Μοιάζει να μην έχουν τέλος οι τεκτονικές αναταράξεις στον χώρο της μουσικής. Στις 3/6/2015, ύστερα από διαπραγματεύσεις/συνεννοήσεις του καλλιτεχνικού διευθυντή της ΚΟΑ Στέφανου Τσιαλή με την τρέχουσα διεύθυνση του Μεγάρου Μουσικής, μάθαμε για πολλοστή φορά –το είχε πρωτοανακοινώσει ο Χρήστος Λαμπράκης, πριν από 24 χρόνια, στις 25/3/1991!- ότι «η ΚΟΑ αποκτά μόνιμη έδρα στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών», εγκαινιάζοντας «μια περίοδο πιο δημιουργικής και παραγωγικής συνεργασίας του Μεγάρου Μουσικής με την πρώτη ορχήστρα της χώρας» καθώς και ότι «ρυθμίζονται χρονίζοντα λειτουργικά ζητήματα ανάμεσα στους δύο φορείς» και ότι «επιπλέον ενισχύεται ο δημόσιος χαρακτήρας του Μεγάρου ως οργανισμού στην υπηρεσία της κοινωνίας και του πολιτισμού».
Ανακοινώθηκε, επίσης, ότι η ΚΟΑ θα συμμετέχει «στην πραγματοποίηση σειράς συμπαραγωγών σε αίθουσες του Μεγάρου, στον κήπο και σε παραγωγές του που προγραμματίζονται για τις επόμενες καλλιτεχνικές περιόδους».
Το «έργο» αυτό το έχουμε ξαναδεί στην ένδοξη 20ετή μουσική μονοκρατορία του Μεγάρου Μουσικής. Η ΚΟΑ είναι δημόσιος θεσμός και συντηρείται από τους Ελληνες φορολογουμένους για να προσφέρει πολιτιστικό/μορφωτικό έργο. Συνεπώς, το να δεσμεύεται να παίζει στους κήπους και στις όποιες παραγωγές ειδικά του σημερινού Μεγάρου Μουσικής μεταφράζεται απλώς –θα το πω απερίφραστα- στο ότι τελικά οι φορολογούμενοι πληρώνουν παραγωγές/επιλογές του Μεγάρου.
Επιπλέον, σημαίνει ακόμη λιγότερες τακτικές συναυλίες και ότι στις κορυφώσεις κάθε καλλιτεχνικής περιόδου (Χριστούγεννα, Πάσχα) η ΚΟΑ, αντί να δίνει συναυλίες, θα παίζει –πιθανότατα- σε εορταστικές φιέστες, παραγωγές μπαλέτου, οπερέτας, όπερας.
Είναι προφανής η αγωνία των διαδοχικών κυβερνήσεων να «διαχειριστούν» το οικονομικό ναυάγιο/χρονοβόμβα του Μεγάρου, που πέρυσι τα Χριστούγεννα ήταν ήδη 450.000.000 ευρώ («Καθημερινή», 16/12/2014). Αλλά ας μην υποτιμά κανείς τόσο τη νοημοσύνη του μέσου, φορολογούμενου φιλόμουσου.
