Εχουν υπάρξει απογοητευτικά λίγες οι φορές που ακμαίοι Ελληνες μονωδοί, οι οποίοι σταδιοδρομούν αποκλειστικά στο εξωτερικό, μετακαλούνται να τραγουδήσουν στην ΕΛΣ τους ρόλους που τους έχουν καταστήσει διάσημους και στους οποίους όλοι οι εγχώριοι φίλοι της όπερας θέλουν να τους ακούσουν «ζωντανά».
Αυτή ακριβώς είναι η περίπτωση της Λαρισαίας υψιφώνου Μυρτώς Παπαθανασίου που πρωταγωνίστησε πρόσφατα στη βερντιανή «Τραβιάτα» σε αναβίωση της σκηνοθεσίας του Νίκου Πετρόπουλου (15/5/2015).
Οι εντυπώσεις που αποκομίσαμε από την παράσταση ήσαν άνισες, ωστόσο αυτό που μέτρησε και ασυζητητί εξισορρόπησε την τελική οικονομία εντυπώσεων ήταν η μεθυστική, υψηλής μουσικότητας και επαγγελματισμού παρουσία της Παπαθανασίου.
Την παραγωγή, σε σκηνοθεσία, σκηνικά, κοστούμια και φωτισμούς του Νίκου Πετρόπουλου, είχαμε δει στο πρώτο της ανέβασμα (2001). Τότε είχαμε επισημάνει τον υπερβολικό εικαστικό φόρτο και τη δυσανάλογη προς το (τότε) μέγεθος της σκηνής κλίμακα των φλύαρων σκηνικών.
Στην τωρινή αναβίωση, που φιλοξενήθηκε στην έκτοτε μεγεθυσμένη σκηνή του «Ολύμπια», το πρόβλημα επιτάθηκε με την προσθήκη στα πλάγια δύο κάθετων φετών από εξωτερικές όψεις κτιρίων, γεγονός που δημιούργησε μια λογικά ανακόλουθη μείξη εξωτερικού και εσωτερικού χώρου και στις τρεις πράξεις της όπερας.
Τη σκηνική εικόνα και αφήγηση ελάχιστα βοήθησαν οι επίπεδοι φωτισμοί ενώ, λόγω απουσίας σκηνοθετικής καθοδήγησης των μονωδών, επικράτησε το γνωστό «ο καθένας ό,τι ξέρει κάνει».
Το αποτέλεσμα ήταν άνισο καθώς εξαρτιόταν από την εμπειρία και τις υποκριτικές ικανότητες κάθε μονωδού.
Είμαι ο τελευταίος που θα απορρίψω μια παραδοσιακή σκηνοθεσία αυτή καθ’ εαυτή.
Ομως, κάθε επιλογή έχει τους απαράβατους κανόνες της. Καλώς ή κακώς, λοιπόν, τα τελευταία χρόνια έχουμε δει στην ΕΛΣ ουκ ολίγες καλές έως άριστες, σύγχρονου στίγματος και, κυρίως θεατρικά καλοδουλεμένες σκηνοθεσίες, γεγονός που, μοιραία, ανέβασε δραστικά τον πήχη και τις προσδοκίες για το συνολικό επίπεδο ποιότητας όσων βλέπουμε και διαδραματίζονται επί σκηνής.
Η Μυρτώ Παπαθανασίου είναι μια πολύ καλή, ακμαία υψίφωνος, με πλούσια εμπειρία συνεργασιών με σύγχρονους σκηνοθέτες όπερας σε παραγωγές για μεγάλες –εννοώ σημαντικές αλλά και σε μέγεθος- διεθνείς λυρικές σκηνές.
Ολα αυτά φάνηκαν στην πλούσια, γεμάτη σιγουριά ερμηνεία της ως Βιολέτα: τραγούδι φωνητικά δυναμικό, λαμπερό και γενναιόδωρο, τεχνικά προσεγμένο και δίχως εκπτώσεις, στιλιστικά εύστοχο και με μεγάλο βάθος λεπτομέρειας, ερμηνεία χυμώδης και με άποψη, σκηνική παρουσία άρτια επεξεργασμένη και άνετη.
Ο τενόρος Αντώνης Κορωναίος στάθηκε καλά απέναντί της ως Αλφρέντο, πρώτα απ’ όλα ζευγαρώνοντας ωραία τη ζεστή, γλυκιάς χροιάς φωνή του προς αυτήν της Παπαθανασίου και, επιπλέον, συνεισφέροντας τραγούδι τεχνικά και εκφραστικά ισορροπημένο. Τρίτος πόλος του δράματος, ο βαρύτονος Δημήτρης Πλατανιάς ερμήνευσε τον άχαρο ρόλο του πατέρα Ζερμόν, συνεισφέροντας χορταστικά στεντόρειο, ωραία πλασμένο βερντιανό τραγούδι.
Ωστόσο, εκτός από ταιριαστά στιβαρός, σκηνικά πρόβαλε μάλλον αμέτοχος παρ’ ότι ενσάρκωνε έναν χαρακτήρα εσωτερικά φορτωμένο με αντιφάσεις και οδυνηρές μεταπτώσεις.
Αξιοπρεπώς έως πολύ καλά απέδωσαν τους όχι λίγους δευτερεύοντες ρόλους η μεσόφωνος Αγγελική Καθαρίου (Φλόρα), ο τενόρος Αλέξανδρος Τσιλογιάννης (Γκαστόνε), ο μπασοβαρύτονος Διονύσης Τσαντίνης (Δόκτωρ Γκρανβίλ), ο βαθύφωνος Κώστας Ντότσικας (Βαρόνος Ντιφόλ), η υψίφωνος Αλεξάνδρα Ματθαιουδάκη (Ανίνα), ο βαρύτονος Νικόλαος Καραγκιαούρης (Βαρόνος του Ομπινί).
Γενικώς καλή, συντονισμένη, με εστιασμένο ήχο ήταν η απόδοση της Χορωδίας της ΕΛΣ, παρ’ ότι κάποιες στιγμές δυσκολεύτηκε να παρακολουθήσει τον αρχιμουσικό στις υψηλές ταχύτητες που επέλεγε. Γενικώς μέτριο πρόβαλε το χοροδραματικό εμβόλιμο της Β’ Πράξης.
Ο αρχιμουσικός Ηλίας Βουδούρης διηύθυνε με περισσή –κάποτε ίσως υπερβολική!- πυγμή, κρατώντας σφιχτοδεμένο το συνολικό ακρόαμα.
Ομως, και τα δύο θλιμμένα, μελαγχολικά πρελούδια στην Α’ Πράξη και στην Γ’ δόθηκαν με φωτεινό, ζωντανό ήχο, ο οποίος δεν υπέβαλλε την αίσθηση της προκαταδικασμένης ευτυχίας και του θανάτου που διατρέχει την «Τραβιάτα».
