Σχετικά λησμονημένος σήμερα, σαν να υπάκουσε κι αυτός στον αδήριτο νόμο της εμπορευματικής κοινωνίας που θέλει τις (nolens volens) διασημότητες διάττοντες αστέρες σε έναν τεχνητό ουρανό, ο Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ, άλλοτε πρωτοπόρος στοχαστής της «μεταμοντέρνας κατάστασης», μας συστήνεται ξανά στα ελληνικά με το Απάνθρωπο, το οποίο, τριάντα και πλέον χρόνια μετά την πρώτη του έκδοση, έρχεται να καταστήσει σαφές ότι αυτό που ονομάστηκε μεταμοντερνισμός στη σύγχρονη σκέψη (αν και όχι απαραιτήτως σε άλλους τομείς, όπως οι εικαστικές τέχνες, η λογοτεχνία ή ο κινηματογράφος) υπήρξε ουσιαστικά ένα έμμονο πένθος του μοντέρνου μετά το πέρας του τελευταίου.
Ο Λιοτάρ, ομολογουμένως, έδωσε τις περισσότερες αφορμές από κάθε άλλο Γάλλο στοχαστή της γενιάς του ώστε να βρεθεί υπόλογος για όλα τα δεινά που τοποθετήθηκαν κάτω από την κατηγορία του μεταμοντερνισμού: εμφατικά αμέθοδος κι αποσπασματικός, φανατικός ακόλουθος εποχικών πνευματικών ρευμάτων (του ελευθεριακού σοσιαλισμού του «Σοσιαλισμός ή βαρβαρότητα» τη δεκαετία του ’50, της φιλοκαπιταλιστικής «λιβιδινικής οικονομίας» το ’60 και το ’70, της διαμάχης μοντέρνου-μεταμοντέρνου το ’80 και το ’90), αμετανόητος θιασώτης μιας παρανοημένης αισθητικοποίησης της πολιτικής που συνδέθηκε δόλια από τους πολιτικούς αντιπάλους του, τους υπερασπιστές της φιλελεύθερης «νεωτερικότητας», με το σκιάχτρο ενός νεκραναστημένου φασισμού.
Στο Απάνθρωπο, συλλογή από σύντομα και, όντως, «κουβεντιαστά» κείμενα, όπως υπόσχεται ο υπότιτλος του βιβλίου, οι αφορμές εξακολουθούν να δίνονται στιλιστικά, στο επίπεδο της μορφής, το περιεχόμενο όμως αποδεικνύεται αναπάντεχα παραδοσιακό. Ο Λιοτάρ αίρει την εμπιστοσύνη του στην ορολογία του μεταμοντέρνου, αναγνωρίζοντας ως τέτοιο, στην καλύτερη περίπτωση, ένα εγγενές όριο στο οποίο το μοντέρνο αυθυπερβαίνεται και νεύει στην ουτοπία. Αυτό ακριβώς το όριο βλέπει ο φιλόσοφος στις αισθητικές πρωτοπορίες του εικοστού αιώνα, αλλά και, πολύ νωρίτερα, στην καντιανή αναλυτική του υψηλού ή ακόμα και στον ίδιο τον «καρτεσιανό μοντερνισμό» που πρώτος ανήγαγε την ύλη σε ένα σημείο πλησίον του τίποτα και ύψωσε το πνεύμα στο άπαν.
Η ουτοπία, βέβαια, μόνο ως αρνητική μπορεί να γίνει κατανοητή. Το άμορφο, η άβυσσος, η αδιανόητη υλικότητα, το ανείπωτο, η «απάνθρωπη» παιδικότητα – όλες αυτές οι οικείες θεματικές των ιστορικών αβανγκάρντ αναβιώνουν από τον Λιοτάρ σαν εκ των έσω απαντήσεις στο τελικά μονότονο και απελπιστικά «ανθρωποκεντρικό» τεχνοκρατικό σύμπαν των ημερών μας, σαν διαλεκτικές αντιστροφές του, τρόπον τινά, τη στιγμή που καμιά άλλη, μη διαλεκτική διέξοδος δεν φαίνεται δυνατή, παρά τις αλλοτινές προσδοκίες.
Μοιάζει με παραδοχή ήττας η συχνή επανεμφάνιση του Αντόρνο σε αυτά τα κείμενα του Λιοτάρ, πολλά χρόνια από τότε που ο τελευταίος ασκούσε κριτική στον πρώτο, αποδίδοντάς του μια θεολογικού τύπου πίστη στην υποκειμενικότητα μετά ή παρά τον βεβαιωμένο θάνατο της τελευταίας. Οσο σημειακή κι αν έχει γίνει όμως η υποκειμενικότητα στον ώριμο Λιοτάρ, η υπόστασή της έχει πάψει να αμφισβητείται: η «θλιμμένη επιστήμη» του Αντόρνο μοιάζει να μην έχει ξεπεραστεί, μολονότι η θλίψη της έχει μετριαστεί τουλάχιστον όσο και η επιστημονικότητά της, με αποτέλεσμα η επιβίωσή της στον Λιοτάρ να θυμίζει έντονα εκείνη την «αριστερή μελαγχολία» που επέκρινε κάποτε ο Μπένγιαμιν.
Η καλύτερη ίσως απόδειξη γι’ αυτό είναι η ιδιάζουσα θέση που έχει στο βιβλίο το άλλο στοιχείο του υποτίτλου του, ο «χρόνος». Ο Βενσάν Ντεκόμπ είχε γράψει για Το Είναι και το Μηδέν του Σαρτρ ότι αναφορικά με το Είναι έλεγε μόνο πως… δεν μπορούμε να μιλήσουμε για το Είναι – και δεν θα ήταν υπερβολή αν υποστηρίζαμε ότι οι «κουβέντες» του Λιοτάρ για τον χρόνο περιορίζονται σε κάτι πολύ παρόμοιο: ο χρόνος δεν μπορεί να αρθρωθεί στην επικράτεια του απάνθρωπου, είναι το απόλυτο πριν (η γυμνή ύλη) ή το απόλυτο μετά (το Σύμπαν μετά τον θάνατο του ήλιου) ή, ιδεατά, το ίχνος και των δύο στις τελετουργικές, ακραία φορμαλιστικές εκφράσεις του αβανγκαρντισμού.
Αυτό το στιλιζαρισμένο «τώρα», η σύγχρονη εκδοχή του modo των moderni και της modernité, περισσότερο χρονικό απείκασμα παρά γνήσια χρονικότητα, παραπέμπει απευθείας στο διαρκές παρόν ενός πένθους χωρίς συναίσθημα πια, του οποίου το κύριο γνώρισμα είναι ότι πολυκαίρισε. Και έχει αναμφίβολα ένα μερίδιο αλήθειας αυτή η παγερή διάθεση που αναδύεται σχεδόν από κάθε γραμμή των κειμένων του Λιοτάρ: όσο το μεταμοντέρνο πασχίζει μάταια να γεννηθεί, το μοντέρνο ανακυκλώνει τον εαυτό του και, μοιραία κάποια στιγμή, τρώει τις ίδιες του τις σάρκες.
