ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Γιάννης Σβώλος
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Το ιστορικά καθιερωμένο ζευγάρωμα των οπερών «Καβαλερία ρουστικάνα/Αγροτική ιπποσύνη» του Μασκάνι και «Παλιάτσοι» του Λεονκαβάλο παρουσιάζει η ΕΛΣ αυτό το διάστημα (25/1 έως 11/2/2024). Η καινούργια, εγχώρια παραγωγή υλοποιήθηκε με σκηνοθεσία Νίκου Καραθάνου και μουσική διεύθυνση του Ιταλού αρχιμουσικού Αντονέλο Αλεμάντι. Πρόκειται για συναφούς στίγματος όπερες με πεζές υποθέσεις και τραγική απόληξη, γραμμένες γύρω στα 1890. Ως τέτοιες είναι εμβληματικές του ιταλικού κινήματος του βερισμού, που παίρνοντας συνειδητά απόσταση από τις ώς τότε κυρίαρχες θεματικές της ρομαντικής όπερας, εστιάζει στην τραχιά, βασανισμένη ζωή του λαϊκού κόσμου και στα ωμά ερωτικά πάθη των φτωχών και καταφρονεμένων. Αμφότερες διαδραματίζονται στον φτωχό ιταλικό Νότο. Ο βερισμός εισάγει μουσική γλώσσα (υποτίθεται) αμεσότερη, πιο θεατρική, αισθητικά απλούστερη.

Τις διανομές των δύο έργων στελέχωσαν ξένοι και Ελληνες μονωδοί, εξασφαλίζοντας σε φωνητικό επίπεδο ένα πολύ καλό ακρόαμα. Τα δύο έργα σκηνοθέτησε ο Νίκος Καραθάνος, ενώ το θέαμα υπέγραψε ομάδα Βρετανών δημιουργών: σκηνικά και κοστούμια ήσαν του Λέσλι Τράβερς (θυμηθείτε τον περυσινό «Κυανοπώγωνα» της ΕΛΣ), κινησιολογία/χορογραφία της Αμάλια Μπένετ και φωτισμοί του Μπεν Πίκερσγκιλ. Προσπερνώντας τα δεδομένα, ειδοποιά ιστορικοκοινωνικά συμφραζόμενα των έργων, σκηνοθέτης και δημιουργική ομάδα μετέγραψαν τη δράση σε ένα τελείως αφαιρετικό περιβάλλον ποπ/μεταμοντέρνας αισθητικής: πολυώροφα ογκώδη, κυλιόμενα ικριώματα από αλουμινένιες σκαλωσιές και τεράστια αιωρούμενα πλέγματα σχεδίων από πολύχρωμους, φωτεινούς σωλήνες νέον. Απολύτως δεσπόζοντα αλλά και άκρως εντυπωσιακά, αυτά υποκατέστησαν πλήρως τη φυσική και κοινωνική τοπογραφία της δράσης. Επίσης φιλοξένησαν εκ του μηδενός αναδιατυπώσεις κάθε βασικής συνιστώσας της υπόθεσης, αλλά και εκτενείς εμβόλιμες, παράλληλες αφηγήσεις, εισάγοντας εν τέλει νέες, διαφορετικές ισορροπίες. Οι αντιδράσεις του κοινού έδειξαν ότι οι προτάσεις δεν έμειναν δίχως παραλήπτες.

Μουσικά η παράσταση ήταν πάρα πολύ καλή, στηριγμένη σε ταιριαστά στελεχωμένη διανομή, με σωστές θερμοκρασίες στη μουσική διεύθυνση και, εκ μέρους των τραγουδιστών, ισορροπημένη έκφραση˙ δηλαδή δίχως μελοδραματικές υπερβολές στην απόδοση του βεριστικού στοιχείου. Στην «Καβαλερία ρουστικάνα» τραγούδησαν η εξαιρετική, διεθνώς μεσουρανούσα Ρωσίδα δραματική υψίφωνος Εκατερίνα Γκουμπάνοβα και ο συναρπαστικός, ακμαίος Αρμένιος δραματικός τενόρος Αρσέν Σογκομονιάν. Στους δευτεραγωνιστικούς ρόλους ακούσαμε τον βαρύτονο Δημήτρη Πλατανιά ως απατημένο σύζυγο Αλφιο, την υψίφωνο Τζούλια Σουγλάκου ως Μάμα-Λουτσία και τη Διαμάντη Κριτσιωτάκη στον ρόλο της μοιραίας Λόλα. Στους «Παλιάτσους» πρωταγωνίστησαν η υψίφωνος της ΕΛΣ Τσέλια Κοστέα ως Νέντα, ο Αρσέν Σογκομονιάν (και πάλι συγκλονιστικός!) ως Κάνιο και ο Δημήτρης Πλατανιάς ως Τόνιο. Τους πλαισίωσαν ο βαρύτονος Διονύσης Σούρμπης ως Σίλβιο, ο τενόρος Γιάννης Καλύβας ως Μπέμπε κ.ά. Μέτρια -με μικροπροβλήματα συντονισμού- ήταν η απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ, στην οποία οι δύο συνθέτες αναθέτουν όχι αμελητέου βάρους και διάρκειας μέρος της μουσικής τους. Ο έμπειρος Αντονέλο Αλεμάντι διηύθυνε αβίαστα αλλά με πυγμή, μουσικότητα και φανερή γνώση του αισθητικού στίγματος και του δραματουργικού βάρους της μουσικής.

Ο Άντρας Σιφ παίζει Μότσαρτ

Μια εξαιρετική συναυλία αποκλειστικά αφιερωμένη στον Μότσαρτ έδωσαν στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής ο Αντρας Σιφ και το ενόργανο σύνολό του, Καπέλα Αντρέα Μπάρκα (25/1/2024). Μαζί παρουσίασαν τα «Κοντσέρτα για πιάνο αρ. 23» και «αρ. 27», παρεμβάλλοντας ενδιάμεσα την πασίγνωστη, δημοφιλή «Συμφωνία αρ. 40». Ο 70χρονος Ουγγροβρετανός πιανίστας είναι ένας από τους αδιαφιλονίκητα κορυφαίους ερμηνευτές του πιάνου, με παγκόσμια συναυλιακή δράση, τεράστια δισκογραφία και ρεπερτόριο που εκτείνεται από τον Μπαχ έως τον Μπάρτοκ, επικεντρωμένο στους Βιεννέζους κλασικούς. Καθώς οι ώριμες ερμηνείες του αντιμετωπίζονται ως «κανόνας», το σύντομο πέρασμά του από την Αθήνα σήμανε συναγερμό στις τάξεις των «ψαγμένων» φιλόμουσων που γέμισαν στο 100% τη μεγάλη αίθουσα και -ας το πούμε κι αυτό!- παρακολούθησαν με σιωπηλή κατάνυξη τη μουσική˙ δηλαδή δίχως άτοπα χειροκροτήματα όπου να ‘ναι… Οι ερμηνείες που ακούσαμε διακρίθηκαν για την καθαρότητα, τον εμπνευσμένο πλούτο εκλεπτύνσεων, την ακρίβεια και τη μουσικότητα στη διάπλαση της φραστικής, και -παρότι με χρήση σύγχρονων οργάνων και μεγάλου, συναυλιακού πιάνου- τον σεβασμό στην ιστορική αισθητική της μουσικής. Κύριο, ειδοποιό στίγμα τους θα λέγαμε ότι ήταν η αυστηρότητα συνδυασμένη με άκρα ευγένεια έκφρασης.