Πολύ ενδιαφέρουσα –και ιδιαίτερα επιτυχής- αποδείχτηκε η οργάνωση της διήμερης «Σοπενιάδας» στο Μέγαρο Μουσικής Αθηνών (28/2 & 1/3/2015). Στον ωραίο αυτό μαραθώνιο, στη διάρκεια του οποίου φιλόμουσοι γέμισαν ασφυκτικά την αίθουσα «Δημήτρης Μητρόπουλος» οκτώ φορές επί μιάμιση ώρα, τα έργα του Πολωνού ρομαντικού ερμήνευσαν οκτώ Ελληνες πιανίστες φωτογραφίζοντας για πολλοστή φορά την αλλαγή σκυτάλης μεταξύ γενεών αλλά και μεταξύ φύλων.
Οι οκτώ πιανίστες πρότειναν ρεπερτόριο δίχως αλληλεπικαλύψεις, μοιράζοντας μεταξύ τους σονάτες, βαλς, σπουδές, νυχτερινά, σκέρτσι, πολωνέζες, μαζούρκες, πρελούδια κ.λπ. Στις 28/2 ο Βασίλης Βαρβαρέσος ερμήνευσε τις συνθέσεις: «Μεγάλο Βαλς Brillante» op.18, «Fantaisie-Impromptu» op.66, «Μπαλάντα» op.23/1 και «12 Σπουδές» op.10. Οι αστραφτερές, καλοδομημένες αναγνώσεις του διέθεταν πληθωρικά βιρτουοζίστικο στίγμα, συνολική εποπτεία της μουσικής δραματουργίας, ακολούθησαν τις μεταπτώσεις των διαθέσεων και απέδωσαν άρτια το συντακτικό της μουσικής. Αρκετά, σποραδικά ολισθήματα ουδόλως διατάραξαν τον ειρμό και τις συνολικές εντυπώσεις. Ομως, το αθλητικό, υπερφορτισμένο παίξιμο έκανε κάποτε –όχι πάντα κι ούτε δίχως απήχηση στο ακροατήριο– τη μουσική να ηχεί σαν Λιστ: πολύ στιβαρή και μυώδης, δίχως τις πεμπτουσιακά σοπενικές δόσεις αρρενωπής τρυφερότητας, ακραία τεταμένη, σχεδόν πυρετώδης, υπερβολικά εξωστρεφής στην «επαναστατική» ρητορική της.
Την επομένη, ο Απόστολος Παληός ερμήνευσε μια επιλογή των «12 Σπουδών» op.25 και τις συνθέσεις «Νυχτερινό» op.72/ 1, «Πολωνέζα» op.44/ 5, «Σκέρτσο» op.31/αρ.2 και «Βαλς» έργο op.42/5. Σολίστας που ωριμάζει δίχως βιασύνη, με αυτοπεποίθηση, σεμνός και δραστήριος, πρόσφερε ωραίες, στρωτές, λυρικές αναγνώσεις. Το παίξιμό του φανέρωσε άριστη αντίληψη του εκφραστικού και στιλιστικού στίγματος της μουσικής και διέθετε ισορροπημένες δόσεις συναισθήματος και βιρτουοζίστικων εξάρσεων. Κυρίως όμως εξασφάλιζε πάντα τον απαραίτητο ψυχολογικό χώρο για την ανάπτυξη των απαραίτητων ρομαντικών γλυκασμών και του γεμάτου υδραργυρικές μεταπτώσεις σοπενικού συναισθήματος.
Η επιστροφή της «Δαιμονισμένης»
Συνεχίζοντας να επενδύει σε αναβιώσεις προ πολλού ξεχασμένων έργων ελληνικής οπερέτας, τις προάλλες η ΕΛΣ παρουσίασε τη «Δαιμονισμένη» (1919) του Θεόφραστου Σακελλαρίδη σε συναυλιακή μορφή, με συνοδεία πιάνου από τον Νίκο Βασιλείου (1/3/2015). Η έρευνα για το έργο και η επιμέλεια παρουσίασής του ήταν του σκηνοθέτη Αλέξανδρου Ευκλείδη. Τραγούδησαν η υψίφωνος Λυδία Ζερβάνου (Λούλα), ο τενόρος Δημήτρης Ναλμπάντης (Γιώργος), οι βαρύτονοι Χρήστος Λάζος (Φιρουλής) και Κωστής Ρασιδάκης (Μερλούτσος) και η μεσόφωνος Βασιλική Πετρόγιαννη (Ξένη).
Υποστηριγμένη από ευπρόσδεκτα προσχηματική σκηνική υποκριτική, η παρουσίαση στον περιορισμένων διαστάσεων φιλικό χώρο του φουαγέ του θεάτρου «Ολύμπια», με τους μονωδούς να τραγουδούν σε απόσταση αναπνοής από το ακροατήριο, κύλησε ευχάριστα και απροβλημάτιστα, χαρίζοντας ευφορία και άφθονο γέλιο. Η ακρόαση ξαναφώτισε το ιδιαίτερο, επαναλαμβανόμενο δραματουργικό και μουσικό στίγμα των έργων οπερέτας του ελληνικού Μεσοπολέμου και, ταυτόχρονα, «εξήγησε» αναδρομικά πολλά για το στίγμα των φαρσοκωμωδιών της χρυσής εποχής του μεταπολεμικού ελληνικού κινηματογράφου.
Η Λούλα, μια αρτίστα της οπερέτας, πρότυπο (αυτο)χειραφετημένης γυναίκας της εποχής, διεκδικεί με νύχια και με δόντια τον εραστή της Γιώργο, ο οποίος αποπειράται να αρραβωνιαστεί την Ξένια, κόρη του πλούσιου μπακάλη Μερλούτσου. Αντίθετα από τον «Πάπα», που ακούσαμε πρόσφατα, «Η δαιμονισμένη» έχει πολλή και ευχάριστη μουσική, που θυμίζει συχνά –αν όχι «τσιτάρει» συνειδητά!– ακούσματα βιεννέζικης οπερέτας, ακόμη και ιταλικής όπερας˙ ωστόσο δεν «γράφει» στο αυτί όπως οι μουσικές του «Βαφτιστικού» ή της «Χαλιμάς».
Ασφαλώς, ο χρόνος θα δείξει τη χρησιμότητα και το βιώσιμο αυτών των αναβιώσεων. Ασυζητητί, η ανέλκυση της χαμένης ναυαρχίδας της ελληνικής μουσικής ζωής του Μεσοπολέμου –αυτό είναι η οπερέτα!– έχει πολλά να δείξει, να διδάξει, να πει στο αυτί και στο συναίσθημα. Θα συμπλήρωνα, επίσης, ότι, ύστερα από τόσες αναβιώσεις σακελλαρίδειας οπερέτας, προβάλλει πλέον επιτακτικά το αίτημα αναβίωσης της όπεράς του, «Περουζέ», που έχει να παιχτεί στην ΕΛΣ από το 1950!
Cd, dvd, βιβλίο
«Desperate heroines».
Αριες για υψίφωνο από όπερες του Μότσαρτ. Τραγουδά η Sandrine Piau, συνοδευόμενη από την Ορχήστρα του Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ υπό τον Ivor Bolton [Naive V 5366].
Η Γαλλίδα υψίφωνος Σαντρίν Πιο είναι σήμερα μία από τις σημαντικότερες λυρικές τραγουδίστριες διεθνώς, γνωστή ως ερμηνεύτρια φωνητικής μουσικής του 18ου αιώνα. Αρχικά εκπαιδευμένη ως αρπίστρια, σπούδασε ακολούθως φωνητική στο Κολέγιο του Λαμαρτίνου και στο Ανώτατο Εθνικό Ωδείο Μουσικής του Παρισιού. Διαπρέπει στο ρεπερτόριο της όπερας του μπαρόκ και έχει συνεργαστεί με κορυφαίους, εξειδικευμένους αρχιμουσικούς, όπως οι Γουίλιαμ Κρίστι, Μαρκ Μινκόφσκι, Φιλίπ Χέρεβεγ, Πολ Μακρίς, Αλαν Κέρτις, Κριστόφ Ρουσέ, Ρενέ Γιάκομπς, Τον Κούπμαν και Φάμπιο Μπιόντι. Διαθέτει πλουσιότατη δισκογραφία ρεπερτορίου μπαρόκ σε όπερες, θρησκευτική μουσική και ρεσιτάλ.
Πρόσφατα η γαλλική εταιρεία Naive εξέδωσε ένα θαυμάσιο θεματικό λυρικό ρεσιτάλ με τίτλο «Απελπισμένες ηρωίδες», στο οποίο η φιλέρευνη Σαντρίν Πιο ερμηνεύει άριες γυναικών εξωθημένων στα όρια των ψυχικών τους αντοχών, επιλεγμένες από επτά γνωστές και λιγότερο γνωστές όπερες του Μότσαρτ («Οι γάμοι του Φίγκαρο», «Ντον Τζοβάνι», «Η ψευτοπεριβολάρισσα», «Μιθριδάτης βασιλιάς του Πόντου», «Ιδομενέας», «Λούκιος Σύλλας», «Ο βασιλιάς βοσκός»). Τη διάσημη Γαλλίδα τραγουδίστρια συνοδεύει η Ορχήστρα του Μοτσαρτέουμ του Ζάλτσμπουργκ υπό τον Βρετανό αρχιμουσικό Αϊβορ Μπόλτον. Οι υπέρκομψες, μεστές αναγνώσεις της ακμαίας μπαροκίστριας διαθέτουν την απαιτούμενη δραματική ένταση και φωνητική τέχνη, ενώ κινούνται απολύτως στο πεδίο της ιστορικής ερμηνευτικής.
