Στην Ελλάδα της κρίσης τα θεάματα τείνουν να υπακούν αυστηρά στον κανόνα της συσχέτισης «ζήτησης – προσφοράς». Το αποτέλεσμα είναι, συγκρίνοντας τις φετινές χειμερινές συναυλίες με αυτές πριν από πέντε – έξι χρόνια, να διοργανώνονται σπάνια πλέον κάποιες με πολιτιστική υπεραξία. Η Zola Jesus αποτελεί (ευχάριστη) εξαίρεση στον κανόνα.
«Εχω τόσες πολλές λέξεις, που πρέπει να συρράψω» τραγουδάει στο «Hunger». Πράγματι, η Nίκα Ρόζα Ντανίλοβα, γεννηθείσα το 1989, η οποία κάνει καριέρα ως Zola Jesus, προσπαθεί να βάλει σε σειρά όσα διαβάζει, ακούει και βλέπει.
Πέρασε από τα σκοτεινά, goth, ηλεκτρονικά στοιχεία, φτάνοντας σήμερα μέχρι τις παρυφές της dance, αν και η λατρεία της βρίσκεται αλλού: στην όπερα. Αγαπημένα της έργα «Η Μύτη» του Σοστακόβιτς και το μνημειώδες «Τριστάνος και Ιζόλδη» του Βάγκνερ.
«Θέλω να ερμηνεύω με όσο το δυνατόν μεγαλύτερη πίστη και αφοσίωση. Το να τραγουδάς, άλλωστε, σε έναν τεράστιο χώρο και να ακούγεσαι μέχρι την τελευταία θέση στο τελευταίο θεωρείο ενέχει τρομερή δύναμη και δυναμική» λέει στην «Εφ.Συν.» από το μακρινό Σιάτλ, όπου κατοικοεδρεύει σήμερα.
«Γράφω στίχους σαν να κάνω “βαρυσήμαντες δηλώσεις”, οπότε προσπαθώ να εκφραστώ έντονα μουσικά, στιχουργικά και τεχνικά», λέει και προσθέτει: «Λατρεύω την όπερα επειδή δημιουργείται ένα σύμπαν, που η μουσική δεν είναι ένα συμπλήρωμα, αλλά συστατικό του στοιχείο». Κατά αναλογία, στους δίσκους της, από το «ερασιτεχνικό» «The Spoils» του 2008 μέχρι το πιο «προσβάσιμο» «Taiga» -φόρος τιμής στα παγωμένα και αχανή δάση της καταγωγής της- η Zola Jesus επιχειρεί να κατασκευάσει και να προβάλει τον δικό της κόσμο.
Διαβάζει διαρκώς, επηρεασμένη από τις σπουδές φιλοσοφίας που ολοκλήρωσε πρόσφατα. Αυτή την εποχή είναι «βουτηγμένη» στα έργα του Νίτσε, του Σοπενάουερ και τις αναζητήσεις του Μαξ Στίρνερ επί του ατομισμού. Αγαπημένος της συγγραφέας, βέβαια, είναι ο Φίλιπ Κ. Ντικ, «που και αυτός θέτει φιλοσοφικά ζητήματα».
Δεν την ενδιαφέρει όμως η πολιτική. «Σίγουρα σε εσάς στην Ελλάδα, που έχετε ζήσει και πρόσφατα σημαντικούς αγώνες, μοιάζει περίεργη η σχέση που έχει εδώ στις ΗΠΑ η πολιτική και η φιλοσοφία. Θεωρώ ότι υπάρχει απόσταση ανάμεσά τους», λέει. Ανατράφηκε στα δάση του Ουισκόνσιν, απομονωμένη από την προηγμένη τεχνολογία, παρέα με τα βιβλία που της χάρισαν οι Ρώσοι γονείς της.
«Το αν είναι κάποιος Ρεπουμπλικάνος ή Δημοκρατικός μού κάνει μικρή διαφορά και το αν το πρόγραμμα δημόσιας υγείας εφαρμοστεί ή όχι είναι ένα πρόβλημα επιλύσιμο. Ξέρεις, μεγάλωσα στην επαρχία μακριά από το κράτος και με πενιχρά μέσα. Αλλά τα καταφέραμε. Δεν αναζήτησα, λοιπόν, ποτέ τον τρόπο της επιβίωσης, αλλά ήθελα πάντα να απαντήσω στο ερώτημα γιατί βρισκόμαστε στη ζωή», λέει με έναν ανεπαίσθητο ενδοιασμό.
Αν και μόλις 26 ετών, η Ντανίλοβα, που ψάχνει τη σύνδεση ανάμεσα στον Εμίλ Ζολά και τον Ιησού, έχει κυκλοφορήσει πέντε δίσκους, ενώ σχεδιάζει να γράψει μουσική για ταινία και να ξεφύγει από τα στενά όρια της δισκογραφίας. Η «θητεία» της, όμως, δίπλα σε ονόματα όπως οι M83, Orbital, The Xx, Fever Ray, Former Ghosts, Burial Hex και οι συγκρίσεις με τις «ιέρειες» Kate Bush, Lisa Gerrard, η Liz Frazer και Siouxsie Sioux δημιουργεί πρόσθετο «βάρος».
Στο «Stridulum II» τη χαρακτήρισαν ως μείγμα της Μαρίας Κάλλας και της Florence Welch, για το «Conatus» έγραψαν ότι «όσο την πλησιάζεις τόσο πιο αινιγματική γίνεται», ενώ με την επιμέλεια του σπουδαίου J. G. Thirlwell ερμήνευσε τα τραγούδια της με τη συνοδεία κουαρτέτου εγχόρδων.
«Πάντοτε προσπαθώ να διαβώ ένα μονοπάτι που θα αμφισβητώ τον εαυτό μου. Προσπαθώ να παρουσιάζομαι όσο το δυνατόν “καθαρότερη”, θέλω να με κάνω διαρκώς να νιώθω άβολα. Και φτιάχνω μουσική διαρκώς, θεωρώντας ότι μπορώ να κάνω κάτι καλύτερα από ό,τι μέχρι τώρα», λέει εξηγώντας τις «μεταστροφές» από τον κλειστοφοβικό ήχο στις σημερινές pop εξάρσεις.
INFO:
Πέμπτη 5 Νοεμβρίου, Fuzz Live Music Club (Πειραιώς 209 & Πατριάρχου Ιωακείμ 1, Ταύρος). Προπώληση 20 ευρώ και για περιορισμένο αριθμό εισιτηρίων. Μετά την εξάντλησή τους, 24 ευρώ. Στο ταμείο, το βράδυ της συναυλίας, η τιμή θα είναι 28 ευρώ.
