Πάνδημο συναγερμό προκάλεσε για άλλη μια φορά η εμφάνιση του αρχιμουσικού Θεόδωρου Κουρεντζή στην Αθήνα: τα εισιτήρια των δύο συναυλιών του στο Μέγαρο Μουσικής εξαντλήθηκαν αστραπιαία, ενώ η μεγάλη αίθουσα γέμισε και τις δύο βραδιές από το ειδικό εκείνο κοινό που έρχεται να δει τον Ελληνα αρχιμουσικό και τη ρωσική ορχήστρα Musica Aeterna σε εργα Ραμό και Προκόφιεφ (17 & 18/3/2015).
Παρακολουθήσαμε την πρώτη από τις δύο συναυλίες αποκομίζοντας ενδιαφέρουσες όσο και ενοχλητικά άνισες εντυπώσεις. Η εκμαυλιστικά σαγηνευτική διεύθυνση του Κουρεντζή αναμφίβολα συνάρπασε και προκάλεσε έντονα ερεθίσματα, όμως η ενοχλητικότατη και έκδηλη αυθαιρεσία στη συνολική διάπλαση του ακροάματος ερχόταν σε κάθετη αντίφαση προς κάθε ακριβοκερδισμένη βεβαιότητα ιστορικής υφολογικής ορθοδοξίας.
Ασφαλώς μια συναυλία δεν είναι μάθημα μουσικολογίας και, βεβαίως, το μπαρόκ εκ φύσεως προσφέρεται -αν όχι αυτοπροτείνεται!- ως παιχνίδι ακραίας ηχητικής σαγήνης και αισθησιακού ερεθισμού… Ο καθείς διαλέγει πού θέλει να σταθεί και ώς πού διατίθεται να ξεστρατίσει.
Το πρόγραμμα ήταν ένα τεράστιο πτο-πουρί, που περιλάμβανε αναρίθμητα, σύντομα ορχηστρικά ή φωνητικά αποσπάσματα από περίπου 25 όπερες και όπερες-μπαλέτα και κοντσέρτα: κάτι σαν κασέτα με popular classics ή mp3-tunes collection με προσωπικές επιλογές. Επ’ αυτού, ουδεμία αντίρρηση.
Ωραία αρθρωμένο, με διαδοχές ακουσμάτων που εξασφάλιζαν ηδονικές αντιθέσεις, το ακρόαμα έρρευσε απολαυστικά. Ακούστηκαν επιλογές από τα έργα: «Οι γιορτές της Ηβης», «Δάρδανος», «Ναΐς», «Οι αρχοντικές Ινδίες», «Κάστωρ και Πολυδεύκης», «Βορεάδες», «Ζαΐς», «Ζωροάστρης» και από δύο κοντσέρτα για πληκτροφόρο όργανο. Αν αποκωδικοποιώ σωστά αυτό που άκουσα, η πρόθεση ήταν να προσφερθεί μια χολιγουντιανής υπερβολής εκδοχή του ήχου ορχήστρας οργάνων εποχής. Το ζητούμενο αυτό κατορθώθηκε τέλεια με τη βοήθεια υπερμεγέθυνσης των μουσικών δυνάμεων και –οποία χονδροειδής αστοχία!– επιλεκτικής μικροφωνικής ενίσχυσης των εγχόρδων (η οποία, επιπλέον, «σφύριζε»!). Το αποτέλεσμα ήταν σαν να ακούς Ραμό σε μεταγραφή από τον Μάλερ ή τον Μπερλιόζ, αλλά δίχως τα δύσμοιρα ξύλινα πνευστά εποχής, διότι βεβαίως ο ούτως ή άλλως ασθενής ήχος τους καταπλακωνόταν τελείως από αυτόν των περίπου 40 εγχόρδων.
Παράλληλα, η σπινθηροβόλα, νευρώδης, εξωστρεφώς βιρτουοζίστικη διεύθυνση παρήγαγε ένα μουσικό αποτέλεσμα χορευτικής κινητικότητας, με χαρακτήρα υπέρλαμπρης γιορτής. Τις άριες από όπερες και όπερες-μπαλέτα ερμήνευσε η υψίφωνος Ναντίνε Κούτσερ. Η ακμαία Λευκορωσίδα τραγουδίστρια ναι μεν διέθετε το απαιτούμενο φωνητικό εύρος, ωστόσο ο τρόπος που απέδωσε τις «εθνικές» ιδιομορφίες της φωνητικής γραφής του Ραμό υπήρξε καταφανώς προσεγγιστικός.
Το όλο event συμπλήρωσαν θεατρικοί, υποτίθεται κατανυκτικοί φωτισμοί. Στους καιρούς που ζούμε, αναμφίβολα το φαινόμενο «Κουρεντζής» έχει έρθει για να μείνει˙ και στην Ευρώπη και στην Ελλάδα, αν και με διαφορετικές εκδοχές. Οπως έλεγαν οι σοφοί Λατίνοι: Περί ορέξεως ουδείς λόγος!
ΚΟΑ: «Τραγουδώντας το τέλος»

Μια εξαιρετικά ενδιαφέρουσα και ωραία συναυλία, σε συνεργασία με τη γαλλική πρεσβεία στην Αθήνα, έδωσε η ΚΟΑ υπό τον αρχιμουσικό Μύρωνα Μιχαηλίδη στις 20/3/2015 στο Μέγαρο Μουσικής. Για μια ακόμη φορά, στην Αθήνα της υπερώριμης κρίσης, όπου στην οικονομική στήριξη του πολιτισμού κυριαρχεί ωμά το «δύο μέτρα και δύο σταθμά», η συνεργασία με πρεσβεία ευρωπαϊκού κράτους είχε ως φυσικές και αναμενόμενες συνέπειες την παρουσία ενός ικανότατου ξένου σολίστα και το να περιληφθεί στο πρόγραμμα μια ολότελα άγνωστη σύγχρονη σύνθεση.
Βεβαίως, είμαστε ευγνώμονες που υπάρχουν κι αυτές οι συνεργασίες και έτσι ακούμε κανένα καλό, ξένο σολίστα και κανένα καινούργιο έργο˙ ταυτόχρονα, όμως, η διαμόρφωση του παρουσιαζόμενου ρεπερτορίου καταντά σχιζοφρενική. Εδώ και χρόνια απουσιάζουν πλήρως τα ιστορικά ελληνικά έργα, παρακάμπτεται πλήρως οιαδήποτε επιλογή αποκλίνει από την απολύτως πεπατημένη και, ταυτόχρονα, πυκνώνουν αλεξιπτωτικές «σφήνες» άγνωστων έργων γραμμένων μετά το 1950, ενίοτε και μετά το 1990˙ τελευταία δε, αρχίζει να παίζεται και μουσική για τον κινηματογράφο…
Η βραδιά, υπό τον τίτλο «Τραγουδώντας το τέλος», ξεκίνησε με την «Παβάνα για μια νεκρή ινφάντα» του Ραβέλ, που δόθηκε νηφάλια, με συγκρατημένο συναίσθημα. Ακολούθησε το «Κοντσέρτο για τσέλο και ορχήστα» υπό τον τίτλο «Με την πτώση του Αδάμ» (1999) του πρόωρα χαμένου πολωνοεβραϊκής καταγωγής Γάλλου συνθέτη Ολιβιέ Γκράιφ (1950-2000). Πρόκειται για ένα συναρπαστικά ενδιαφέρον έργο φιλοσοφικής έμπνευσης εσχατολογικής θεματικής. Η έντονα θεατρική, εξπρεσιονιστική γραφή του λειτουργεί σε ενεργό διάλογο με ολόκληρο το ιστορικό απόθεμα της δυτικής μουσικής: σαν να ακούς Μάλερ της «10ης Συμφωνίας» με δριμύ, λεπτομερή υπομνηματισμό από σολιστικό τσέλο, ενισχυμένο με φορτισμένους επισχολιασμούς/παρεμβάσεις μεταπολεμικής γλώσσας (Μεσιάν, Σνίτσκε, Χάρτμαν, μινιμαλισμός κ.λπ.).
Η ήδη διάσημη 44χρονη Γαλλίδα τσελίστρια Εμανιέλ Μπερτράν πρόσφερε μια αριστουργηματική ερμηνεία πυρετώδους έντασης, άγριου δυναμισμού και, ταυτόχρονα, υπέροχα μελωδική και τεχνικώς άρτια, που καθήλωσε το ακροατήριο. Παράλληλα, σε αδιάλειπτη εγρήγορση, ο Μύρων Μιχαηλίδης εξασφάλισε την άριστη συνοχή του πολυώροφου ακροάματος και τις διόλου αυτονόητες ισορροπίες στις τεράστιες εξάρσεις και εκρήξεις δυναμικής.
Η βραδιά ολοκληρώθηκε με τη «Συμφωνία αρ.1, της Ανοιξης» του Σούμαν. Ο αρχιμουσικός διέπλασε μια καλά οργανωμένη, σφιχτοδεμένη ερμηνεία, με φραστική καθαρών περιγραμμάτων, σφριγηλή μελωδικότητα και πολύ καλό συνεκτικό ειρμό, βασισμένο στον σταθερό, σαφώς διατυπωμένο –αλλ’ ουδέποτε «στρατιωτικό»– ρυθμικό παλμό.
