ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετά την ολοκλήρωση του φετινού Φεστιβάλ Αθηνών το Ηρώδειο κλείνει για μια τριετία, αφού στο ταλαιπωρημένο ρωμαϊκό ωδείο πρέπει να γίνουν απαραίτητες εργασίες συντήρησης. Καθώς αυτή η «στάση» συμπίπτει με τα 70χρονα από την έναρξη λειτουργίας του κορυφαίου πολιτιστικού θεσμού, είναι αφορμή για μια ανασκόπηση όσων έχουν παρασταθεί στον χώρο του Ηρωδείου όλον αυτόν τον καιρό, μια αντιπαραβολή τού από πού ξεκινήσαμε και πού βρισκόμαστε. Στο εισαγωγικό κείμενο από το έντυπο πρόγραμμα του 1955 διατυπώνεται σαφώς ότι: «Κύριος σκοπὸς τοῦ “Φεστιβάλ Ἀθηνών” εἶναι ἡ ανάπτυξις ἐν Ἑλλάδι διεθνοῦς καλλιτεχνικῆς κινήσεως διὰ τῆς συγκεντρώσεως κατ’ ἒτος τῶν Ἑλλήνων ἐκπροσώπων τῆς τέχνης, οἱ οποῖοι διαπρέπουν τόσον εἰς τὴν χώραν ὄσον καὶ τὸ ἐξωτερικόν, ὠς καὶ ἐξεχόντων ξένων καλλιτεχνῶν καὶ καλλιτεχνικῶν συγκροτημάτων. Τὸ “Φεστιβάλ Ἀθηνών” θὰ περιλαμβάνῃ συμφωνικάς συναυλίας, μελοδράματα, ἀρχαίας τραγωδίας καὶ ἄλλας ἐκδηλώσεις ἐμπνευσμένας κατά τὸ πλεῖστον ἀπὸ τὴν Ἑλληνικήν ἱστορίαν, μυθολογίαν καὶ λογοτεχνίαν. Τὰ ἒργα αὐτὰ, ἐκτελούμενα εἰς τὸ φυσικόν των περιβάλλον –ὑπὸ τὴν σκιάν τοῦ Παρθενῶνος, ὄπου δύνανται νὰ εὒρουν τὴν πληρότητα τοῦ νοήματός των καὶ τὴν τελειότητα τῆς ἐκφράσεως– ἐλπίζομεν ὄτι θὰ καταστήσουν τὸ “Φεστιβάλ Ἀθηνῶν” μοναδικόν εἰς τὸ εἶδος του. Τὸ “Φεστιβάλ Ἀθηνῶν”, ὠς εκδήλωσις τῆς ἀπὸ αἰῶνων ἑλληνικῆς πνευματικῆς εἰσφορᾶς εἰς τὴν διαμόρφωσιν τοῦ εὐρωπαϊκοῦ καὶ παγκόσμιου πολιτισμοῦ, πιστεύεται ὄτι θὰ αποτελέσῃ μοναδικήν εὐκαιρίαν διεθνοῦς ἐκτιμήσεως τῶν πνευματικῶν πραγματοποιήσεων τῆς σύγχρονης Ἑλλάδος» .

Το κείμενο διέπεται από απερίφραστη έμφαση στην ελληνοκεντρική θεματική, έμφαση δεδομένη και αναμενόμενη στην πρώτη μετεμφυλιοπολεμική δεκαετία. Και καθώς από 1957 έως το 1998 το Φεστιβάλ Αθηνών βρισκόταν υπό τη δικαιοδοσία του ΕΟΤ καθίσταται επίσης σαφές ότι αυτό ήταν εγγεγραμμένο στην προώθηση του τουρισμού. Ομως θα ήταν άστοχο να περιορίσουμε αυτήν τη σημερινή μας αξιολόγηση σε αυτά. Αντίθετα, αν τη δούμε γενικότερα, ανταποκρίνεται απόλυτα στο υπόρρητο ζητούμενο του γεφυρώματος του εγχώριου πολιτιστικού γίγνεσθαι με το βαθύ, ιστορικό απόθεμα της ευρωπαϊκής μουσικής ζωής: μια σύγχρονη ελληνική πολιτιστική διοργάνωση φιλοξενεί και προβάλλει στη σκιά του Παρθενώνα αυτό που συνδέει ως πολιτιστική καταβολή την ώριμη μουσική κληρονομιά της Ευρώπης με την (αρχαία) Ελλάδα˙ έστω διαμεσολαβημένο από τη ρωμαϊκή αρχαιότητα και την Αναγέννηση, έστω προγραμματισμένο με τουριστική σκοπιμότητα.

Πώς και για πόσο εφαρμόστηκε στην πράξη αυτό; Μια γρήγορη εποπτεία των προγραμματισμών της πρώτης εικοσαετίας δείχνει ότι το ζητούμενο καλύφθηκε πρωτίστως μέσω της όπερας, από την ΕΛΣ και ξένα λυρικά θέατρα ή θεσμούς. Κυριαρχεί ο Γκλουκ («Ορφέας και Ευρυδίκη», (1955, 1956, 1967, 1971), «Ιφιγένειες» (1958, 1967, 1988). Δίπλα παρουσιάζονται ένας «Ιδομενέας» του Μότσαρτ (1955), «Ηλέκτρα» (1956, 1963, 1977) και «Σαλώμη» (1963, 1972) του Ρίχαρντ Στράους, «Ποππαία» του Μοντεβέρντι (1961), «Αντιγόνη» του Ορφ (1967) και «Oedipus Rex» του Στραβίνσκι (1955, 1967). Σ’ αυτά προστέθηκαν -κυρίως χάρη στη μεγάλη Κάλλας- «Νόρμα» (1960, 1968) και «Μήδεια» (1961,1973). Η «ανακάλυψη» της όπερας του μπαρόκ απείχε ακόμη τότε αρκετά.

Την αυλαία σήκωσε με γενναιότητα, στις 6/9/1955, η Εθνική Λυρική Σκηνή υπό τον Ιταλό αρχιμουσικό Φράνκο Καπουάνα (1894-1969) ανεβάζοντας σκηνικά στο Ηρώδειο την όπερα-ορατότριο του Ιγκορ Στραβίνσκι μαζί με τον δραματικό μονόλογο του Ερνστ Κρζένεκ «Medea»˙ επιλογές ακραία μοντέρνες για τότε… Πρωταγωνιστές ήσαν οι τραγουδιστές της ΕΛΣ Κωνσταντίνος Εγκολφόπουλος (Τειρεσίας), Πέτρος Χοϊδάς (Κρέων), Δημήτρης Ευστρατίου (Αγγελος), Κ. Τρωγάδης (Οιδίπους), η Αμερικανίδα μεσόφωνος Blanche Thebom (Ιοκάστη) και ο ηθοποιός Θάνος Κωτσόπουλος ως αφηγητής. Τις πρώτες μεταπολεμικές δεκαετίες η αξιοποίηση του Ηρωδείου για παραστάσεις όπερας και συμφωνικές συναυλίες υπαγορευόταν από δεσμευτικές ιδεολογικές αλλά και αδήριτες πρακτικές αναγκαιότητες: η Ελλάδα χρειαζόταν πολύ τον τουρισμό και η Αθήνα δεν διέθετε καμία κατάλληλη αίθουσα. Το ότι η υπαίθρια σκηνή του ρωμαϊκού ωδείου ήταν ηχητικά ακατάλληλη ελάχιστη σημασία είχε. Εβδομήντα χρόνια μετά όλοι (ανα)γνωρίζουμε πόσα πολλά έχουν αλλάξει. Να περιμένουμε λοιπόν ότι η υποχρεωτική «στάση» θα οδηγήσει στην απαραίτητη πραγματιστική αντιμετώπιση της όπερας και της συμφωνικής μουσικής από το Φεστιβάλ Αθηνών;