστούν τη λυρική, κυρίαρχα ηδονική ταυτότητά της. Η πρωταθλητικής ταχύτητας εκτέλεση που ακούσαμε συμπίεσε υπερβολικά τη ροή της μουσικής, εξαφανίζοντας παραγράφους και μεταπτώσεις και, εν τέλει, υπονομεύοντας τελείως αυτές τις -αν μη τι άλλο- ειδοποιούς αρετές.

ΥΓ.: Για άλλη μία φορά: εξαιρετικά -κυρίως όχι στενά μουσικολογικά- ήσαν τα συνοδευτικά κείμενα του Τίτου Γουβέλη για το έντυπο πρόγραμμα!