Τον Νοέμβριο, ο Λεωνίδας Καβάκος και ο Διονύσης Γραμμένος, δυο σημαντικοί Ελληνες σολίστες οργάνων οι οποίοι ανήκουν σε σαφώς διαφορετικές γενιές, αμφότεροι με διεθνείς σταδιοδρομίες και σημαντική δισκογραφική παρουσία, διηύθυναν την ΚΟΑ σε συναυλίες στο κρατικό Μέγαρο Μουσικής αφήνοντας άριστες εντυπώσεις με τη φρεσκάδα, την ένταση και την τεχνική ποιότητα των ερμηνειών τους.
Πρώτος ο Διονύσης Γραμμένος, πολυβραβευμένος, ταλαντούχος κλαρινετίστας, που εδώ και αρκετά χρόνια δοκιμάζει με επιτυχία τις δυνάμεις του και ως αρχιμουσικός, οδήγησε την αθηναϊκή ορχήστρα στο τέταρτο αφιέρωμά της στη φετινή ιστορική επέτειο του 1821 (12/11/2021). Το πρόγραμμα περιλάμβανε αποκλειστικά έργα Ελλήνων συνθετών που, ούτε φανερά ούτε πάντα, υποτίθεται ότι με τον έναν ή τον άλλο τρόπο εστιάζουν στο ελληνικό εθνικό στοιχείο.
Ας σημειώσουμε εδώ ότι ο 32χρονος αρχιμουσικός τα διηύθυνε όλα εύστοχα, με φροντίδα στη λεπτομέρεια και αβίαστο ξεδίπλωμα της μελωδικής φραστικής· ειδικά στα ιστορικά έργα ανέδειξε με αμεσότητα, ανεπιτήδευτα, δίχως ίχνος αμηχανίας, το εθνικοσχολικά «ελληνικό» τους χρώμα, διαποτίζοντας τις ερμηνείες του με μοναδική φρεσκάδα και ζωντάνια.
Η βραδιά ξεκίνησε με τη σύνθεση του Διονυσίου Λαυράγκα «Εισαγωγή και φούγκα επάνω σε δυο ελληνικά θέματα», δημιουργία του πρώιμου 20ού αιώνα (1917;) με έκδηλα βαλκανικά/ελληνικά ακούσματα. Εργο εκτός δισκογραφίας όπως, δυστυχώς, τα περισσότερα του επτανήσιου δημιουργού, βασίζεται σε γνωστό παραδοσιακό χορευτικό σκοπό (τσάμικο) που λειτουργεί ως παράλληλη απάντηση στο καλομοιρικό ζητούμενο της ελληνικότητας στη μουσική. Παίχτηκε με ακρίβεια και αμεσότητα. Ακολούθησε σε πρώτη εκτέλεση η σύνθεση «Palingenesis» (2020), πρόσφατη παραγγελία της ΚΟΑ στον ταλαντούχο και πολυβραβευμένο Ευριπίδη Μπέκο.
Το έργο του τριαντάχρονου Λαρισαίου συνθέτη διέθετε καλή οικονομία εκφραστικών μεγεθών, ωραία, λαμπερή ενορχήστρωση καθώς επίσης καλλιεργημένο αισθητήριο εκλεκτικιστικών αναφορών στο ρομαντικό και μεταρομαντικό παρελθόν, δίχως, ωστόσο, να καταλήγει απλό συμπίλημα αναφορών και δανείων. Συνάντησε την επέτειο του ’21 με μεταμοντέρνα αποστασιοποίηση, μεταγράφοντας τις δυναμικές της Ιστορίας (γένεση, αποδόμηση-θάνατος, παλιν-γένεση) σε μουσική δραματουργία μέσω ενός επικού συμφωνικού ήχου επινοηματοδοτημένου με θύλακες αναγνωρίσιμων «ελληνικών» στοιχείων. Οδηγημένη από τον Γραμμένο, η ΚΟΑ σε πλήρη ανάπτυξη απέδωσε την α λα χολιγουντιανό σάουντρακ πληθωρική, επική γραφή με αμεσότητα, πειθαρχία και ακρίβεια.
Στη συνέχεια ακούσαμε τη «Σουίτα για πιάνο και ορχήστρα αρ.1», που έγραψε ο Θεοδωράκης στο Παρίσι το 1955. Πρόκειται για ερεθιστικά πρώιμο, πλούσιο συμφωνικό έργο, τελείως διαφορετικό προς το μετέπειτα λαϊκό-επικό ιδίωμα του συνθέτη, που γέμει επιδράσεων/δανείων από ακούσματα όσων αποτελούσαν την εποχή εκείνη σύγχρονα ή ετεροχρονισμένα κανονιστικά ακούσματα του μοντερνισμού: απόηχους από Στραβίνσκι («Ιεροτελεστία», «Πετρούσκα», «Γάμοι»), «βαρβαρική» κυριαρχία σύνθετων μηχανιστικών ρυθμών α λα Προκόφιεφ, αμελωδικότητα, εξπρεσιονιστική αιχμηρότητα κ.λπ.
Η Τατιάνα Παπαγεωργίου ερμήνευσε με ακρίβεια και δυναμισμό όσα προβλέπει η παρτιτούρα που εδώ αντιμετωπίζει το πιάνο όχι ως σολιστικό όργανο αλλά ως μέρος της ορχήστρας. Ο Γραμμένος οδήγησε με πυγμή, ασφάλεια και ευστοχία την ΚΟΑ στο επιτηδευμένα οργανωμένο, χαοτικό σύμπαν της «άγριας» αυτής μουσικής.
Η συναυλία ολοκληρώθηκε με τη σύνθεση «Παραλλαγές και φούγκα σε ένα ελληνικό δημοτικό τραγούδι», που συνέθεσε ο Αντίοχος Ευαγγελάτος την περίοδο του Εμφυλίου (1947;). Η σύνθεση, ευτυχώς όχι εκτός δισκογραφίας αν και πλέον τελείως δυσεύρετη, εγγράφεται ολοκληρωτικά στο εθνικοσχολικό ιδίωμα και βασίζεται στο γνωστό δημοτικό τραγούδι «Σαράντα παλικάρια από τη Λιβαδειά». Πρόκειται για μουσικό έργο στο οποίο συναντιέται η εγχώρια εθνική σχολή με α λα Χίντεμιτ συμφωνικά ακούσματα και δομές της γερμανικής μουσικής. Η πυκνή, επικών μεγεθών ορχηστρική γραφή με το έντονα χρωματισμένο συναίσθημα ισορροπεί μεταξύ βαθιάς, σχεδόν λιγωτικής νοσταλγίας και α λα Μίκλος Ρόζα εκστατικών ανατάσεων, ενώ μελωδικά εγγράφεται με φυσικότητα στον ανατολικοευρωπαϊκό/βαλκανικό χώρο.
Ο Γραμμένος διέπλασε ένα χυμώδες, σφιχτοδεμένο ακρόαμα, εξασφαλίζοντας αβίαστα χώρο για την εκτόνωση των λυρικών παραγράφων, οικονομώντας με σωστό χρονισμό κορυφώσεις, χειριζόμενος εύστοχα τις έντονες μεταπτώσεις. Θαυμάσιες ήσαν οι σολιστικές συνεισφορές των ξύλινων και χάλκινων πνευστών της ορχήστρας, από τα οποία ο Κεφαλλονίτης Ευαγγελάτος αντλεί μέρος του ευανάγνωστα «ελληνικού» στοιχείου της μουσικής του.
