Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μια προσπάθεια επαναπροσδιορισμού της συμβολής της Ζακύνθου στην Επανάσταση του 1821 αποτελεί το βιβλίο του Διονύση Βίτσου «Θέλω να γίνω Νατσιόν». «Νατσιόν» σημαίνει «έθνος» (έτσι το έλεγαν στη ζακυνθινή διάλεκτο της εποχής), ένας συνδυασμός της γαλλικής λέξης nation και της ιταλικής nazione (ενδεικτικό του περάσματος τόσων κατακτητών από τα νησιά του Ιονίου…). 

Τον Απρίλιο του 1821, έξι χιλιάδες γυναικόπαιδα φτάνουν στη Ζάκυνθο στην προσπάθειά τους να γλιτώσουν από τις θηριωδίες των Τούρκων στην Πελοπόννησο. Αμέσως οι Άγγλοι, που κατείχαν τότε τα Επτάνησα, θέλησαν να τους διώξουν, προβάλλοντας δικαιολογίες όπως ότι το λοιμοκαθαρτήριο είναι μικρό και δεν επαρκεί για τόσους ανθρώπους, πού θα μείνουν, τι θα φάνε κ.λπ. Αμέσως αναλαμβάνουν δράση οι Φιλικοί του νησιού, μάλιστα ο άρχοντας Ιωάννης Βερναρδάκης παρουσιάζεται στις αγγλικές Αρχές και δηλώνει εγγράφως ότι παραχωρεί στους πρόσφυγες μια ολόκληρη συνοικία που του ανήκε, τα Μπεναρδακέικα, στην Πόλη της Ζακύνθου («διότι ήλθαν να γλυτώσουν εις τον τόπον μας από το σπαθί του Αγαρηνού»), ενώ και άλλοι κάτοικοι προσφέρουν φιλοξενία στους κατατρεγμένους. Ο Βερναρδάκης δήλωσε χαρακτηριστικά: «Εγώ θέλω να γίνω Νατσιόν και να μη με βρίζουν οι Άγγλοι “κάνε γκρέκο”», δηλαδή «σκύλε Έλληνα». Υπήρχε δηλαδή το αίσθημα και η επιθυμία των Ζακυνθινών να γίνουν έθνος, γιατί δεν ήταν έθνος, ήταν υπήκοοι μιας χώρας με την οποία είχαν πολλές διαφορές.

Αυτή είναι μόνο μία πτυχή της πολύμορφης βοήθειας που προσέφερε η Ζάκυνθος στους επαναστατημένους Ελληνες. Όπως διαβάζουμε στο βιβλίο, ο κόντε Διονύσιος Ρώμας συγκρότησε την Επιτροπή Ζακύνθου, αποτελούμενη από τρία άτομα επιφορτισμένα να συγκεντρώνουν χρήματα, πολεμοφόδια και ό,τι άλλο χρειαζόταν. Ήταν άτυπος υπουργός Εξωτερικών των αγωνιζόμενων Ελλήνων στις ευρωπαϊκές Αυλές, χάρη στην αφοσίωσή του στον Αγώνα, στην υψηλή μόρφωσή του και στη γλωσσομάθειά του. Ωστόσο, υπήρχε και κάτι άλλο που του άνοιγε τις πόρτες των ισχυρών: το γεγονός ότι ήταν μέλος της Τεκτονικής Στοάς – οι τέκτονες εκείνη την εποχή ήταν κάτι σαν επαναστατική οργάνωση, καμία σχέση με τις μέρες μας. Μέσω του δικτύου των τεκτόνων, λοιπόν, είχε πρόσβαση σε βασιλιάδες και υψηλούς αξιωματούχους, είχε μάλιστα παρασημοφορηθεί από τον Μέγα Ναπολέοντα, στον οποίο είχε προτείνει να λάβει υπό την προστασία του την Επανάσταση. Όταν ο Φρέντερικ Ανταμ έγινε ύπατος αρμοστής των Ιονίων Νήσων, τέκτονας και αυτός, ο κόντε Ρώμας με τη βοήθειά του μπόρεσε να σώσει πολλούς αξιωματούχους του ελληνικού στρατού, οι οποίοι κατέφευγαν στη Ζάκυνθο. 

Ο Διονύσιος Ρώμας είχε κληρονομήσει τον ζάπλουτο αδελφό της μητέρας του, τον Καπνίση, ο οποίος ήταν τόσο πλούσιος που έλεγε «Αν φτωχύνει ο Θεός, θα φτωχύνω κι εγώ». Και όμως, οι άπειρες χρυσές λίρες του δόθηκαν στον Αγώνα του 1821 από τον κληρονόμο του, Διονύσιο Ρώμα.

Στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου των Φιλικών, λίγο έξω από την πόλη της Ζακύνθου, ορκίστηκαν από τον ιερομόναχο Άνθιμο Αργυρόπουλο όλοι οι Φιλικοί της Επανάστασης, συμπεριλαμβανομένων του Κολοκοτρώνη, του Πλαπούτα, του Νικηταρά κ.ο.κ. Όπως αναφέρει ο κ. Βίτσος, «Τα παιδιά του Κολοκοτρώνη είχαν μεγαλώσει στη Ζάκυνθο, όπως και ο ίδιος είχε ζήσει χρόνια, και ήταν μάλιστα συμμαθητές του Τερτσέτη. Ο ένας από αυτούς, ο Γενναίος Κολοκοτρώνης, έλεγε “Εγώ είμαι Μποχαλιώτης [σ.σ. η Μπόχαλη είναι ζακυνθινή συνοικία] και Ζακυνθινός”». 

Σε συνέντευξή του στην ιστοσελίδα «Zante Times» ο Διονύσης Βίτσος λέει τα εξής: «Ενας από τους λόγους που δεν αναφέρεται η Ζάκυνθος είναι ότι τα τζάκια τα οποία προήλθαν μετά την Επανάσταση του 1821, οι πλούσιοι, δηλαδή, και οι πολιτικοί, ήταν εκείνοι οι οποίοι σφάζονταν κατά τη διάρκεια της Επανάστασης, που κατασπατάλησαν τα δάνεια που ο Ρώμας είχε βγάλει από την Αγγλία, εκείνοι οι οποίοι διαμοίρασαν τις περιουσίες των Τούρκων και, αντί οι περιουσίες αυτές, όπως είχε αποφασιστεί, να πάνε στο νέο κράτος, πήγαν στα περιουσιακά τους στοιχεία. 

»Υπήρχε και ένα άλλο θέμα, της Μεγάλης Ιδέας, το οποίο ουδέποτε το συμμερίστηκαν οι Επτανήσιοι, γιατί είχαν μυαλό και μόρφωση και ήξεραν την κατάληξη. Ποια ήταν η κατάληξη; Η Μικρασιατική Καταστροφή. Οι Ζακυνθινοί και οι Επτανήσιοι έλεγαν “να κάνουμε ένα κράτος σύγχρονο, δημοκρατικό όπου να βασιλεύει η ισότητα”. 

»Υπήρχαν πολλοί Ζακυνθινοί που έφευγαν και πολεμούσαν σαν στρατιώτες. Αυτό ήταν πάρα πολύ δύσκολο, γιατί –τουλάχιστον τα πρώτα χρόνια– αν τους έπιαναν οι Αγγλοι να φεύγουν, τους δήμευαν την περιουσία τους και τους καταδίκαζαν σε αειφυγία, δηλαδή για όλη τους τη ζωή να μην μπορούν να ξαναπατήσουν στα Επτάνησα. Αυτούς λοιπόν έκατσα και βρήκα, ονόματα δηλαδή που αναφέρονται στα απομνημονεύματα των αγωνιστών του 1821, επίσης σε δημοσιεύματα της εποχής, αναφορές σε ιστορικούς Έλληνες και ξένους, και μπόρεσα και βρήκα καμιά τριακοσαριά. Τριακόσιοι Ζακυνθινοί, λοιπόν, έλαβαν μέρος αποδεδειγμένα στην Επανάσταση του 1821!» 

Ο Διονύσης Βίτσος γεννήθηκε το 1956 στη Ζάκυνθο. Εχει σπουδάσει Οικονομικά και Νομικά. Το 1984 ίδρυσε τον εκδοτικό οίκο «Περίπλους» και αρχικά εξέδιδε το ομώνυμο περιοδικό, ενώ το 1993 παραιτήθηκε από την Εθνική Τράπεζα, για να αφιερωθεί στις εκδόσεις και έκτοτε έχει εκδώσει πάνω από χίλιους τίτλους βιβλίων. Εχει μεταφράσει 20 βιβλία και έχει γράψει τα: «Κονεμένος Νικόλαος: Τα ματογυάλια», «Ζακυνθινά φαγιά, ψωμιά και γλυκίσματα», «Ιδού ο μαλάκας», «Στην αυλή του Σουλεϊμάν», «Οι Ζακυνθινοί Εβραίοι (15ος αι.-20ός αι.) και η διάσωσή τους από τους Ναζί» και «Ιωάννη Τσακασιάνου, “Αυτοβιογραφία”».