ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Στις 21/11/2025, στο κατάμεστο Μέγαρο Μουσικής, η Κρατική Ορχήστρα Αθηνών υπό τον Βασίλη Χριστόπουλο παρουσίασε ένα πρόγραμμα εστιασμένο στο έργο του Σεργκέι Ραχμάνινοφ. Η συναυλία άφησε άνισες εντυπώσεις κυρίως λόγω του τρόπου προσέγγισης του Ραχμάνινοφ από τον Ιβο Πογκορέλιτς. Γνώριμος στο αθηναϊκό φιλόμουσο κοινό από τη δισκογραφία αλλά και από παλαιότερες εμφανίσεις του στον ίδιο χώρο (2002/03, 1996/97), ο 67χρονος Σέρβοκροάτης πιανίστας προτείνει αναγνώσεις που ξενίζουν, αφήνοντας ενίοτε την εντύπωση ότι υπονομεύουν αντί να αναδεικνύουν το ερμηνευόμενο έργο˙ ή έστω ότι απομακρύνουν την ερμηνεία από την περιοχή του αυτονόητου/αναμενόμενου….

Η βραδιά ξεκίνησε με τις «Οκτώ παιδικές μινιατούρες» (1963/65) του Γιώργου Σισιλιάνου, ως φόρο τιμής στην εικοσαετία από τον θάνατο του δημιουργού τους. Εργο που έχει ακουστεί αρκετές φορές τα τελευταία χρόνια, αποτελεί, τρόπον τινά, ένα -μουσικά σαφώς λιγότερο φιλόδοξο- ελληνικό αντίστοιχο της ραβελικής σουίτας «Η μητέρα μου η χήνα». Αρχικά γραμμένο το 1963 για πιάνο, ενορχηστρώθηκε στη συνέχεια το 1965 με εντυπωσιακά ευφάνταστο τρόπο από τον τότε 45χρονο συνθέτη. Οι σύντομες, αριστοτεχνικά συμπυκνωμένης αφήγησης μινιατούρες αποδόθηκαν άριστα, αναδεικνύοντας τον ευφυώς οργανωμένο ενορχηστρωτικό πλούτο τους. Ακολούθησε το κύριο έργο της συναυλίας: το πασίγνωστο, ανεξάντλητα δημοφιλές «Κοντσέρτο για πιάνο αρ. 2» του Ραχμάνινοφ, αυτό για το οποίο έγινε μεγαλύτερη διαφήμιση και για το οποίο πλήθος φιλόμουσων γέμισε τη μεγάλη αίθουσα.

Πρόκειται για αριστουργηματικό έργο, πολλαπλών φορτίσεων, ωστόσο εξαντλητικά χιλιοπαιγμένο όσο και αναπόδραστα επισκιασμένο από έναν πρωθύστερα εντυπωμένο συναισθηματισμό. Στην εκτέλεση που ακούσαμε κυριάρχησε η αισθητή διάσταση ανάμεσα στη σωστά και αναμενόμενα χυμώδη, ρομαντική διεύθυνση της ορχήστρας και στην ακατανόητα εκκεντρική ανάγνωση του σολίστα.

Ο 50χρονος Βασίλης Χριστόπουλος, από το 2023 κορυφαίος αρχιμουσικός της Οπερας του Γκρατς, διέπλασε ένα ορχηστρικό τοπίο ταιριαστά εύπλαστο, με έμφαση στον στιβαρό ωστικό παλμό, στο αβίαστο ξετύλιγμα της μελωδίας αλλά και στις συναρπαστικά βίαιες, κοφτές διατυπώσεις κατά τις κορυφώσεις. Αντίθετα, στην πιανιστική εκτέλεση από τον Πογκορέλιτς, παρότι κάθε άλλο παρά έλειψε η λαμπερή δεξιοτεχνία, δέσποζαν η απονευρωτική αποδυνάμωση του ωστικού παλμού, η αποφυγή του προφανούς στη νοηματοδότηση της μελωδικής φραστικής και οι ιδιόρρυθμες εμφάσεις στην άρθρωση μουσικού ειρμού και δραματουργίας. Ωστόσο, το ακροατήριο κατενθουσιάστηκε, ξεσπώντας σε επίμονο χειροκρότημα…

Το δεύτερο μισό της συναυλίας αφιερώθηκε στους θαυμάσιους «Συμφωνικούς χορούς», το ετεροχρονισμένα ρομαντικό κύκνειο άσμα του Ραχμάνινοφ, που γράφτηκε στις ΗΠΑ το 1940 και πρωτοπαρουσιάστηκε τον επόμενο χρόνο υπό τον Ευγένιο Ορμαντι στη Φιλαδέλφεια. Πρόκειται για σύνθεση στην οποία διοχετεύεται όλη η συσσωρευμένη μελαγχολική φόρτιση της μακρόχρονης νοσταλγίας του εμιγκρέ συνθέτη για την προεπαναστατική Ρωσία αλλά επίσης εκτίθεται αριστοτεχνικά όλη του η τέχνη ως ενορχηστρωτή και συμφωνιστή.

Συναρπαστικοί στη λεπτή τους αμφιθυμία που αναδύεται κατά τις συνεχείς μεταπτώσεις διαθέσεων αλλά και για τον ανεξάντλητο πλούτο της γραφής τους, οι (τρεις) «Συμφωνικοί χοροί» είναι μια εξαιρετικά απαιτητική, ασυζητητί γοητευτική σύνθεση. Προσπερνώντας κάποια αρχικά μέτρα που χρειάστηκαν κυρίως τα έγχορδα ώσπου να «πιάσουν» κοινό επίπεδο εγρήγορσης, η εκτέλεση υπό τον Χριστόπουλο διέθετε το πλήρες φάσμα ποιοτήτων και ευαισθησιών που ζητά το έργο: ωστικό παλμό με πυγμή και αιχμηρότητα, πειστικές μεταπτώσεις ανάμεσα στις παραγράφους ορμητικής, τεταμένης δράσης και στους ευρείς θύλακες/στάσεις λυρικού αναστοχασμού, φροντίδα στην ορχηστρική λεπτομέρεια, ισορροπημένο συναίσθημα, ειρμό δίχως χάσματα χάρη στις προσεγμένες επιταχύνσεις και επιβραδύνσεις, ωραία εύπλαστη απόδοση του ρυθμικού στοιχείου.

Συναρπαστική ήταν η απόδοση του «Lento assai – Allegro vivace», με το ζοφερά υφέρπον «Dies Irae» να αναδύεται ορμητικά και με δαιμονική επιθετικότητα μέσα από κοφτές, στεντόρειες διατυπώσεις. Εξαιρετικές σε όλη την έκταση της εκτέλεσης ήσαν οι κομβικής βαρύτητας τελειοθηρικές ομαδικές συνεισφορές κρουστών, ξύλινων και χάλκινων πνευστών, αλλά και ειδικά μεμονωμένων οργάνων όπως το σαξόφωνο, το όμποε και το αγγλικό κόρνο, που σε συγκεκριμένα σημεία των δύο πρώτων μερών εμπλουτίζουν το ακρόαμα με σαγηνευτικές αιχμές συμπύκνωσης των διαθέσεων (νοσταλγία, αισθησιασμός). Ομοίως εξαιρετικό ήταν το σύντομο σόλο της εξάρχουσας των βιολιών στο «Andante con moto».