Πώς θα ήταν αν είχε φτάσει τα 80; Πώς θα σχολίαζε τις καταιγιστικές αλλαγές στον πλανήτη; Με τι θα μας καθησύχαζε; Θα έμενε ακόμα στο κτίριο Ντακότα; Θα είχε προδώσει τη Νέα Υόρκη; Θα είχε αποκαταστήσει σχέσεις με τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ; Θα είχε κληροδοτήσει στην ανθρωπότητα μερικά ακόμα θρυλικά τραγούδια; Ή μήπως θα είχε πάρει πριν από τον Μπομπ Ντίλαν το Νόμπελ; Απαντήσεις δεν θα πάρουμε ποτέ, αλλά και ποτέ δεν θα πάψουμε να αναρωτιόμαστε πώς θα ήταν η ζωή του Τζον Λένον -και η δική μας- αν το χέρι του διαταραγμένου Μαρκ Τσάπμαν δεν του αφαιρούσε τη ζωή με τέσσερις σφαίρες.
Ηταν μια μέρα σαν τη σημερινή, 8 Δεκεμβρίου 1980, πριν από ακριβώς 40 χρόνια και ο Τζον με τη Γιόκο επέστρεφαν στο διαμέρισμά τους στο θρυλικό κτίριο Ντακότα, στη δυτική πλευρά του Σέντραλ Παρκ στο Μανχάταν.
Μισή ώρα μετά τους πυροβολισμούς και καθώς ο αγώνας των γιατρών στο Νοσοκομείο Ρούσβελτ όπου μεταφέρθηκε δεν απέδωσε, εκατομμύρια Αμερικανοί πάγωναν στη θέα του αθλητικού συντάκτη του ABC Χάουαρντ Κόσελ που διέκοψε το «Monday Night Football» για να ανακοινώσει την είδηση, ενώ στην Αγγλία οι συμπατριώτες του ξυπνούσαν μέσα στη νύχτα από φρικτό εφιάλτη.
Σαράντα χρόνια ύστερα από εκείνο το βράδυ και ο κόσμος συνεχίζει ακόμα να καταναλώνει ακόρεστα ιστορίες, συνωμοσίες και μυθεύματα σχετικά με τη ζωή και τις τελευταίες μέρες μιας από τις πιο επιδραστικές προσωπικότητες που πέρασαν ποτέ από τη Γη. Σε αυτά έρχεται να προστεθεί ακόμα ένα βιβλίο με τίτλο «John Lennon, 1980: The Last Days in the Life» του Κένεθ Γούμακ που καταγράφει με σοκαριστικές -σε ορισμένα σημεία- λεπτομέρειες πώς κυλούσε η ζωή για το διάσημο «σκαθάρι» πριν από εκείνο το μοιραίο βράδυ.
«Το πρωί ξυπνήσαμε με έναν λαμπερό γαλάζιο ουρανό που απλωνόταν πάνω από το Σέντραλ Παρκ», θυμόταν αρκετό καιρό μετά η Γιόκο Ονο, παρομοιάζοντας εκείνη τη Δευτέρα με «μέρα με φωτεινά μάτια». Το πρόγραμμά τους ήταν γεμάτο (φωτογράφηση, συνέντευξη, ηχογράφηση), αλλά το πρωινό για το ζευγάρι ξεκίνησε στο Café La Fortuna. Επειτα ο Τζον μπήκε στο Viz-à-Viz και σουλούπωσε τα μαλλιά του.
Την ίδια ώρα στο σπίτι του, η φωτογράφος Ανι Λίμποβιτς, θέλοντας να διασφαλίσει ότι ο Τζον και η Γιόκο θα ήταν το επόμενο εξώφυλλο του Rolling Stone, επεξεργαζόταν διάφορα concepts για τη φωτογράφηση που είχε ξεκινήσει από την προηγούμενη εβδομάδα. Η αρχική της έμπνευση ήταν το τρυφερό φιλί που ανταλλάσσει το ζευγάρι στο ασπρόμαυρο εξώφυλλο του δίσκου του «Double Fantasy». «Ενιωθα ότι ήμασταν στο 1980 κι ο ρομαντισμός ήταν νεκρός. Θυμήθηκα πόσο απλό και όμορφο ήταν εκείνο το φιλί», παραδέχτηκε η φωτογράφος. «Αρχισα, λοιπόν, να ονειρεύομαι μια χαλαρή στιγμή τους, όχι όμως γυμνή γιατί αυτό το έκαναν όλη την ώρα». Παραδόξως εκείνη την ημέρα η Γιόκο δεν ήθελε να γδυθεί κι έτσι ο δισταγμός της οδήγησε τη Λίμποβιτς στη θρυλική φωτογραφία στο χαλί όπου εκείνη είναι ντυμένη κι ο Λένον ολόγυμνος σε εμβρυακή στάση την αγκαλιάζει.
Στο ίδιο βιβλίο, ανατριχιαστικές είναι οι μαρτυρίες για τα όσα είπε ο Λένον στη συνέντευξη που έδωσε. Είχε μόλις γίνει 40 ετών, αλλά ο φόβος του θανάτου επισκίαζε την κουβέντα. «Ελπίζω να πεθάνω πριν από τη Γιόκο γιατί αν φύγει εκείνη πρώτη δεν ξέρω αν μπορώ να συνεχίσω». Επίσης, αφού το επιτελείο του περιοδικού μάζεψε τα μαγνητόφωνα, παραδέχτηκε για τον Πολ ΜακΚάρτνεϊ: «Είναι αδελφός μου. Τον αγαπώ. Οι οικογένειες έχουν σκαμπανεβάσματα και διαμάχες. Αλλά στο τέλος της ημέρας, θα κάναμε τα πάντα ο ένας για τον άλλον».
Με αυτό το off the record έφυγε για το στούντιο. Tο απόγευμα βρήκε τον Λένον στον φυσικό του χώρο, το στούντιο, να διορθώνει λεπτομέρειες στο «Walking On Thin Ice» και να διαπραγματεύεται αν τελικά ο δίσκος θα κυκλοφορούσε πριν ή μετά τα Χριστούγεννα. Κάποια στιγμή, αρκετά αργά, που το «κέντημα» του δίσκου τελείωσε, το ζευγάρι συζήτησε αν θα δειπνήσει έξω, αλλά ο Λένον επέμενε να επιστρέψει στο σπίτι για να δώσει ένα φιλί στον Σον που ήταν μόνος με την νταντά.
Φεύγοντας από τη Record Plant, έδωσαν εντολή στη λιμουζίνα να πάει κατευθείαν στο Ντακότα. Κινήθηκαν λοιπόν προς τα βόρεια, πέρασαν από το Columbus Circle και το Central Park West και κατέληξαν στην 72η οδό. Ο οδηγός διπλοπάρκαρε μπροστά από το φυλάκιο, οι προβολείς του κτιρίου φώτισαν τη νύχτα, η Γιόκο κατέβηκε πρώτη από το όχημα και περπάτησε προς την είσοδο. Ο Τζον ακολούθησε μερικά βήματα πίσω.
Το ρολόι έδειχνε 10.45 μ.μ., το βράδυ ήταν σχετικά ζεστό για την εποχή, η γειτονιά ήσυχη κι η ατμόσφαιρα τρομακτικά γαλήνια. Δυο εκκωφαντικοί θόρυβοι τα έκαναν όλα κομμάτια. Ηταν οι πυροβολισμοί από το όπλο του Μαρκ Τσάπμαν και η στοίβα κασετών με τις τελευταίες μίξεις του «Walking On Thin Ice» που κρατούσε στα χέρια του ο Τζον και σκορπίστηκαν παντού πέφτοντας στο πεζοδρόμιο μαζί του.
