Αντώνης Φουντούλης
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ριζοσπαστικές αναγνώσεις: Ιερατείο και τέχνη

Γενικά η χιλιόχρονη ιστορία του Βυζαντίου δεν έχει διαβαστεί με καθαρά μάτια.

Ουδείς διαφωνεί για τη θεοκρατία του, τον σκοταδισμό και αυταρχισμό των αυτοκρατόρων και της αυλής-διοίκησης.

Αυτό όμως δεν αναιρεί ότι υπήρχε μια συμβολή του βυζαντινού πολιτισμού στη Δύση αλλά και στην Ανατολή και στους σλαβικούς λαούς.

Δεσμούς είχε πάντα με την Ευρώπη, μέσω κυρίως της Ραβένας και της Βενετίας, στον τομέα της τέχνης τουλάχιστον. (Υπάρχει ένα εξαιρετικό βιβλίο του Κώστα Παπαϊωάννου για τη βυζαντινή τέχνη – Εναλλακτικές Εκδόσεις.)

Η υποβάθμιση του ρόλου του Βυζαντίου, ειδικά μετά τα τέλη του 19ου αιώνα, οφείλεται αρχικά στην Αναγέννηση, που ανακάλυψε και θαύμασε την αρχαιότητα, και στη συνέχεια στον Διαφωτισμό, ο ορθός λόγος του οποίου εξεδίωξε από την πολιτική και τον πολιτισμό τις θρησκοληψίες και τις ελέω θεού αυτοκρατορίες και βασιλείες (μοναρχίες).

Ναι, αλλά δεν διαγράφεται με μια μονοκονδυλιά ολόκληρη χιλιετία, διότι πώς κατάφεραν με τόσο σκοταδισμό οι αυτοκράτορες και οι αυλικοί να κυβερνήσουν χωρίς ουσιαστική αντίδραση;

Κάποια ανοχή θα υπήρχε… Είναι ιστορική αδικία να διαγράφεται μια τεράστια ιστορική περίοδος, όσα εγκλήματα κι αν διαπράχτηκαν στις μέρες της.

Ωσμωση μεταξύ Ανατολής και Δύσης υπήρξε· ο ναός λ.χ. του Αγίου Μάρκου στη Βενετία, αυτό το αριστούργημα βυζαντινής αρχιτεκτονικής, είναι αντίγραφο των Αγίων Αποστόλων στην Κωνσταντινούπολη.

Ο Νόρμπερτ Ελίας στη «Διαδικασία του Πολιτισμού» αναφέρει την περίπτωση μιας Βυζαντινής Ελληνίδας αρχοντοπούλας, που την πάντρεψαν στη Βενετία.

Οταν αυτή κάθισε στο τραπέζι, έβγαλε από την τσαντούλα της ένα δίκρανο πιρουνάκι, γιατί είχε μάθει να μην τρώει με τα χέρια.

Κόντεψαν να τη στείλουν στην πυρά οι απολίτιστοι τότε Βενετοί. Και, μην ξεχνάμε, η χρήση του πιρουνιού στην Ευρώπη εισήχθη μόλις τον 16ο αιώνα…

Κατά τ’ άλλα, συμφωνώ απολύτως με την ανελέητη κριτική στο εκκλησιαστικό ιερατείο και την εγκληματική διοίκησή του.

Οι εθνοθρησκευτικές ιδεολογίες είναι επικίνδυνες και απορριπτέες από την επιστήμη και τον ορθό λόγο· εσαεί.

Επιμέλεια: Γιώργος Σταματόπουλος

Οταν στην κοινωνία καλλιεργείται και προσπαθεί να κυριαρχήσει μια ιδεολογία που αντιβαίνει στην πραγματικότητα, τότε τα βιβλία που προσπαθούν να πολεμήσουν αυτό το ιδεολογικό ρεύμα, μέσω των ιστορικών γεγονότων, καθίστανται χρήσιμα και απαραίτητα εργαλεία αντίστασης.

Το βιβλίο του Γιώργου Οικονόμου «Μύθοι και πραγματικότητα για το Βυζάντιο» είναι ένα εργαλείο για όσους δεν φοβούνται την ιστορία και δεν αντέχουν την παγιωμένη κυριαρχία της υπάρχουσας εθνο-θρησκευτικής ιδεολογίας.

Η τελευταία είναι μια στρατευμένη συντηρητική ιδεολογία που χρησιμοποιείται από το κράτος (αποτελούσε και επίσημο δόγμα την εποχή των αυταρχικών καθεστώτων της 4ης Αυγούστου και της 21ης Απριλίου) και από το ιερατείο της εκκλησίας, με σκοπό να προωθήσουν ανελεύθερες και αντιδημοκρατικές αντιλήψεις, χρησιμοποιώντας επιλεκτικά ορισμένα γεγονότα της ιστορίας και αποσιωπώντας ή διαστρεβλώνοντας άλλα.

Η στρατευμένη ιδεολογική χρήση της ιστορίας έχει τραυματίσει την αντίληψη που έχουν οι Ελληνες για τον εαυτό τους, κάνοντάς τους φοβικούς προς την ιστορική πραγματικότητα και ανίκανους να απαλλαγούν από ιδεολογικά-πολιτικά βαρίδια του παρελθόντος.

Αυτό το βιβλίο καταπολεμά τον φόβο, φέρνοντας στην επιφάνεια ιστορικά γεγονότα, αποδομώντας τους μύθους που εδώ και δεκαετίες ήταν ταμπού για την ελληνική κοινωνία.

Είναι εύχρηστο, κατανοητό, σου δίνει αναλλοίωτες τις ιστορικές πηγές, έτσι ώστε να μπορείς να τις χρησιμοποιήσεις.

Σου δίνει τη δυνατότητα να αντιπαρατεθείς πλέον με επιχειρήματα.

Δεν είναι ένα βιβλίο που παίζει με τον όγκο για να εντυπωσιάσει το μάτι, αλλά ένα βιβλίο ουσίας.

Η κάθε του σελίδα, το κάθε του κεφάλαιο έχει να σου δώσει υλικό που μπορείς να το πάρεις ως αφετηρία για περισσότερη αναζήτηση.

Αυτή η εργασία δεν πολεμά τη βυζαντινολογία, αντίθετα πολεμά τη χρήση της βυζαντινής ιστορίας για πολιτικούς σκοπούς και δίνει αναλλοίωτη την πραγματικότητα της βυζαντινής κοινωνίας.

Ετσι όπως αυτή είναι, μέσα από τις πηγές, και όχι όπως θέλει-συμφέρει να είναι το εκκλησιαστικό ιερατείο και συγκεκριμένες πολιτικές-κομματικές δυνάμεις για να εξυπηρετήσουν τους δικούς τους σκοπούς.

Ασκεί έντονη κριτική στους ιστορικούς που γίνονται απολογητές και όργανα αυτής της στρατευμένης ιδεολογικής πολιτικής, αλλά και σε όλους τους δήθεν διανοούμενους του νεο-ορθόδοξου ρεύματος, τους στρατευμένους θεολόγους και τους (τηλ)ελλαδέμπορους, που πουλούν το δόγμα της βυζαντινής ιδεολογίας και προτείνουν ως αξίες για τη σημερινή κοινωνία την ελέω θεού μοναρχία, τον συντηρητισμό της ορθόδοξης χριστιανικής θεοκρατίας και την αυταρχική, ετεροκατευθυνόμενη και κλειστή κοινωνία.

Το βιβλίο αποδομεί τον μύθο του «ελληνοχριστιανικού» πολιτισμού, χρησιμοποιώντας τα στοιχεία της ιστορικής πραγματικότητας μέσα από τις πηγές και όχι με συναισθηματικές εξάρσεις, και αυτό το κατατάσσει στη σοβαρή επιστημονική βιβλιογραφία.

Στο τρίτο κεφάλαιο συγκεκριμένα, ο Γιώργος Οικονόμου παραθέτει τα ίδια τα λόγια των τριών ιεραρχών, οι οποίοι από τις ανώτατες θέσεις που κατείχαν στη χριστιανική εκκλησία δημιούργησαν και ευνόησαν το ανθελληνικό κλίμα διώξεων και καταστροφών, αλλά και το μίσος για την ελληνική φιλοσοφία.

Παραθέτει επίσης τα ιστορικά στοιχεία τα οποία αποδεικνύουν ότι η έννοια, το πνεύμα και κάθε τι που έχει σχέση με την ελληνικότητα ήταν απαγορευμένο στο Βυζάντιο.

Διωγμοί Ελλήνων, καταστροφές ελληνικών ναών, το κλείσιμο όλων των φιλοσοφικών σχολών, η απαγόρευση ακόμα και του όρου «Ελληνας».

Στο Βυζάντιο το «ελληνίζειν» ήταν ποινικά απαγορευμένο. Οι πηγές είναι από τα ίδια τα κείμενα της εποχής και όχι απλά γνώμες ή προτιμήσεις οι οποίες συσκοτίζουν αντί να αποκαλύπτουν.

Αρα, με αυτό το βιβλίο γίνεται και μια καλή αρχή διαλόγου για επανατοποθέτηση του τρόπου μελέτης της ιστορίας.

Στις μέρες μας δυστυχώς, κάθε προσπάθεια για επιστημονική μελέτη προσκρούει στις τσιρίδες των ιδεολογικά φανατισμένων, και το χειρότερο, διακεκριμένοι ιστορικοί τροφοδοτούν αυτό το κλίμα.

Γι’ αυτό ο Γιώργος Οικονόμου, στο πέμπτο κεφάλαιο, ασκεί κριτική στο βιβλίο της κ. Αρβελέρ «Γιατί το Βυζάντιο», το οποίο, όπως γράφει η ίδια, είναι «ένα κείμενο χωρίς επιστημονικές απαιτήσεις», αλλά που «απευθύνεται σε όσους από τους νεοέλληνες ταλανίζονται με το πρόβλημα της ελληνικής ιστορικής συνέχειας» και έχει ως σκοπό να αναδείξει την ελληνικότητα, τα «επιτεύγματα» και το «πολιτιστικό μεγαλείο» του «ένδοξου βυζαντινισμού».

Είναι δηλαδή ένα ιδεολογικό βιβλίο από μια διακεκριμένη ιστορικό, που τοποθετείται στο πλαίσιο της στρατευμένης εθνο-θρησκευτικής ιδεολογίας.

Σε αυτό το ιδεολογικό βιβλίο της κ. Αρβελέρ, ο Γιώργος Οικονόμου ασκεί επιστημονική κριτική, προσκομίζοντας στοιχεία, όχι πεποιθήσεις, βάζοντάς μας να διαλέξουμε ανάμεσα στη θεοκρατική εξ αποκαλύψεως «αλήθεια» της βυζαντινής χριστιανικής ορθοδοξίας από τη μία και στο ελεύθερο πνεύμα της αρχαίας ελληνικής κουλτούρας από την άλλη.

Το τελευταίο ενέπνευσε το κίνημα του Διαφωτισμού και εφαρμόστηκε μέσα από την πολιτική του φιλελευθερισμού.

Ενα κίνημα που η σημασία του για τη σημερινή Ελλάδα είναι πολύ σημαντική και επίκαιρη.