Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Αναπληρώνοντας μερικώς την ακύρωση της πολυαναμενόμενης, νέας παραγωγής της «Κάρμεν» που θα παρουσιαζόταν στο Ηρώδειο, η ΕΛΣ πρόσφερε στο αθηναϊκό κοινό ένα γκαλά όπερας (29/7/2015). Η εκδήλωση δόθηκε στον αρχαιολογικό χώρο του Ολυμπιείου με ελεύθερη είσοδο και πραγματοποιήθηκε σε συνεργασία με την Εφορεία Αρχαιοτήτων Αθηνών και με την υποστήριξη του ΥΠΠΟ.

Στην πρόσκληση ανταποκρίθηκαν περίπου 3.000 ακροατές -φιλόμουσοι αλλά και τουρίστες- καταλαμβάνοντας από νωρίς την τεράστια ανοιχτή έκταση βορείως του ερειπωμένου ναού του Δία.

Με φόντο τους υποβλητικά φωτισμένους κορινθιακούς κίονες και τις μαλακές καμπύλες του Υμηττού, καθισμένοι κατάχαμα στο ζεστό χώμα αλλά και όρθιοι στα πλάγια, όλοι μαζί απόλαυσαν τη μουσική χαλαρά, στην καλοκαιρινή φεγγαράδα.

Λόγω του ανοιχτού χώρου το ακρόαμα υποστηρίχτηκε από ηχητική ενίσχυση. Το μέσης διάρκειας πρόγραμμα περιλάμβανε απολύτως αναμενόμενα ορχηστρικά αποσπάσματα και άριες από όπερες των Βέρντι, Πουτσίνι και Λεονκαβάλο.

Την ορχήστρα και τη χορωδία της ΕΛΣ διηύθυνε ο καλλιτεχνικός διευθυντής του οργανισμού, αρχιμουσικός Μύρων Μιχαηλίδης.

Η βραδιά ξεκίνησε με την εμβατηριακού σφρίγους ορχηστρική εισαγωγή από τον «Ναμπούκο». Τις άριες απέδωσαν τρεις ακμαίοι μονωδοί.

Ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς τραγούδησε το «Τe Deum» από την «Τόσκα», το δαιμονικής έντασης «Πιστεύω» του Ιάγου από τον «Οθέλο» και μαζί με την Τσέλια Κοστέα το ντουέτο Λεονόρας/Κόμη ντι Λούνα από τον «Τροβαδούρο».

Η υψίφωνος Τσέλια Κοστέα τραγούδησε μόνη τις άριες «Εζησα για την τέχνη» από την «Τόσκα» και «Μια ωραία μέρα θα δούμε» από τη «Μαντάμα Μπατερφλάι», ενώ ο τενόρος Δημήτρης Πακσόγλου τραγούδησε τη ρομάντσα του Μακντάφ «Αχ, το πατρικό χέρι» από τον «Μάκβεθ».

Ενδιάμεσα η χορωδία της ΕΛΣ τραγούδησε γνωστά, δημοφιλή χορωδιακά από τον «Τροβαδούρο», τον «Μάκβεθ», τη «Μαντάμα Μπατερφλάι» και, βεβαίως, το δημοφιλέστατο και ελπιδοφόρο «Πέτα σκέψη σε χρυσά φτερά» από τον «Ναμπούκο», που επαναλήφθηκε στο τέλος εκτός προγράμματος.

Σε εκδηλώσεις όπως αυτή, εκείνο που μετρά είναι η ευχαρίστηση και η ανταπόκριση του κόσμου˙ αμφότερες ήσαν ολοφάνερες και μεγάλες, γεγονός που σημαίνει ότι η προσφορά βρήκε τον στόχο της με το παραπάνω.

Από την άλλη –και αυτό σχολιάστηκε από αρκετούς Ελληνες ακροατές– το πρόγραμμα ασυζητητί θα μπορούσε να είχε πιο ανεβασμένη διάθεση, να περιλάμβανε πιο ζωντανή και χαρούμενη μουσική.

Με τον ίδιο ή και ενισχυμένο συνδυασμό μονωδών θα μπορούσαν κάλλιστα να δοθούν και κάποιες άριες από όπερες του Ροσίνι, ενώ στα ορχηστρικά και χορωδιακά κομμάτια θα μπορούσε άνετα να προστεθούν κάποια ακόμη.

Ή –γιατί όχι;– να χτιζόταν ένα πρόγραμμα που να συνομιλούσε ευφάνταστα και ευρηματικά με την ιστορική αύρα του χώρου: κάποιες άριες του Γκλουκ, λίγο ελληνοθεματικό μπαρόκ, σοβαρός Ροσίνι… Την επόμενη φορά!