Η Δήμητρα Λουκά, έχοντας ήδη διακριθεί με το πρώτο της βιβλίο, Κόμπο τον κόμπο (Κίχλη 2019), αποσπώντας το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περ. Αναγνώστης, μας παραδίδει τη νέα της συλλογή διηγημάτων με τίτλο «Η Μούτα, και άλλες ιστορίες». Το πρώτο διήγημα, που δάνεισε –όχι τυχαία– τον τίτλο του στη συλλογή, μιλάει για ένα κωφάλαλο κορίτσι, μια «μούτα», σύμφωνα με το τοπικό ιδίωμα του χωριού όπου μεγαλώνει στερημένη από στοργή και αγάπη, ζώντας σαν υπηρέτρια μέσα στην ίδια της την οικογένεια, υπομένοντας την απαξίωση και τη βαναυσότητα των δικών της ανθρώπων.
Ωστόσο, αυτό που καθιστά το συγκεκριμένο διήγημα εξαιρετικά ενδιαφέρον δεν είναι η ρεαλιστική αποτύπωση του αποκλεισμού και της βίας που επιφυλάσσει μια κλειστή κοινωνία στα λιγότερο ευνοημένα από τη μοίρα μέλη της, αλλά η έκβαση της ιστορίας: η Λουκά οδηγεί την πλοκή προς ένα τέλος απρόσμενο, μια κάθαρση που η ποιητική της εικονοποιία «ξεκολλάει» τους τροχούς της ιστορίας από τα χώματα της ηθογραφίας ανυψώνοντάς την προς πιο ευάερες και ποιητικές εκδοχές μυθοπλασίας.
Ενα ακόμη στοιχείο που καθιστά το εν λόγω διήγημα όχι μόνο αξιόλογο αλλά και αντιπροσωπευτικό της συλλογής είναι το θέμα της «σιωπής» που πραγματεύεται, και το οποίο επανέρχεται με διάφορες αμφιέσεις και σε άλλα διηγήματα: στον «Νεκροθάφτη», ο ηλικιωμένος πλέον αφηγητής αποφασίζει να μιλήσει επιτέλους για μια υπερφυσική εμπειρία που έζησε στα νιάτα του, για την οποία μέχρι τώρα σιωπούσε από τον φόβο μην τον περάσουν για τρελό. Η «τρέλα» άλλωστε, στο λογοτεχνικό σύμπαν της συγγραφέως, συχνά συνδέεται άρρηκτα με τη σιωπή. Οσα η σιωπή έχει για χρόνια υπομονετικά καταπιεί, τα ξερνάει ξάφνου ασυγκράτητα η τρέλα, φτάνοντας κάποτε και στο έγκλημα, όπως στο θαυμάσιο διήγημα «Το ρέμα της Μούργας»: ένα ανεπιθύμητο από τον πατέρα νεογνό πετιέται στο ρέμα όπου θα το ανακαλύψει νεκρό η μάνα του κι έκτοτε θα το περιποιείται σαν ζωντανό.
Γυναίκες και άντρες που οδηγούνται στον φόνο σχεδόν ερήμην τους, σπρωγμένοι από σκοτεινά ένστικτα εκδίκησης, ζήλιας ή ανεπίδοτου έρωτα, μικρά παιδιά που επωμίζονται δυσβάσταχτα βάρη, γυναίκες θύματα πανίσχυρων πατριαρχικών κανόνων που, αν δεν τις συντρίψουν, τις μεταμορφώνουν σε θύτες, πεθαμένοι που δεν βρίσκουν ησυχία στον τάφο τους, ζευγάρια που εμποδίστηκε ο έρωτάς τους και τους στοίχειωσε, μητέρες που επωμίζονται διά βίου αμαρτίες των τέκνων τους, ιδού οι ήρωες ετούτου του βιβλίου που η λογοτεχνική του δύναμη επισφραγίζει το ευοίωνο ξεκίνημα της Λουκά, αφήνοντας πολλές υποσχέσεις για το συγγραφικό της μέλλον.
Αντάξιο των προσδοκιών που γέννησε το πρώτο του βιβλίο είναι και το Ψάρι και το ζάρι του Κώστα Σιαφάκα. Υπήρξε κι εκείνος υποψήφιος με την Αντανάκλαση (Σμίλη, 2018), μια συλλογή μικρών πεζών, για το βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περ. Αναγνώστης. Στην καινούργια του συλλογή, ο Σιαφάκας έχει μετακινηθεί από τις ιστορίες μπονζάι, που ολοκληρώνονται συχνά μέσα στα όρια μιας σελίδας, σε λίγο εκτενέστερες εκδοχές μυθοπλασίας, που όμως δεν ξεφεύγουν από τα όρια του μικροδιηγήματος.
Ολα τους ολιγοσέλιδα, εκκινούν συχνά από μια πρωτότυπη, πολλές φορές παράδοξη αφετηρία, όπως στο ομότιτλο της συλλογής διήγημα: «Ενα ψάρι κατάπιε ένα ζάρι, κι από τα βράγχιά του ξεπήδησαν, το ένα μετά το άλλο, αναπάντητα ερωτήματα», ή στο αμέσως επόμενο με τίτλο «Η βρύση»: «Μια νύχτα ο Μ είδε στον ύπνο του ότι φύτρωσε μια βρύση στο στήθος του».
Στο διήγημα με τον ευφάνταστο τίτλο «Ο θρήνος του αυγού», η πρώτη φράση αναφέρεται σε μια κότα που την ώρα που κλωσούσε τ’ αυγά της άκουσε λυγμούς. Το αλληγορικό στοιχείο, η υπερρεαλιστική αύρα, η έλξη προς το παράλογο και το ονειρικό ήταν παρόντα ως στοιχεία γραφής και στο προηγούμενο βιβλίο του συγγραφέα, που όμως εδώ τους προσφέρει μεγαλύτερο χώρο και χρόνο για να αναπτυχθούν. Η ποιητική συμπύκνωση, χωρίς να έχει εξαφανιστεί, έχει παραχωρήσει τη θέση της στην αφηγηματική ευφορία ενός παραμυθά.
Αλλωστε πολλά από τα διηγήματα της συλλογής έλκουν την καταγωγή τους από τον μύθο και το παραμύθι, σε μια σύγχρονη όμως εκδοχή, άλλοτε χιουμοριστική (όπως στο διήγημα «Το φιλί») κι άλλοτε στοχαστική ή μελαγχολική (όπως στο διήγημα «Δύση»). Κατά τη γνώμη μου, ξεχωρίζουν, μικρά διαμάντια, δύο διηγήματα: «Ο διάδρομος» και «Υποβρύχια σκέψη». Στο πρώτο, η γλώσσα, λαμπερή, αιχμηρή κι ακριβής σαν λάμα μαχαιριού, ανατέμνει τις σχέσεις ενός ζευγαριού που μοιράζονται τα δωμάτια ενός σπιτιού, με τον διάδρομο ως ουδέτερη ζώνη, ως όριο ή συνδετικό κρίκο, ενώ στο δεύτερο, η παιχνιδίζουσα, στραφταλιστή γλώσσα ταιριάζει γάντι ή ίσως βατραχοπέδιλο στις καταδύσεις του συγγραφέα στην τέχνη της γραφής.
Ο Σιαφάκας άλλωστε δεν χορταίνει, εφοδιασμένος με τις μπουκάλες της εικαστικής του παιδείας και τη μάσκα του προσωπικού του λογοτεχνικού οράματος, να κατέρχεται στα σκοτεινά βάθη του υποσυνείδητου, φέρνοντας στο φως μικρούς κρυμμένους θησαυρούς, απλούς αλλά και περίτεχνους, όπως ένα ζάρι στην κοιλιά ενός ψαριού.
