Εκδηλα θεαματική, με ακραία ανεβασμένους τόνους ήταν η πρώτη συναυλία που έδωσε η ΚΟΑ στο Μέγαρο Μουσικής κατά την έναρξη της νέας καλλιτεχνικής περιόδου 2025-26. Το αθηναϊκό σύνολο διηύθυνε ο αρχιμουσικός Λουκάς Καρυτινός ενώ ως σολίστ συμμετείχε ο Ρώσος πιανίστας Αλεξέι Βολόντιν. Οι εντυπώσεις που άφησε η συναυλία ήσαν ασυζητητί θετικές.
Η βραδιά στην εντυπωσιακά κατάμεστη αίθουσα ξεκίνησε με τη «Συμφωνία αρ.7» (1811/12) του Μπετόβεν, έργο το οποίο ο Ρίχαρντ Βάγκνερ στην πραγματεία του «Το έργο τέχνης του μέλλοντος» (1850) είχε -όχι αδικαιολόγητα- αποκαλέσει «Αποθέωση του χορού»: μια βαθιά επιδραστική ρομαντική διάθλαση… Τι ακούσαμε; Η περίσσεια αδρεναλίνης με την οποία διαπότισαν την εκτέλεσή τους ΚΟΑ και Καρυτινός είχε ως αποτέλεσμα ένα ακρόαμα διονυσιακού οίστρου, ομολογουμένως αναντίρρητα συναρπαστικό αλλά συχνά βάναυσο, διαπλασμένο πρωτίστως με αχαλίνωτες δυναμικές και καταδιωκτικό ωστικό παλμό, διάσπαρτο από (αμελητέες) σημειακές αστοχίες, κυρίως στα χάλκινα πνευστά.
Το αθηναϊκό σύνολο έπαιξε την μπετοβενική Συμφωνία με απερίφραστα χειμαρρώδες ρομαντικό συναίσθημα και μεγάλο, τεράστιο, μεστό ήχο. Η εύστοχη χωροθέτηση α’ και β’ βιολιών εκατέρωθεν του αρχιμουσικού συνεισέφερε θετικά στη σαφήνεια της διαστρωμάτωσης του συμφωνικού ήχου και στους εσωτερικούς διαλόγους της φραστικής. Αναμενόμενα καλές ήσαν επίσης οι συνεισφορές της ομάδας των ξύλινων πνευστών -όμποε, φλάουτο, κλαρινέτο, φαγκότο-, εκεί όπου ο συνθέτης τα προβάλλει μεμονωμένα, κυρίως σε θύλακες αποσυμφόρησης της δράσης.
Αλλωστε, αυτές ειδικά τις παραγράφους λυρικής ενδοσκόπησης ο αρχιμουσικός φρόντισε ιδιαίτερα, κατεβάζοντας τους τόνους και τις εντάσεις της ορχήστρας ώστε να αναδειχτεί με σαφήνεια ο διαφορετικός τους χαρακτήρας και να αρθρωθεί δραματουργικά η ροή της μουσικής. Σε κάθε περίπτωση από αυτήν την όντως συναρπαστική ερμηνεία –στο διάλειμμα άκουσα πίσω μου κάποιους να μιλάνε μαγεμένοι για… «ροκ» ήχο!- υπήρξε αισθητή η έλλειψη της ευγένειας των διατυπώσεων. Μείζον στοιχείο στον πυρήνα της ταυτότητας του κλασικισμού αυτή η ευγένεια, ακόμα κι όταν σκόπιμα βιάζεται από τον ίδιο τον Μπετόβεν (όπως π.χ. στην «Ενατη Συμφωνία» και αλλού), μοιάζει να διαφεύγει σταθερά από τον ήχο των ελληνικών συνόλων…
Παρόμοιο στίγμα είχε όσον αφορά τη δεσπόζουσα συμμετοχή της ορχήστρας η εκτέλεση του «Κοντσέρτου για πιάνο αρ.1» (1858) του Μπραμς. Πρόκειται για ιδιαίτερο έργο που, ως γνωστόν, αρχικά το συνέλαβε ο συνθέτης ως σονάτα για δύο πιάνα, ύστερα δοκίμασε το ενδεχόμενο μετάπλασής του σε Συμφωνία για να καταλήξει τελικά σε μεγαλειώδες κοντσέρτο. Εδώ τη διαφορά έκανε η ασύλληπτη ποιότητα του παιξίματος του Βολόντιν. O έμπειρος 48χρονος πιανίστας με τη διεθνή σταδιοδρομία διαθέτει σίγουρα ύψιστη μουσική ευφυΐα και άριστη τεχνική, στοιχεία αποφασιστικά στην ισορροπημένη –δηλαδή όχι μονομερώς ρωμαλέα- διάπλαση της μουσικής του κοντσέρτου του Μπραμς.
Κύριο χαρακτηριστικό του παιξίματός του από την πρώτη κιόλας είσοδό του στάθηκε η θαυμαστά μεστή συγκρότηση του πιανιστικού ήχου καθώς εκπορευόταν από τον διάλογο δεξιού και αριστερού χεριού: αντί ως συνήθως να ακούγεται το αριστερό χέρι ως αντιστικτικό παρακολούθημα του δεξιού, εδώ η εκφορά της μουσικής ηχούσε αμφίπλευρα ολοκληρωμένη, εμπλουτίζοντας ασύλληπτα το συνολικό «νόημα» της ερμηνείας.
Ταυτόχρονα και παρά τον ανελέητα θηριώδη ήχο της ορχήστρας ο Βολόντιν οικονομούσε τις δυναμικές του παιξίματός του έτσι ώστε στις απερίφραστα συγκρουσιακές και θορυβώδεις κορυφώσεις να μην καταπνίγεται από την ορχήστρα αλλά αντίθετα να αναδύεται επιθετικά επάνω από αυτήν! Εξαιρετικής ποιότητας και ευαισθησίας υπήρξε η από μέρους του διάπλαση της φραστικής είτε αυτή εκδιπλωνόταν δομικά, ως διαπάλη με την ορχήστρα, είτε ηγούνταν ως φορέας μελωδικής εκφοράς.
Σε αυτόν τον αγώνα –διότι περί αγώνος πρόκειται- ο Βολόντιν επιστράτευε με ακαριαία ανακλαστικά ποικίλες εκφραστικές στρατηγικές: αντιπαραθέσεις/μεταπτώσεις τρυφερών και άγριων παραγράφων, χαμηλόφωνων και μεγαλόφωνων διατυπώσεων, χρονικά συμπιεσμένες εξάρσεις δεξιοτεχνίας δίχως εκπτώσεις σε διαφάνεια άρθρωσης κ.λπ. Τρομακτικής έντασης και ατσάλινης διαύγειας ήταν οι περίφημες τρίλιες στις κορυφώσεις του πρώτου μέρους, ενώ η «αφηνιασμένης» έντασης διάπλαση των καταληκτικών μέτρων εκάστου μέρους υπήρξε καθηλωτική. Ανταποκρινόμενος στο αναμενόμενα ενθουσιώδες και επίμονο χειροκρότημα του ακροατηρίου ο Βολόντιν πρόσφερε τρία εκτός προγράμματος κομμάτια.
