ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Πριν από έξι χρόνια, βιβλιοθήκη στη Νέα Υόρκη πήρε το όνομά του: «Χάρι Μπελαφόντε». Τότε, είχε δηλώσει: «Την 1η Μαρτίου, πριν από 90 χρόνια, γεννήθηκα εκεί. Το Χάρλεμ κατέχει μία πολύ ιδιαίτερη θέση στην καρδιά μου και είναι τιμή μου που θα έχω ένα ξεχωριστό μέρος στην περιοχή. Μία βιβλιοθήκη είναι το μέρος όπου οι άνθρωποι συναντιούνται, μαθαίνουν για τον κόσμο και ανακαλύπτουν νέες ιδέες. Είμαι αισιόδοξος ότι όταν οι άνθρωποι θα έρχονται σε αυτό το κτίριο που θα φέρει τώρα το όνομά μου, θα εμπνέονται για να μάθουν μερικές από τις αγαπημένες αναζητήσεις μου: μουσική, συγγραφή και κοινωνική δικαιοσύνη».

Δεν θα μπορούσαν να είναι πιο αληθινά αυτά τα λόγια. Γιατί αυτές οι αναζητήσεις του Χάρι Μπελαφόντε, προσθέτοντας και την υποκριτική, ήταν τα εφόδια που χρησιμοποίησε ώστε να αφυπνίσει το κοινό του για όλες τις υψηλές αξίες που πρέσβευε: κοινωνική δικαιοσύνη, αλληλεγγύη, αγώνα ενάντια στις φυλετικές διακρίσεις, υπέρ της ίσης μεταχείρισης ανθρώπου από άνθρωπο. Ο ίδιος αποτελεί τη μεγαλύτερη, έμπρακτη απόδειξη πως μπορείς να μείνεις βαθιά ιδεολόγος και ταυτόχρονα να γίνεις σταρ διεθνούς εμβέλειας. Να παίρνεις δημόσια θέση ενάντια ακόμα και στις ΗΠΑ και την ίδια στιγμή να βραβεύεσαι με Οσκαρ. Να είσαι μαύρος, αλλά να ξεπερνάς σε δημοφιλία (και πωλήσεις δίσκων) όλους τους λευκούς συναδέλφους σου και μάλιστα σε βάρβαρες, για τους μαύρους της Αμερικής, εποχές.

Ο Χάρι Μπελαφόντε, ο αγαπημένος λαϊκός (ναι, λαϊκός) τραγουδιστής τεράστιων επιτυχιών, ο πολιτικός ακτιβιστής, ο πρωτοποριακός ηθοποιός «έφυγε» από κοντά μας χθες, στα 96 του χρόνια. Την είδηση μετέδωσαν οι New York Times, μαζί με ένα εκτενές αφιέρωμα στη ζωή και κυρίως στην ακτιβιστική δράση του, η οποία ήταν διαρκής και με μεγάλα ρίσκα.

Γεννημένος στο Χάρλεμ το 1927, από Τζαμαϊκανή μητέρα και πατέρα από τη Μαρτινίκα, ο Μπελαφόντε πέρασε μέρος της παιδικής ηλικίας του στην Τζαμάικα πριν επιστρέψει στη Νέα Υόρκη. Εκεί έζησε από κοντά τις τεράστιες εταιρείες μπανάνας (σ.σ. πρόκειται για τις δύο πιο γνωστές εταιρείες μπανάνας παγκοσμίως έως σήμερα) που είχαν πλουτίσει χρησιμοποιώντας τους ντόπιους ως εργαζόμενους σκλάβους, πολλοί από τους οποίους είχαν φτάσει εκεί ως κανονικοί σκλάβοι από την Αφρική και δούλευαν με υποτυπώδη μισθό και κανένα δικαίωμα. Δεν είναι τυχαίο πως ένα από τα πιο γνωστά τραγούδια του Μπελαφόντε είναι το «Banana boat song (Day-O)», το οποίο ο ίδιος επέλεξε να ηχογραφήσει το 1955 για το άλμπουμ «Calypso», παρότι είχε ηχογραφηθεί ήδη από τον Εντρικ Κόνορ.

Το «Calypso» πούλησε αμέσως πάνω από 1 εκατομμύριο αντίτυπα, ήταν πρώτο στα charts για 31 εβδομάδες, το γνωρίζουμε σχεδόν οι πάντες έως σήμερα, ωστόσο δεν γνωρίζουμε ίσως πως οι στίχοι του είναι πλήρως πολιτικοί: πρόκειται για ένα παραδοσιακό, λαϊκό τζαμαϊκανό άσμα, που το έλεγαν οι εργάτες της μπανάνας, τραγουδώντας τις συνθήκες της εργασιακής δουλείας τους (λένε πως δεν μπορούν να πάνε σπίτια τους, αν ο κύριος «Tally-man», ο επιστάτης, δεν μετρήσει πόσες μπανάνες φόρτωσαν).

Ο Χάρι Μπελαφόντε ήταν ο πρώτος καλλιτέχνης, πριν από την έλευση του Ελβις, που πούλησε περισσότερα από ένα εκατομμύριο αντίτυπα (με τραγούδια όπως τα «Matilda», «Lead Man Holler», «Scarlet Ribbons» κ.ά. να τον έχουν κάνει εξωφρενικά δημοφιλή) και ήταν επίσης από τους πρώτους που έσπασε αρκετά ρεκόρ σε αριθμό προσέλευσης θεατών. Μάλιστα, μέχρι το 1959 ήταν ο πιο ακριβοπληρωμένος μαύρος ερμηνευτής στην ιστορία, με παχιά συμβόλαια για εμφανίσεις στο Λας Βέγκας, στη Νέα Υόρκη και στο Ελληνικό Θέατρο στο Λος Αντζελες, καθώς ο ίδιος έχει τραγουδήσει πολλά ελληνικά τραγούδια, κυρίως Χατζιδάκι, και ήταν στενός φίλος με τη Νάνα Μούσχουρη.

Η επιτυχία του ως τραγουδιστή οδήγησε σε κινηματογραφικές προτάσεις και ο Μπελαφόντε έγινε σύντομα ο πρώτος μαύρος ηθοποιός που σημείωσε μεγάλη διαδρομή στο Χόλιγουντ ως πρωταγωνιστής – ο ίδιος παρακολουθούσε μαθήματα υποκριτικής μαζί με τους Μάρλον Μπράντο, Τόνι Κέρτις, Γουόλτερ Ματάου κ.ά. Ωστόσο, ούτε το τραγούδι ούτε η υποκριτική ήταν πλέον οι προτεραιότητες του Μπελαφόντε. Από τα τέλη της δεκαετίας του 1950 έδωσε έμφαση στον αγώνα του για τα πολιτικά δικαιώματα. Ηδη, από την αρχή της καριέρας του, είχε συνδεθεί με στενή φιλία με τον Μάρτιν Λούθερ Κινγκ. Πήρε μέρος στην Πορεία στην Ουάσιγκτον το 1963. Στο ευρύχωρο διαμέρισμά του στη West End στο Μανχάταν έμενε συχνά ο Μάρτιν Λούθερ, του οποίου φρόντισε την οικογένεια οικονομικά μετά τη δολοφονία του το 1968.

Αντιτάχθηκε στο εμπάργκο των ΗΠΑ κατά του Φιντέλ Κάστρο, τον οποίο θαύμαζε και είχε γνωρίσει, και είχε ασκήσει σκληρή κριτική στη διακυβέρνηση Μπους, λέγοντας το 2006 πως ο υιός Μπους ήταν «ο μεγαλύτερος τρομοκράτης στον κόσμο»! Ωστόσο, ποτέ δεν θέλησε ο ίδιος να διακρίνεται ως κάτι ξεχωριστό εξαιτίας του αγώνα του υπέρ των δικαιωμάτων και της κοινωνικής δικαιοσύνης, αν και δεν σταμάτησε να μάχεται δυναμικά για τα δικαιώματα των μαύρων, αλλά όχι μόνο: όταν το 1957 χώρισε την πρώτη του μαύρη σύζυγο, για να παντρευτεί μια λευκή, είχε πει πως «πολλοί νέγροι αναρωτιούνται γιατί ένας άντρας που έχει κυματίσει τη σημαία της δικαιοσύνης για τη φυλή του πρέπει να γυρίσει από σύζυγο νέγρα σε λευκή σύζυγο». Αλλά και σε μία συνέντευξή του στην Washington Post είχε πει πως «δεν είμαι εκπρόσωπος του λαού. Είμαι κομμάτι του και μάχομαι από το δικό μου μετερίζι, όπως οφείλουμε όλοι μας». Ωστόσο, τόλμησε και στράφηκε εναντίον μεγάλων διεφθαρμένων εφοπλιστών των ΗΠΑ, με αποτέλεσμα ακόμα και στελέχη των Δημοκρατικών να απορρίπτουν τις απόψεις του, και είχε κινητοποιήσει τον κόσμο εναντίον του Τραμπ. Το 2014 έλαβε τιμητικό Οσκαρ, αλλά για το ανθρωπιστικό του έργο…

Ούτε μία ούτε δύο σελίδες φτάνουν για τον Χάρι Μπελαφόντε. Το σίγουρο είναι πως κοιτάζοντας πίσω τη ζωή και την καριέρα του, ο Μπελαφόντε ήταν περήφανος, αλλά κάθε άλλο παρά εφησυχασμένος: «Για τη ζωή μου, δεν έχω παράπονο», έγραψε στην αυτοβιογραφία του. «Ωστόσο τα προβλήματα που αντιμετωπίζουν οι περισσότεροι μαύροι Αμερικανοί φαίνονται τόσο τρομερά και εδραιωμένα όσο και πριν από μισό αιώνα. Εμείς οι καλλιτέχνες έχουμε χρέος να μιλάμε για όλα αυτά, καθώς είμαστε η πιο ριζοσπαστική φωνή του Πολιτισμού». Chapeau.