Παράκαμψη προς το κυρίως περιεχόμενο
Καλή σοδειά πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων
ΧΑΡΗΣ ΠΑΠΑΔΗΜΗΤΡΑΚΟΠΟΥΛΟΣ
ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ

Καλή σοδειά πρωτοεμφανιζόμενων πεζογράφων

  • A-
  • A+

Τέσσερις συνεργάτες του Ανοιχτού Βιβλίου, κριτικοί λογοτεχνίας και συγγραφείς (Μαρία Στασινοπούλου, Γ. Ν. Περαντωνάκης, Ελενα Μαρούτσου και Χρίστος Κυθρεώτης) μας συστήνουν οκτώ πρωτοεμφανιζόμενους πεζογράφους.

Οκτώ δυναμικά πρόσωπα της γραφής: ανοιχτής ηλικιακής αφετηρίας, ετερογενούς βιωματικού υλικού, αλλά και διαφορετικής αφηγηματικής προοπτικής και διάθεσης. Πεζογράφοι που υπόσχονται, εν τοις πράγμασι, να μας απασχολήσουν και στο μέλλον, να εξελίξουν την ιδιοπροσωπία τους, να διεκδικήσουν το στίγμα τους στον χάρτη της νεοελληνικής λογοτεχνίας.

Δύο ξεχωριστές φωνές

Της ΕΛΕΝΑΣ ΜΑΡΟΥΤΣΟΥ

Το Χόλι μάουντεν του Νίκου Βεργέτη (υποψήφιος για βραβείο πρωτοεμφανιζόμενου πεζογράφου του περ. Αναγνώστης), είναι ο μονόλογος ενός καρκινοπαθή σε τελευταίο στάδιο. Ο αφηγητής βρίσκεται σε έναν θάλαμο νοσοκομείου και απευθύνεται στη σύντροφό του, η οποία όμως παραμένει βουβή και άρα αόρατη για τον αναγνώστη. Ο χειμαρρώδης αυτός μονόλογος -όλο το κείμενο διαβάζεται μονορούφι καθώς απουσιάζουν οι τελείες και τα κεφαλαία γράμματα- ξεκινάει με μια αναδρομή στην εποχή που άρχισε ως παιδί να αφηγείται ιστορίες, αναμνήσεις που δίνουν αφορμή σε σκέψεις για τη φύση της αλήθειας και του ψέματος.

Ο μονόλογος προχωράει ακολουθώντας ένα χαλαρό αλλά διακριτό νήμα ελεύθερου συνειρμού, πότε ανατρέχοντας στα παλιά, πότε σχολιάζοντας την κοινωνική πραγματικότητα, πότε φιλοσοφώντας, βυθιζόμενος στιγμές στιγμές σε έναν χώρο ημιδιαυγή, ανάμεσα σε ύπνο και ξύπνιο, όπου ο λόγος αποκτά τότε χαρακτήρα παραληρήματος.

Οι σκέψεις και οι αναμνήσεις πλέκονται διαρκώς με αναφορές σε ταινίες, τραγούδια και αναγνώσματα, καθώς «…έτσι είναι, όταν ο χρόνος τελειώνει και πασχίζουμε να θυμηθούμε όλα όσα ήμασταν, οι αναφορές είναι μέσα στο παιχνίδι, απαραίτητες θα έλεγα, ή μάλλον αναπόφευκτες, άλλωστε τι είμαστε; οι άνθρωποι που αγαπήσαμε, τα βιβλία που διαβάσαμε, οι τόποι που επισκεφτήκαμε, οι μουσικές που ακούσαμε».

Η αρρώστια και ο επικείμενος θάνατος δίνει στο κείμενο αρκετό συναισθηματικό βάρος χωρίς να γλιστράει στο μελόδραμα καθώς αντίβαρό του έχει έναν λόγο ενθουσιώδη κι αυτοσαρκαστικό. «… πολλά μπορείς να μου καταλογίσεις αλλά βαρετό δε με λες, με την πλάκα μου, τα σοβαρά μου, τις αμπελοφιλοσοφίες, με τα γέλια, την γκρίνια και τις φοβίες μου, απ’ όλα έχει ο μπαξές, γι αυτό σου λέω, μια μικρογραφία της ζωής είναι η κωλοαρρώστια αλλά συμπυκνωμένη, πολύ συμπυκνωμένη, ξέρεις, όταν νιώθεις το χρόνο να σε πιέζει σκαλίζεις βιώματα, ανασύρεις μνήμες, κάνεις σχέδια, τα πάντα, όμως ξέροντας ότι δεν έχεις χρόνο για χάσιμο αγχώνεσαι, αλήθειες, ψέματα, φόβοι, χαρές, λύπες μπαίνουν στο μπλέντερ και βγάζουν ένα κοκτέιλ άλλο πράμα, στάζει σουρεαλισμό, έλα να του βρούμε ένα όνομα, έτσι κι αλλιώς πολλά κοκτέιλ έχουν υπό μία έννοια σουρεαλιστικά ονόματα, λοιπόν πώς λες να το πούμε; να το πούμε για παράδειγμα νταλί λε φου; όχι δίκιο έχεις, μπανάλ, τι θα έλεγες για πινκ λίτλ ρίτσαρντ, σ’ άρεσε αυτό αλλά δεν τρελάθηκες κιόλας, λοιπόν θα το πούμε χόλι μάουντεν, από την ταινία του χοδορόφσκι, όταν πάτε που λες στον κύριο σωτήρη την επομένη της κηδείας θα του πεις να φτιάξει σε όλους χόλι μάουντεν, θα καταλάβει αυτός».

Ο καταιγιστικός μακροπερίοδος λόγος, η συνειρμική μέθοδος, η υπερρεαλιστική ενίοτε υφή, ο πυρετώδης αφηγηματικός ρυθμός καθώς και η πληθώρα των διακειμενικών αναφορών χαρακτηρίζουν επίσης και το σπονδυλωτό αφήγημα Κύριος Πηνελόπη, της πρωτοεμφανιζόμενης Ελένης Γιαννάτου. Εδώ μάλιστα η διακειμενικότητα αναδεικνύεται όχι μόνο σε κορμό των οκτώ σπονδυλωτών αφηγημάτων, αλλά θα έλεγα πως αποτελεί την πρωτογενή τους ύλη, το μέσο αλλά και το κεντρικό τους θέμα.

Οπως η λέξη στηρίζεται πάνω σε έναν συνδυασμό φωνημάτων, έτσι μπορεί να πει κανείς πως το κείμενο εδώ δομείται πάνω σε έναν συνδυασμό βιβλιοφιλικών, μουσικών ή σινεφίλ αναφορών, αποσπασμάτων, δανεικών ηρώων, φέρνοντας στον νου ένα ιδιότυπο, παιγνιώδες κολάζ. Το αποτέλεσμα όμως τελικά είναι μια μοναδική σύνθεση, ένα πρωτότυπο βιβλίο βασισμένο στην παραδοχή πως στην τέχνη όχι μόνο δεν υπάρχει παρθενογένεση αλλά, αντιθέτως, κάθε δημιούργημα έλκει την καταγωγή του από πλήθος γεννητόρων.

Οπως ο αφηγητής στη νουβέλα του Βεργέτη μονολογεί καρφωμένος στην ύπτια θέση, έτσι και η αφηγήτρια της Γιαννάτου δηλώνει πως ζει καθηλωμένη και γράφει. «Είμαι μια Πηνελόπη που κεντάει, μια μαϊμού μπροστά στη γραφομηχανή της που γράφει ξανά και ξανά την ίδια ιστορία». Υπάρχει κι εδώ, όπως και στο Χόλι μάουντεν η κινητήριος δύναμη των σπαραγμάτων της μνήμης που η γραφή προσπαθεί να τους δώσει μορφή και συνοχή.

Και φυσικά υπάρχει ο Αλλος ως αόρατος ακροατής, ως απούσα παρουσία, κάποιος που του μιλάμε ενώ δεν είναι εκεί. «Γράφω», μας λέει η αφηγήτρια της Γιαννάτου, «Γλείφω το γλειφιτζούρι της φυγής των άλλων που δεν λιώνει ποτέ». Οπως ο Ρολάν Μπαρτ έγραφε στα Αποσπάσματα του ερωτικού λόγου πως ερωτευμένος είναι αυτός που περιμένει, η Γιαννάτου βάζει στη θέση του ερωτευμένου αυτόν που γράφει (τον κύριο Πηνελόπη), κεντώντας και ξανακεντώντας το κενό της απουσίας με τα σημαδάκια της αλφαβήτου.

Το Χόλι μάουντεν και ο Κύριος Πηνελόπη με τις μικρές τους ίσως αδυναμίες (το πρώτο βρίσκει πραγματικά το βάρος και το βάθος του από τη μέση και μετά, ενώ το δεύτερο καμιά φορά αποθαρρύνει τον αναγνώστη με την πυκνότητα του πλέγματος των διακειμενικών αναφορών που καλείται να διασχίσει) είναι δύο πολύ αξιόλογα βιβλία με νεωτερική μορφή, ευφυή, στοχαστικά, αλλά και παιγνιώδη. Σημαντικό τους πλεονέκτημα το γεγονός πως, παρόλο που προέρχονται από πρωτοεμφανιζόμενους συγγραφείς, διαθέτουν διαμορφωμένο ήδη ύφος και διακριτό στίγμα γραφής.

-------------------------------------------------------------

Σχέσεις και ρήγματα

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ολο και περισσότερο νέοι συγγραφείς δηλώνουν την αμφισβήτησή τους στον θεσμό της οικογένειας, στην καταπιεστική της φύση, στην απόσταση που τους χωρίζει από τους γονείς, στο χάσμα γενεών, στην παρωχημένη νοοτροπία της προηγούμενης γενιάς που πνίγει τους νέους με τον κατεστημένο τρόπο σκέψης.

Σ’ αυτό το πλαίσιο τα «Ρήγματα» στηρίζονται σε ένα γυναικείο τρίγωνο (ενίοτε τετράγωνο) το οποίο αποδίδει αυτή την ύπουλη ασφυξία που βιώνει η μία γενιά από την άλλη. Αποτελείται από τρεις αφηγήσεις με κέντρο την Αλίκη, που ζει στο Παρίσι, την Ερμιόνη, τη μητέρα της, που είναι φαρμακοποιός, και τη Μαίρη, τη θεία της Αλίκης, που είναι χορεύτρια. Η νεαρή καταπιέζεται από τη μητέρα της και θαυμάζει τον αντικομφορμισμό της θείας της, η οποία, μολονότι είχε εισαχθεί στην Οδοντιατρική, την παράτησε και προτίμησε να ασχοληθεί με τον χορό. Η Μαίρη καταπιεζόταν από τη δική της μητέρα και έβλεπε την Ερμιόνη να συντάσσεται, συχνά σιωπηλά, με τη μάνα τους, υιοθετώντας κι εκείνη μια ανάλογα συμβατική συμπεριφορά.

Για να προβάλει η Ελενα Γκιβίση τις τρεις γωνίες αυτής της ενδοοικογενειακής πόλωσης, δίνει σε κάθε γυναίκα τη δική της ορίζουσα. Μολονότι η καθεμία δεν διακρίνεται για τη δική της φωνή και συχνά μπλέκεται με τo σήμα που εκπέμπει η άλλη, είναι σημαντικό που η νεαρή συγγραφέας προσπάθησε να ορίσει κάθε ηρωίδα με ένα χαρακτηριστικό το οποίο δείχνει τη στάση της απέναντι στη ζωή. Η Αλίκη αναζητεί το νόημα και σκέφτεται σαν σημειολόγος που θέλει να νοηματοδοτήσει τον κόσμο γύρω της, η Μαίρη εκφράζεται με τον χορό και όλα γι’ αυτήν είναι κίνηση, ενώ η Ερμιόνη μαγειρεύει, κάνοντας το φαγητό βραχίονα της παράδοσης η οποία ενώνει τις οικογένειες και επιβάλλει την κοινή της γραμμή.

Τα πρώτα βιβλία, όπως τα «Ρήγματα», έχουν μια αυτοβιογραφική βάση, αλλά το σημαντικό είναι πόσο αυτή μπορεί να αντικατοπτρίζει ευρύτερους προβληματισμούς. Η Ελ. Γκιβίση το καταφέρνει, καθώς το γυναικείο της τρίγωνο αντανακλά μια σύγχρονη συνθήκη, στην οποία η διαδοχή των γενεών, παρά την όποια απελευθέρωση, δεν έχει εγκαταλείψει ίχνη κομφορμισμού και έμμεσης καταπίεσης. Σημειολογικές, καλλιτεχνικές και γαστρονομικές προσεγγίσεις είναι οι τρεις τρόποι με τους οποίους η γυναίκα σήμερα διασταυρώνει το ξίφος της με τον κόσμο.

----------------------------------------------------------

Προσομοίωση ζωής

Της ΜΑΡΙΑΣ ΣΤΑΣΙΝΟΠΟΥΛΟΥ

Με τον τίτλο Καρμπόν, λέξη που δηλώνει μίμηση και αντιγραφή, για να επιτευχθεί η απόλυτη ομοιότητα ενός αντιγράφου με ένα πρωτότυπο, κυκλοφόρησε το πρώτο μυθιστόρημα του Γιώργου Κούβα (1974). Ηλεκτρολόγος μηχανικός έχει σπουδάσει ο συγγραφέας και ειδικεύεται στον σχεδιασμό καινοτόμων ιατρικών συσκευών. Δεν είναι η πρώτη φορά που η επιστήμη συμπορεύεται με τη λογοτεχνία, μπολιάζοντάς την με ειδικού τύπου εμπειρίες. Γιατροί, βιολόγοι, μαθηματικοί, αστροφυσικοί, περιβαλλοντολόγοι, αρχαιολόγοι, πυκνώνουν τις τάξεις της.

Η αρχική απορία για τι είδους καρμπόν μιλάμε, καλύπτεται σταδιακά στην πορεία της αφήγησης. Ηρωάς μας ο Αρης Κοντός, ένας άνθρωπος αντικοινωνικός, κατ’ επιλογήν μόνος, «που νιώθει ξένος στη ζωή του». Ενα παιδί προβληματικό που άργησε να μιλήσει και στο Δημοτικό οι συμμαθητές του τον φωνάζουν ρομπότ, που απομονώνεται και παίζει εμμονικά με τα πλέιμομπιλ.

Μεγαλώνοντας πέρασε σε κάποιο ΤΕΙ Μηχανολογίας και κατόπιν έγινε μεταφορέας και συναρμολογητής στην πολυεθνική εταιρία Pitch Pine. Ενα ατύχημα στη δουλειά τον τραυματίζει στο κεφάλι και αρχίζει να ακούει έντονους ήχους και εμβοές. Σιγά σιγά συνειδητοποιεί ότι μπορεί να συλλαμβάνει ήχους, τόσο από τα γειτονικά διαμερίσματα στην πολυκατοικία όπου ζει, όσο και από την κίνηση του δρόμου και της πολιτείας, γεγονός που του αλλάζει τη ζωή.

Σε μια στιγμή υπαρξιακής κρίσης αναρωτιέται «αν θα μπορούσε κάποτε να βιώσει στην πραγματικότητα τη συγκίνηση ενός σπουδαίου επιτεύγματος» και αρχίζει, με θεμιτά και αθέμιτα μέσα, να παρακολουθεί τη ζωή του Φίλιππου Ροδόπουλου, εναλλακτικού καλλιτέχνη, που ζει στο ρετιρέ διαμέρισμα πάνω από το δικό του και να αντιγράφει, εδώ παίζει το καρμπόν, ό,τι κάνει και ζει εκείνος. Γίνεται άλλος στη θέση του άλλου.

Αποθέωση της εικονικής πραγματικότητας, της προσομοιωμένης ζωής. Ενας άνθρωπος, θύμα της φυσικής του κατάστασης από τη μια και της κοινωνικής αντιμετώπισης από την άλλη, πασχίζει να ανακαλύψει ή να συγκροτήσει εξαρχής την ταυτότητά του. Με αντιγραφές, μιμήσεις και πλαστοπροσωπίες.

Η ιστορία του, «η παράσταση που θέλει να στήσει», ξεκινά μια νύχτα του Σεπτεμβρίου, όταν ένας απρόβλεπτος σεισμός τον οδήγησε στην ταράτσα της πολυκατοικίας του. «Ερωτοτροπώντας με την αυτοκτονία, πασχίζοντας για μια έσχατη λύση, πήρα τη θαρραλέα απόφαση: να κάνω τη ζωή του κούφιου ζωγράφου δούρειο ίππο μέσω του οποίου θα τολμούσα τη μεγαλειώδη έξοδο από τη μετριότητα». Αφού καταλήξει και στη φυλακή, σ’ αυτό το παιχνίδι παραποίησης στοιχείων, στο τέλος ο Αρης Κοντός αποδέχεται την ταυτότητά του.

Δεν μπορεί να μείνει ασχολίαστος ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας αναφέρεται στους ήχους. Φανταστικό ηχοδοκίμιο θα μπορούσαμε να το χαρακτηρίσουμε και να επιχειρήσουμε τη συγκρότηση ενός ιδιότυπου ηχολεξικού.

Χιούμορ υποδόριο και διαβρωτικό συντηρεί το μεταίχμιο της τρέλας και της λογικής, της πραγματικότητας και του παραμυθιάσματος, στο οποίο κινείται η αφήγηση. Κάπου όμως στην υπερβολή, έχω την αίσθηση ότι το παιχνίδι χάνεται λίγο. Ενώ το βιβλίο διαθέτει προδιαγραφές επιτυχίας και πρωτότυπο υλικό, του λείπει το εξαιρετικό εκείνο στοιχείο που θα το απογείωνε.

Ενα ενδιαφέρον ξεκίνημα που μας προετοιμάζει για τη συνέχεια.

-------------------------------------------------------

Η ηχώ του θανάτου

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΥΘΡΕΩΤΗ

Εχοντας δύο ποιητικές συλλογές ήδη στο ενεργητικό της, η Χρυσούλα Κουμανίδου κάνει την πρώτη της εμφάνιση στην πεζογραφία με την ατμοσφαιρική νουβέλα «Η μαύρη κλωστή» που περιστρέφεται γύρω από τον θάνατο μιας γυναίκας, της Ισιδώρας. Χρησιμοποιώντας λιτή γλώσσα και λεπταίσθητη προσέγγιση, η Κουμανίδου παρακολουθεί την πορεία ενός αστερισμού οικείων προσώπων της εκλιπούσης μετά τον θάνατό της: τις ζωές τους, τις έγνοιες τους, τη δυναμική που αναπτύσσεται στις μεταξύ τους σχέσεις και κυρίως τον τρόπο με τον οποίο η αύρα της Ισιδώρας εξακολουθεί να τους περιβάλλει.

Οι δυο γιοι της -ο άνεργος και συναισθηματικός Αρης και ο δυναμικός και ρεαλιστής Αλέξανδρος-, η εγγονή Ανια και η οικιακή βοηθός Λουντμίλα, εμπλέκονται σε μια έξυπνα στημένη χορογραφία, καθοριστικά σημαδεμένη από τα στάδια του πένθους για τον θάνατο της Ισιδώρας. Στην πορεία ολόκληρα κομμάτια της οικογενειακής τους ιστορίας αποκαλύπτονται και εξετάζονται σε νέο φως, ενώ ταυτόχρονα οι τέσσερις ήρωες οδεύουν, έστω διστακτικά και αβέβαια, προς το μέλλον.

Αθέατη πρωταγωνίστρια σε όλη την πορεία του βιβλίου είναι η νεκρή Ισιδώρα, το πνεύμα της οποίας, χάρη στους λεπτούς χειρισμούς της πεζογράφου (τόσο στο επίπεδο της δομής όσο και στο επίπεδο της ατμόσφαιρας) συνοδεύει τους υπόλοιπους διακριτικά, ξεκλειδώνοντας τις σημασίες και τα συναισθήματα των πράξεών τους. Το συγκινητικό επιλογικό κομμάτι του βιβλίου συνοψίζει τις αρετές του, επαναλαμβάνει με τρόπο κομψό όσα η πεζογράφος πέτυχε σε αυτή την άρτια πρώτη εμφάνισή της.

-------------------------------------------------------

Μπουρεκάκια για κάθε χρήση

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Το ιδιαίτερο στα διηγήματα της Σοφίας Μπραϊμάκου δεν είναι απλώς η χρήση του φαγητού στη λογοτεχνία μας. Μια τέτοια γαστρονομική παράδοση κρατά τουλάχιστον από το «Γιάντες» της Αμάντας Μιχαλοπούλου (Καστανιώτης 1996). Είναι ότι πολλά από τα διηγήματα της πρωτοεμφανιζόμενης πεζογράφου είναι γραμμένα με την τεχνική του μπουρεκιού, όπου στρώσεις πατατών, κολοκυθιών, ανθότυρου και άλλων υλικών αλληλοπεριχωρούν, ώστε το ένα συστατικό να λιώσει μέσα στο άλλο.

Η συγγραφέας απλώνει φύλλα καθημερινότητας, ουτοπικών σεναρίων, γαστρονομικών γεύσεων, διαπροσωπικών και δη οικογενειακών σχέσεων, για να οριοθετήσει μικρόκοσμους και να προβάλλει ήρωες κι αντιήρωες. Κατά βάση η γραφή της είναι ρεαλιστική, αφού αφηγείται τις ιστορίες της με αληθοφάνεια που δεν αφήνει περιθώρια για αμφιβολίες. Στο πρώτο ομώνυμο με τη συλλογή διήγημα παραλληλίζεται η τυπολατρία ενός διορθωτή λαθών με τη ζωή του, στο «Καμιά σουπίτσα» η ανεργία συνδυάζεται με τις φήμες για το τέλος του κόσμου, στους «Γίγαντες» η μετανάστευση σχετίζεται με το οδυνηρό οικογενειακό περιβάλλον, στα «Αυγά μάτια» η αιώνια μητέρα καταπιέζει και ελέγχει, στο «Αρνάκι με δαμάσκηνα» η κλονισμένη συζυγική σχέση επανορθώνεται.

Το σύμπαν των χαρακτήρων της είναι οικείο: η νεοελληνική καθημερινότητα, κυρίως των μικροαστών, με όλες τις αγωνίες τους και τις δεισιδαιμονίες τους, από το φτύσιμο και το ξεμάτιασμα ώς τα βοτάνια για τις μέρες της κύησης …ώστε να αποφευχθεί το επερχόμενο! Αγοροκόριτσα και ανασφαλείς τύποι, ασύμπτωτοι με το περιβάλλον τους, αναποφάσιστοι άνδρες και τσαούσες γυναίκες είναι άνθρωποι που συναντώνται σε ένα πιάτο φαγητό και προσπαθούν να ξεπεράσουν τα αδιέξοδά τους.

Κι επειδή το φαγητό στην Ελλάδα αποτελεί δείκτη πολιτισμικής συμπεριφοράς, είτε αφορά την παρασκευή του στην κουζίνα, είτε την κατανάλωσή του στο τραπέζι, καταδεικνύει τη δυναμική της οικογένειας, τα ρήγματα και τις σχάσεις των ανθρώπινων σχέσεων, την καθημερινότητα ως πεδίο ανταγωνισμών και συναισθημάτων, τον έρωτα και τον χωρισμό.

Μπορούμε να σταθούμε στη γλώσσα της συγγραφέως που διακρίνεται από αμεσότητα αλλά κι από νεανική ορμή, ένα κράμα σαφήνειας και λεκτικών ελιγμών (π.χ. «ρεσιτάλ επιδαύριας κατίνας»). Μπορούμε, επίσης, αν θεωρήσουμε μερικές υπερβολές μελοδραματισμού και τραγικότητας δευτερεύουσας σημασίας, να κρατήσουμε μερικά διηγήματα με έντονη κοινωνική ματιά, άλλα με συγκίνηση και πολλά με έμφαση στο καθημερινό που υποκρύπτει περισσότερα απ’ όσα φαίνονται.

----------------------------------------------

Αγγέλων και δαιμόνων

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ο κόσμος του Νικήτα Παπακώστα είναι γεμάτος ανθρώπους, αγγέλους και δαίμονες. Είναι ο χώρος της υπαίθρου που, παράλληλα με τη δική μας πραγματικότητα, ομνύει και σε έναν μεταφυσικό θίασο, στον οποίο πλήθος στοιχειά παίζουν τον δικό τους, αιμοδιψή κατά βάση, ρόλο. Είναι ένα είδος νεοηθογραφίας, που συναιρεί το αγροτικό-επαρχιακό με τη δεισιδαιμονία και το θρησκευτικό με το συμβολικό.

Η δεκαπεντάχρονη Μαρία, που σκότωνε γατάκια, κι ο Φώτης, που έχασε το δάκτυλό του στην αλωνιστική, παντρεύονται. Ο Φώτης γίνεται παπάς κι η Μαρία παπαδιά, αλλά δίπλα στον Θεό τους λεγεώνες πνευμάτων λυσσομανούν για εκδίκηση, αίμα και θάνατο. Πρώτο θύμα το πρωτότοκο αγόρι τους, που πεθαίνει -με ανθρώπινη παρέμβαση- στη γέννα, αλλά κι η ίδια η Μαρία που αγγελοκρούεται και βγαίνει εκτός εαυτού. Κινείται διαβολικά αλλόφρων και καίει τα ρούχα της, τιθασεύει μαγικά ένα ανήμερο μαύρο άτι και προβαίνει σε άλλες δύο παιδοκτονίες.

Ο κόσμος του Νικήτα Παπακώστα είναι γεμάτος ανθρώπους, αγγέλους και δαίμονες. Υπάρχει αφενός ο Θεός κι ο υπηρέτης ιερέας του κι αφετέρου, σε μια παράλληλη πραγματικότητα, δαιμόνια και ψυχές που εμφορούνται από ένα υπερφυσικό κακό, ικανό να πλήξει τους ανθρώπους. Το άξιο προσοχής είναι ότι ο αναγνώστης νιώθει αυτό το θριλερικό κλίμα να τον τυλίγει, εισέρχεται συνταραγμένος σ’ αυτήν την ατμόσφαιρα κι αισθάνεται το φορτίο της να βγαίνει από το βιβλίο. Ψυχανεμίζεται το κακό στον αέρα κι αναζητεί σύμβολα και νήματα ερμηνείας.

Η παιδοκτόνος εντάσσεται στη σειρά της Μήδειας και της Φόνισσας, αλλά εδώ τα κίνητρα δεν είναι η εκδίκηση ή η «φιλευσπλαχνία», αλλά μια εωσφορική δύναμη που οδηγεί στο κακό. Ο παραλληλισμός με τον Χριστό και τη Σταύρωση, η εικόνα της Παναγίας, της συνονόματης με την ηρωίδα, και άλλα στοιχεία θρησκευτικής και παραθρησκευτικής διακειμενικότητας διαμορφώνουν ένα σκοτεινό αλληγορικό σκηνικό, που εξηγείται μόνο μεταφυσικά, αλλά στο τέλος η αναφορά σε επιστημονικές εκτιμήσεις ξαναφέρνει το κείμενο στο «ανάμεσα». Ούτως ή άλλως, η φανταστική λογοτεχνία αφήνει πάντα εκκρεμή την εξήγηση ανάμεσα στο ρεαλιστικό και το μη ρεαλιστικό. Κι εμείς μετεωρούμαστε μετά φόβου και πάθους…

-------------------------------------------------------------

Η διελκυστίνδα της μνήμης και της λήθης

Του ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΥΘΡΕΩΤΗ

Με την επίπονη και παρατεταμένη μνημονική ανάκληση ενός τραύματος κάνει την πρώτη της εμφάνιση στη λογοτεχνία η Αλίκη Στελλάτου. Ηρωίδα μια μυστηριώδης γυναίκα με το όνομα Μαρία, που από την αρχή του βιβλίου παλεύει να ανακαλέσει ένα γεγονός το οποίο καταλαμβάνει έναν ακαθόριστο χώρο στη μνήμη της, χωρίς να μπορεί ακόμα να το προσδιορίσει. Καθώς ο αγωνιώδης μονόλογός της αναπτύσσεται, μια αποσπασματική ιστορία αρχίζει σταδιακά να συγκροτείται, σε έναν λαβύρινθο από φωτεινά και σκοτεινά σημεία, μέσα στον οποίον η Μαρία μοιάζει να επιδιώκει να περιπλανηθεί.

Η Μάρθα από την άλλη πλευρά, η δεύτερη φωνή της ηρωίδας, βαδίζει πιο αποφασιστικά προς το τέλος: την αποκάλυψη της συσκοτισμένης μνήμης. Η δική της δευτεροπρόσωπη αφήγηση, πιο κοφτή και εστιασμένη στα γεγονότα σε σχέση με τον μακροπερίοδο, σπειροειδή και γεμάτο παρεκβάσεις πρωτοπρόσωπο λόγο της Μαρίας, τείνει να αποκαταστήσει τη συνοχή στους συνειρμούς και τις σκόρπιες εικόνες που κατακλύζουν το μυαλό της ηρωίδας. Η μία ψάχνει και η άλλη βρίσκει, όπως το θέτει χαρακτηριστικά η Στελλάτου, με τη διαλεκτική αυτών των δύο φωνών να αναδεικνύεται σε ένα από τα ισχυρότερα στοιχεία της νουβέλας της.

Παρά τις εξωτερικές διαφορές τους, οι οποίες δικαιολογούνται από τους πιο πάνω διαφορετικούς ρόλους που επιτελούν στην οικονομία του βιβλίου, οι δυο αφηγήσεις είναι πειστικές ως φωνές της ίδιας γυναίκας. Μέσα από τη μεταξύ τους τριβή η Στελλάτου μάς μιλάει για τις αντίρροπες δυνάμεις που δρουν μέσα στον καθένα και τον σπρώχνουν είτε προς τη λήθη είτε προς τη μνήμη. Το μείγμα των πραγμάτων που θυμόμαστε και ξεχνάμε είναι σε τελική ανάλυση αποτέλεσμα ενός συμβιβασμού ανάμεσα στις δύο αυτές δυνάμεις.

Υπό μία έννοια ο ίδιος ο εαυτός μας είναι προϊόν ενός παρόμοιου συμβιβασμού, εξ ου και η υποβλητική νουβέλα της Στελλάτου μπορεί να διαβαστεί και ως το αγωνιώδες οδοιπορικό ενός ανθρώπου που προσπαθεί να ανακαλύψει ποιος είναι ή έστω να κατασταλάξει σε μία εκδοχή που στο εξής θα υιοθετεί. Γι’ αυτό έχω την αίσθηση πως το ίδιο το συμβάν, που αποκαλύπτεται στο τέλος ως το κέντρο αυτής της μαιανδρικής αναζήτησης, αν και απαραίτητο μυθοπλαστικά, δεν έχει τόση σημασία για την αξία του βιβλίου. Μεγαλύτερη σημασία έχει η λεπτομερής χαρτογράφηση αυτής της εσωτερικής διαμάχης, αλλά και η αριστοτεχνική κλιμάκωση της πορείας που χαράζει η Στελλάτου προς την τελική αποκάλυψη του απωθημένου γεγονότος.

ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Τρεις αξιοπρόσεκτες πρωτοεμφανιζόμενες φωνές
Από τις «Ασύμβατες διαδρομές» της Βάσως Σπηλιοπούλου στη «Γλυσίνα», την πρώτη συλλογή διηγημάτων της Λένας Κορομηλά και την πρώτη συλλογή διηγημάτων της Μαρίας Βέρρου τα «Σκάμματα του χρόνου».
Τρεις αξιοπρόσεκτες πρωτοεμφανιζόμενες φωνές
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Μισαλλοδοξία και ανεκτικότητα
Η «μονοδοξία» είναι όρος της Π. Αθανασιάδη. Περιγράφει εύστοχα τη σταδιακή επιβολή της μίας και μοναδικής «δόξας» στο κοσμοπολιτικό πνευματικό περιβάλλον της όψιμης Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, «την πορεία ενός...
Μισαλλοδοξία και ανεκτικότητα
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Οψεις της γυναικείας εμπειρίας
Το εν λόγω κείμενο υπήρξε κομβικό για την ιστορία του γυναικείου κινήματος καθώς έγινε ένα είδος «μανιφέστου» για τη γυναικεία χειραφέτηση, είχε μεγάλη απήχηση στις φεμινίστριες της δεκαετίας του 1970 αλλά και...
Οψεις της γυναικείας εμπειρίας
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Το σύστημα της ελευθερίας και οι φιλόσοφοί του
Σχεδόν μισό αιώνα μετά την εκφώνησή τους, οι διαλέξεις του Ντίτερ Χένριχ για τον γερμανικό ιδεαλισμό στο Πανεπιστήμιο του Χάρβαρντ το 1973, που κυκλοφόρησαν χρόνια αργότερα στα αγγλικά με τίτλο «Μεταξύ Καντ...
Το σύστημα της ελευθερίας και οι φιλόσοφοί του
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Πέρα από το ανθρώπινο
Η Κλαρίσε Λισπέκτορ γεννήθηκε το 1920 στο Τσετσέλνικ της Ουκρανίας. Θεωρείται κορυφαία συγγραφέας και κύρια εκπρόσωπος του μοντερνισμού (ή μεταμοντερνισμού;) στη βραζιλιάνικη λογοτεχνία. Συγκρίθηκε με τη...
Πέρα από το ανθρώπινο
ΑΝΟΙΧΤΟ ΒΙΒΛΙΟ
Φωτογραφίες για αποτυχημένες σχέσεις
Εγραφα κάποια στιγμή, υπό τη γόνιμη επήρεια του Μιχαήλ Μπαχτίν, ότι ένα μυθιστόρημα θα μπορούσε να γράφεται από πολλούς συγγραφείς, επειδή πολυφωνικό και πολυεστιακό χρειάζεται τη ματιά πολλών ανθρώπων, ώστε...
Φωτογραφίες για αποτυχημένες σχέσεις

Η efsyn.gr θεωρεί αυτονόητο ότι οι αναγνώστες της έχουν το δικαίωμα του σχολιασμού, της κριτικής και της ελεύθερης έκφρασης και επιδιώκει την αμφίδρομη επικοινωνία μαζί τους.

Διευκρινίζουμε όμως ότι δεν θέλουμε ο χώρος σχολιασμού της ιστοσελίδας να μετατραπεί σε μια αρένα απαξίωσης και κανιβαλισμού προσώπων και θεσμών. Για τον λόγο αυτόν δεν δημοσιεύουμε σχόλια ρατσιστικού, υβριστικού, προσβλητικού ή σεξιστικού περιεχομένου. Επίσης, και σύμφωνα με τις αρχές της Εφημερίδας των Συντακτών, διατηρούμε ανοιχτό το μέτωπο απέναντι στον φασισμό και τις ποικίλες εκφράσεις του. Έτσι, επιφυλασσόμαστε του δικαιώματός μας να μην δημοσιεύουμε ανάλογα σχόλια.

Σε όσες περιπτώσεις κρίνουμε αναγκαίο, απαντάμε στα σχόλιά σας, επιδιώκοντας έναν ειλικρινή και καλόπιστο διάλογο.

Η efsyn.gr δεν δημοσιεύει σχόλια γραμμένα σε Greeklish.

Τέλος, τα ενυπόγραφα άρθρα εκφράζουν το συντάκτη τους και δε συμπίπτουν κατ' ανάγκην με την άποψη της εφημερίδας