Ο Τσάρλι Γουότς, ο θρυλικός ντράμερ των Rolling Stones και από τους καλύτερους όλων των εποχών, ο μουσικός που λάτρευε να παίζει τζαζ στα διαλείμματα των περιοδειών και των ηχογραφήσεών τους, η στωική προσωπικότητα του συγκροτήματος, το καλύτερο σόλο στο «Satisfaction», ο πιο καλοντυμένος άντρας σύμφωνα με τη βρετανική «Daily Telegraph», πέθανε χθες σε ηλικία 80 ετών.
Την είδηση ανακοίνωσε ο εκπρόσωπος του συγκροτήματος Μπέρναρντ Ντόχερτι: «Αναπαύτηκε με ηρεμία σε νοσοκομείο του Λονδίνου νωρίτερα σήμερα έχοντας στο πλευρό του την οικογένειά του.
Ο Τσάρλι ήταν ένας αγαπημένος σύζυγος, πατέρας και παππούς και επίσης ως μέλος των The Rolling Stones ένας από τους μεγαλύτερους ντράμερ της γενιάς του» είπε προκαλώντας σοκ στην παγκόσμια κοινότητα. Η είδηση εξαπλώθηκε αστραπιαία στα διεθνή μέσα ενημέρωσης επισκιάζοντας έστω και για λίγο την πανδημία και τις εξελίξεις στο Αφγανιστάν.
Στις αρχές του Αυγούστου ο Τσάρλι Γουότς υποβλήθηκε σε χειρουργική επέμβαση και παρότι θεωρήθηκε επιτυχημένη, άκουσε τους θεράποντες ιατρούς του και αποφάσισε να μην ακολουθήσει την μπάντα στην περιοδεία της στην Αμερική που σχεδιάζεται για τον Σεπτέμβριο. Για πρώτη φορά μετά το 1963 δεν θα έπαιζε μαζί με τον Μικ Τζάγκερ, τον Κιθ Ρίτσαρντς και τον Ρον Γουντ που από χθες μετρούν τη δεύτερη πιο σημαντική απώλεια της μακροχρόνιας πορείας του γκρουπ μετά από αυτή του Μπράιαν Τζόουνς.
Ο Τσάρλι Γουότς ήταν μεγάλη μορφή και ο θάνατός του είναι τεράστια απώλεια για τον κόσμο της μουσικής. Παρότι έγινε διάσημος ως μέλος της θρυλικής ροκ μπάντας, το μεγάλο πάθος του ήταν η τζαζ. Θεωρούνταν το «σοβαρό» μέλος των RS, πάντα μετρημένος, χωρίς ροπή στις κραιπάλες, λιγομίλητος, αφοσιωμένος στη μουσική, δεν έπαιρνε μέρος στις έριδες ανάμεσα στον Μικ και τον Κιθ. Μέλημά του ήταν να παραμένει ενωμένο το συγκρότημα, που μαζί με τους Beatles προετοίμασαν τον δρόμο για τους επόμενους σε Ευρώπη και Αμερική.
Ο Τσάρλι Γουότς γεννήθηκε στο Λονδίνο το 1941 και ξεκίνησε να ακούει τζαζ στα παιδικά χρόνια του. Κύριες επιρροές του ήταν ο Μάιλς Ντέιβις και ο Τζον Κολτρέιν. Επαιξε για πρώτη φορά τύμπανα μετατρέποντας ένα μπάντζο που του είχαν αγοράσει οι γονείς του, ενώ στα 16 του χρόνια έφυγε από το σχολείο και γράφτηκε σε σχολή τεχνών του Χάροου.
Ξεκίνησε να παίζει ντραμς σε μπαρ και κλαμπ του Λονδίνου στις αρχές του 1960 και από το 1963, σε ηλικία 22 ετών, έγινε μέλος του περίφημου βρετανικού συγκροτήματος παίζοντας για πρώτη φορά με τους Τζάγκερ, Ρίτσαρντς και Τζόουνς τον Ιανουάριο εκείνου του έτους. Οπως έλεγε στην αρχή, δεν είχε πάρει και πολύ στα σοβαρά το συγκρότημα, «αλλά τελικά δεν βρήκα άλλη δουλειά και έμεινα».
Ουσιαστικά άλλαξε γνώμη όταν το σινγκλ «It’s All Over Now» έφτασε στην τρίτη θέση των βρετανικών τσαρτ το 1964, χρονιά που παντρεύτηκε τη Σίρλεϊ Αν Σέπαρντ στην οποία έμεινε πιστός σε όλη τη ζωή του. Το 1968 απέκτησαν την κόρη τους Σεραφίν, η οποία μετέπειτα του χάρισε μία εγγονή.
Οι Rolling Stones έφτασαν για πρώτη φορά στην κορυφή των αμερικανικών τσαρτ με το σινγκλ «(I Can’t Get No) Satisfaction». Ακολούθησαν οι μεγάλες επιτυχίες «Paint It Black» και «Ruby Tuesday».
Τη δεκαετία του ’80 ασχολήθηκε με την πρώτη μουσική αγάπη του, την τζαζ, σχηματίζοντας διάφορες μπάντες, συμπεριλαμβανομένης και της ορχήστρας των 32 ατόμων «Charlie Watts Orchestra».
Στις αρχές του ’90 κυκλοφόρησε μερικούς δίσκους με τους Charlie Watts Quintet, ενώ αργότερα συνεργάστηκε με τον Τζιμ Κέλτνερ. Το 2004 διαγνώστηκε με καρκίνο του φάρυγγα, τον οποίο τελικά ξεπέρασε και έμεινε απόλυτα υγιής.
Μετά το 2010 ηχογράφησε και έπαιξε ζωντανά με τους «A B C & D of Boogie Woogie». Το 2016 ανακοινώθηκε η επιστροφή των Rolling Stones στη δισκογραφία μετά από έντεκα χρόνια με το μπλουζ άλμπουμ «Blue & Lonesome».
Ψηφίστηκε ως ο αγαπημένος ντράμερ στον κόσμο των συγκροτημάτων και το 1982 απέσπασε βραβείο Γκράμι για το παίξιμό του στο «Let’s Spend the Night Together». Ο Ρόμπερτ Κρίσκορ τον είχε χαρακτηρίσει τον καλύτερο ντράμερ όλων των εποχών, ενώ το 2016 ψηφίστηκε ως ένας από τους 12 καλύτερους σε όλο τον κόσμο.
Τα χόμπι του ήταν μια φάρμα αλόγων που είχε μαζί με τη γυναίκα του . Εκεί μεγάλωναν άλογα και υιοθετούσαν εγκαταλειμμένα σκυλιά. Λέγεται ότι ο λόγος που πήγαινε με βαριά καρδιά στις περιοδείες ήταν γιατί δεν ήθελε να φεύγει από τη φάρμα. Ηταν χορτοφάγος και δεν έπινε αλκοόλ, τουλάχιστον μετά το 1980, εποχή που είχε μια μεγάλη περιπέτεια με ναρκωτικά και αλκοόλ. Του άρεσε να φοράει μοβ και μπλε και η βρετανική «Daily Telegraph» τον χαρακτήρισε το 2006 ως έναν από τους πιο καλοντυμένους άντρες.
Λάτρευε επίσης τα ακριβά αυτοκίνητα και είχε μία από τις πιο σπάνιες συλλογές στον πλανήτη. Τα τελευταία χρόνια μάλιστα, που είχε παραδώσει το δίπλωμά του, του άρεσε απλώς να κάθεται στο τιμόνι και να ανοίγει τη μηχανή. Στην περιοδεία «A higher band» έπαιξε μπροστά από 4,5 εκατομμύρια φαν σε 144 συναυλίες, που έφεραν έσοδα πάνω από 600 εκατομμύρια δολάρια. Η περιουσία του το 2020 άγγιζε τα 250 εκατομμύρια δολάρια.
