Από το 1927 έως τις τελευταίες μέρες της ζωής του, ο Βάλτερ Μπένγιαμιν κουβαλούσε μαζί του, διανοητικά όσο κι εντελώς υλικά (σε έναν χοντρό χαρτοφύλακα που κατέληξε στα χέρια του Ζορζ Μπατάιγ και φυλάχθηκε χάρη στις προσπάθειές του στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Γαλλίας), αυτό που έμεινε γνωστό ως Passagen-Werk: το ημιτελές σχέδιό του για μια κοινωνική ιστορία του Παρισιού του 19ου αιώνα κάτω από το έμβλημα μιας κρίσιμης πολιτισμικής μορφής, των φαντασμαγορικών παρισινών στοών.
Χωρισμένες σε υποφακέλους ή δεσμίδες, οι χιλιάδες σημειώσεις του Μπένγιαμιν για τις Στοές του, από παραθέματα πασίγνωστων ή ολότελα λησμονημένων έργων της εποχής μέχρι πρωτότυπες σκέψεις που βρήκαν τον δρόμο τους σε άλλα, πιο ολοκληρωμένα γραπτά του ή έμειναν αποσπασματικές στα χαρτιά του, εκδόθηκαν πολλά χρόνια αργότερα στις κυριότερες ευρωπαϊκές γλώσσες, μελετήθηκαν διεξοδικά και τώρα ένα μέρος τους, μικρό μεν αλλά ίσως το πιο φημισμένο, κυκλοφορεί στα ελληνικά: η «Δεσμίδα Ν», που δικαίως χαρακτηρίζεται από τον μεταφραστή της ελληνικής έκδοσης Μανόλη Αθανασάκη «μια θεωρητική νησίδα, ένα είδος μεταεργασίας για το Passagen-Werk», στην οποία «θα καταστρωνόταν το επιστημολογικό υπόβαθρο της υπόλοιπης εργασίας» (σελ. 20).
Στη «Δεσμίδα Ν» ο αναγνώστης του Μπένγιαμιν αναγνωρίζει αμέσως ιδέες ή και διατυπώσεις που περιελήφθησαν αυτούσιες ή ελαφρά τροποποιημένες στα σημαντικά του κείμενα για τον Μποντλέρ, στο δοκίμιό του για το «Εργο τέχνης στην εποχή της τεχνικής του αναπαραγωγιμότητας» και βέβαια στις θέσεις «Για την έννοια της Ιστορίας», το γραπτό που συγγενεύει περισσότερο με τη «Δεσμίδα Ν» από την άποψη της θεματολογίας και της σκόπευσης:
αμφότερα καταγίνονται μαχητικά με τη φιλοσοφία της Ιστορίας, οι «Θέσεις» εν είδει φιλοσοφικού μανιφέστου και πολιτικής διαθήκης, η «Δεσμίδα Ν» ως εν εξελίξει μεθοδολογικός, πρακτικά προσανατολισμένος στοχασμός για ένα ακόμα άγραφο βιβλίο Ιστορίας, με τα διαβάσματα του συγγραφέα να εκτίθενται στα μάτια του αναγνώστη, με τις προθέσεις του να διακηρύσσονται χωρίς αυτολογοκρισία, με τους στόχους της κριτικής του να φανερώνονται τη στιγμή ακριβώς που γίνονται χρήσιμοι παρά τη θέλησή τους, όταν αποσπώνται –ενίοτε βίαια– από τα συμφραζόμενά τους και από τις αρχικές τους σκοπιμότητες για να αξιοποιηθούν υπό το μεσσιανικό πρίσμα της «λύτρωσης».
Το μέσο αυτής της κατά Μπένγιαμιν «αποκαταστατικής» κριτικής είναι η «διαλεκτική εικόνα», η έννοια που συνέχει περισσότερο από κάθε άλλη τις καταχωρίσεις της «Δεσμίδας Ν», όντας άλλωστε εκείνη που υπήρξε σταθερά στο επίκεντρο των συζητήσεων του Μπένγιαμιν με τους Αντόρνο και Χορκχάιμερ όλα τα χρόνια της κυοφορίας και της τμηματικής μορφοποίησης των Στοών.
Στον Αντόρνο (του οποίου η σχέση με τον Μπένγιαμιν ήταν υπόδειγμα γνήσιας, δηλαδή υπό διαρκή αντιστροφή, σχέσης δασκάλου-μαθητή) οφείλεται ο πιο περιεκτικός ίσως ορισμός αυτού του κατευθυντήριου μίτου στη σκέψη του Μπένγιαμιν, από την αποσαφήνιση του οποίου θα εξαρτιόταν κατά πάσα πιθανότητα η ίδια η θεωρητική δυνατότητα ολοκλήρωσης των Στοών, αν το είχαν επιτρέψει οι εξωτερικές συνθήκες: «Οι διαλεκτικές εικόνες είναι αστερισμοί μεταξύ αλλοτριωμένων πραγμάτων και συναπτόμενης σημασίας, που ακινητοποιούνται τη στιγμή της αδιαφορίας μεταξύ θανάτου και σημασίας» (σελ. 96).
Τα αλλοτριωμένα πράγματα είναι τα εμπορεύματα, οι ανταλλακτικές αξίες στις οποίες συνάπτονται υποκειμενικά νοηματοδοτημένες, αναγκαστικά δευτερογενείς αξίες χρήσης –οι προθέσεις της «επιθυμίας» και του «φόβου», λέει ο Αντόρνο–, και καθήκον του ιστορικού υλιστή είναι εφεξής να δείχνει συγκεκριμένα, σε κάθε περίπτωση, πώς η αντικειμενική αλλοτρίωση, ο θάνατος, «εκφράζεται» (ο Μπένγιαμιν επιμένει στην «εκφραστική συνάφεια» μεταξύ οικονομίας και πολιτισμού, την οποία αντιπαραβάλλει στην κατά Μαρξ «αιτιώδη συνάφεια» των δύο – σελ. 81) ως υποκειμενικά φορτισμένη σημασία – συναίσθημα, τέχνη, γλώσσα με την ευρύτατη έννοια, αφού ακριβώς αυτή είναι ο τόπος όπου συναντά κανείς τις διαλεκτικές εικόνες (σελ. 87).
Σε πείσμα επομένως των προσλήψεων που θα ήθελαν τις Στοές του Μπένγιαμιν κάτι σαν φωτομοντάζ του 19ου αιώνα με εστίαση στην κατεξοχήν πρωτεύουσά του, το Παρίσι, η θεωρία των αλλοτριωμένων πραγμάτων, εξόχως γλωσσική, καλεί σε μια ενεργητική κατασκευή του αντικειμένου της από το «Τώρα της αναγνωρισιμότητας» (σελ. 137), από το οποίο «αυτό που υπήρξε» παύει να είναι ένα αδιάρρηκτο παρελθόν που προσφέρεται, παθητικά και μοιραία, σε ένα συγκαταβατικό παρόν.
Η μεθοδολογική αγωνιστικότητα της «Δεσμίδας Ν» έρχεται έτσι να αποκαταστήσει, παραδόξως, σαν μάχιμη φιλολογία της Ιστορίας έναν μαρξισμό ο οποίος ήδη από τότε (ο Μπένγιαμιν παραθέτει επ’ αυτού τη συντριπτική κρίση του Καρλ Κορς) είχε ξεπέσει σε «καθολική υλιστική κοσμοθεωρία». Με αυτή την έννοια και μόνο αποφετιχίζεται η περιώνυμη αποσπασματικότητα που διέγνωσαν οι επίγονοι στη σκέψη του Μπένγιαμιν σαν ίδιόν της, ενώ δεν ήταν στην πραγματικότητα παρά η μισερή μορφή που καταπιεστικά επέβαλλε ο ιστορικισμός στα «κουρέλια» και στα «απορρίμματά» του. Απέναντι σε αυτή την κοσμοϊστορική στρέβλωση, η σύνθεση-χρήση που επιτακτικά ζήτησε ο Μπένγιαμιν παραμένει ακόμα τόσο επίκαιρη όσο τότε που ένας χοντρός χαρτοφύλακας κρυβόταν περιμένοντας καρτερικά ένα νέο τώρα, μια νέα αναγνώριση.
