Μπαλαμπανίδης Γιάννης, Οι ιδέες της προόδου και της συντήρησης, εκδ. Πόλις, Αθήνα, 2022
Το βιβλίο «Οι ιδέες της προόδου και της συντήρησης» του Διδάκτορα Συγκριτικής Πολιτικής του Παντείου Πανεπιστημίου Γιάννη Μπαλαμπανίδη, το οποίο μόλις κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Πόλις, είναι ένα δοκίμιο για τα παιδιά του Netflix και της επισφάλειας, συνδυάζοντας αρμονικά την ακρίβεια των διεισδυτικών παρατηρήσεων με βάση τα πορίσματα της νεότερης πολιτικής επιστήμης και την άντληση γλαφυρών παραδειγμάτων από τους αισθητικούς-πολιτισμικούς κώδικες επικοινωνίας των millenials και της Generation-Z.
Ο συγγραφέας εκκινεί από την επισήμανση της εκκωφαντικής διάψευσης κάθε ντετερμινιστικής, δήθεν γραμμικά εξελισσόμενης οπτικής της ιστορίας, στη μαρξιστική εκδοχή μιας αταξικής Γης της επαγγελίας, στη φιλελεύθερη όψη του «τέλους της ιστορίας» ή στη συντηρητική επισκόπηση της διαφθοράς των παραδοσιακών κοινοτικών δομών από την επέλαση της αστικής κοινωνίας. Η εξέλιξη της νεωτερικής πολιτικής κοινότητας δεν επεξηγείται ως μια απλή εναλλαγή φάσεων από την πρόοδο στη συντήρηση και αντιστρόφως, αλλά ως μια διαδοχή εποχών που η καθεμιά φέρει ίχνη της προηγούμενης κυοφορώντας ταυτόχρονα νέες προσδοκίες και ανησυχίες.
Ερμηνευτική αφετηρία και, συνάμα διανοητική πρόθεση του Γ. Μπαλαμπανίδη είναι να αναδείξει την επικαιρότητα που διατηρεί, τόσο σε επίπεδο ιδεολογίας όσο και εφαρμοσμένης πολιτικής πρακτικής, ο άξονας «Αριστερά-Δεξιά» ή, εναλλακτικά, «πρόοδος-συντήρηση», εμπλουτισμένος φυσικά με νέες επάλληλες διαιρετικές τομές αναφορικά με τη σχέση εθνικών-υπερεθνικών μηχανισμών διακυβέρνησης, δημόσιων θεσμών-οικονομίας της αγοράς, ατόμου-κοινότητας. Με τα δικά του λόγια από το προλογικό σημείωμα του βιβλίου, «Ναι, ζούμε σε έναν κόσμο χαοτικό. Οι παλιές έννοιες δεν αρκούν για να τον εξηγήσουν. Αυτό όμως δεν μπορεί να γίνεται αιτία να παραιτηθούμε από κάθε προσπάθεια κατανόησης ούτε να προσχωρήσουμε σε απλουστευτικά ερμηνευτικά δίπολα που εργαλειοποιούν την πολιτική σύγκρουση ή αντίθετα την απωθούν ως το απόλυτο κακό» (σελ. 8).
Η σύγκρουση, σύμφωνα με την οπτική του συγγραφέα, συνιστά ουσιώδες γνώρισμα της δημοκρατικής διαπάλης ιδεών στη δημόσια σφαίρα, τόσο ως ταυτοτικό στοιχείο της διακριτής προσωπικότητας εκάστου όσο και ως τρόπος σφυρηλάτησης ενός κοινού πολιτικού δεσμού μέσα από τη διαμεσολαβημένη παράθεση και διαλογική διευθέτηση διαφορετικών κοσμοθεωριών. Κατά την εύστοχη διατύπωσή του, «οι υλικοί όροι της ζωής παράγουν δομικά και αυτοτελώς διαχωρισμούς και πολώσεις. Το κρίσιμο ερώτημα δεν είναι εάν η ύπαρξή τους είναι ή δεν είναι του γούστου μας, αλλά το πώς θα διαμεσολαβηθούν πολιτικά, πώς θα γίνουν έλλογες αντιπαραθέσεις ανάμεσα σε διαφορετικές κοσμοαντιλήψεις και όχι εμφυλιακές κραυγές» (σελ. 144). Συνεπώς, εκλαμβάνει την έλλογη σύγκρουση ως μέσο αναζωογόνησης του «πολιτικού», εξ αντιδιαστολής όχι ως αυτοσκοπό του πολιτικού πράττειν όπως επιχειρείται στην λαϊκιστική-αντιλαϊκιστική πρόσληψη του κόσμου ούτε ως δαιμονοποιημένη έννοια σε ένα πάση θυσία συναινετικό πρότυπο λειτουργικής/αποτελεσματικής διακυβέρνησης.
Καταλογίζει τρεις παθογένειες στο ερμηνευτικό σχήμα «λαϊκισμός-αντιλαϊκισμός» ως μεθοδολογικό εργαλείο κατόπτευσης του σύγχρονου κόσμου. Πρώτον, δεν μας βοηθά ιδιαίτερα από αναλυτική σκοπιά η ad hoc νοηματοδότηση ενός «κενού σημαίνοντος», μιας «αβαθούς ιδεολογίας» που διαπλέκεται σε ετερόκλητα, εν πολλοίς αντιθετικά πολιτικά προγράμματα. Δεύτερον, υφίσταται σοβαρός κίνδυνος εκτροπής της ευκταίας δημοκρατικής διαπάλης μεταξύ πολιτικών αντιπάλων σε πρόθεση εξόντωσης του πολιτικού «εχθρού». Τρίτον, μέσα από το δίπολο «ελίτ-λαός» προκατασκευάζονται κατηγορίες, ομογενοποιούνται τα πρόσωπα, κατά συνέπεια αίρεται η διακριτότητα των ανθρώπινων όντων και ο εγγενώς πλουραλιστικός χαρακτήρας μιας ανοιχτής πολιτικής κοινωνίας.
Ο πλουραλισμός των πολιτικών ταυτοτήτων καταδεικνύει, εξάλλου, τον αναπόδραστα συγκρουσιακό χαρακτήρα του δημοκρατικού βίου. Η αναζήτηση μιας ιδεώδους μεσότητας ανάμεσα στα δύο άκρα είναι εξ ορισμού ανεύρετη, καθώς, όπως παρατηρεί παραστατικά ο συγγραφέας, «το σκάκι, όπως η πολιτική, είναι ένα παιχνίδι αντίπαλων παρατάξεων και δυναμικών θέσεων, και όχι απόλυτα συμμετρικών, στατικών σχηματισμών» (σελ. 67).
Η άρθρωση μιας προοδευτικής πολιτικής ταυτότητας περνάει μέσα από την οικοδόμηση ενός –με γκραμσιανούς όρους– ηγεμονικού πολιτικού, κοινωνικοοικονομικού, πολιτισμικού κ.λπ. σχεδίου απέναντι στις κοινοτιστικές (παραδοσιακές) ιεραρχίες της νεοσυντηρητικής Δεξιάς και στις ατομιστικές (αξιοκρατικές) ιεραρχήσεις του τεχνοκρατικού Κέντρου.
Η μεν νεοσυντηρητική Νέα Δεξιά στο οικονομικό πεδίο παραμένει δογματικά προσηλωμένη στην κοινωνία της αγοράς, ενώ στα λοιπά κοινωνικά επίδικα επιδιώκει να αποκαταστήσει τους παραδοσιακούς φυλετικούς, έμφυλους κ.λπ. ρόλους προς τόνωση του δήθεν εξασθενημένου κοινοτικού δεσμού, αναγνωρίζοντας στο Κράτος καίριο ρόλο στην προάσπιση της ασφάλειας τόσο με όρους ένστολης καταστολής όσο και ενός προνοιακού εθνικισμού (welfare nativism).
Το δε τεχνοκρατικό Κέντρο, όπως προκύπτει από τον θετικό αυτοπροσδιορισμό ως «ακραίο Κέντρο» στο πρόσφατο κείμενο «Περί ακραίου κέντρου» του Νικόλα Σεβαστάκη στο The Books’ Journal, συνιστά «μια διάθεση και μια πολιτική λογική παρά το ένα ή το άλλο συγκεκριμένο κομματικό εγχείρημα και πολιτικό υποκείμενο». Πρόκειται, λοιπόν, για την αναζήτηση ενός χώρου (νεο)φιλελεύθερης (μετα)δημοκρατικής συναίνεσης όπου τα ζητήματα πολιτικής εκλαμβάνονται ως πρακτικές ασκήσεις μιας εφαρμοσμένης τεχνοκρατικής ειδημοσύνης.
Αντί να εμμένουμε απλώς στην –συχνά πυκνά λαϊκιστικά διατυπωμένη- καταγγελτική απόκρουση του νεοσυντηρητικού και νεοφιλελεύθερου-μεταδημοκρατικού discourse, ως ελεύθεροι και υπεύθυνοι πολίτες οφείλουμε να αντιτάξουμε ένα –ρεαλιστικό και οραματικό- πρόταγμα για μια δίκαιη και συμπεριληπτική κοινωνία. Τα κρίσιμα διακυβεύματα μιας υπό διαμόρφωση προοδευτικής πολιτικής του 21ου αιώνα, όπως προσδιορίζονται στο βιβλίο με μορφή ανοιχτών ερωτημάτων και όχι ετοιμοπαράδοτων λύσεων, συνίστανται στην υπεράσπιση και περαιτέρω εμβάθυνση των δικαιωμάτων αυτοπροσδιορισμού και, ταυτόχρονα, στην εξεύρεση μιας πειστικής απάντησης στα ζητήματα της υλικής επισφάλειας και των ιδιαίτερα οξυμένων, μετά από 40 χρόνια δογματικής προσήλωσης στις αυτορρυθμιζόμενες αγορές, κοινωνικοοικονομικών ανισοτήτων. Τελολογικός ορίζοντας ενός τέτοιου προοδευτικού σχεδίου, χωρίς την παραμικρή διάθεση ουσιοκρατικής αναζήτησης και επιβολής ενός –πλατωνικής υφής- «κοινού αγαθού», δεν μπορεί να είναι άλλος από τη χειραφέτηση των προσώπων τόσο ως αυτεξούσιων ατόμων όσο και ως ισότιμων μελών του κοινωνικού συνόλου.
Σε μια εποχή χαμηλών προσδοκιών και κρίσης των μεγάλων οραμάτων, καθώς και των πυλώνων της μεταπολεμικής σοσιαλδημοκρατικής ηγεμονίας (κόμματα, συνδικάτα), η σχέση προσωπικού-συλλογικού επανακαθορίζεται. Ο συγγραφέας αντιμετωπίζει με επιφύλαξη την υποκατάσταση των μαζικών κομματικών σχηματισμών από προσωποκεντρικά ή κινηματικά μορφώματα που προκρίνουν την αδιαμεσολάβητη οργάνωση της αντιπροσώπευσης. Πάντως, τάσσεται ένθερμα υπέρ της ανάκτησης του πρωτείου της πολιτικής (όχι τόσο ως «από τα πάνω» λήψης κοινωνικά ωφέλιμων αποφάσεων αλλά κυρίως ως καθημερινής διεκδίκησης καλύτερων συνθηκών ζωής) έναντι του μετα-ιδεολογικού «it’ s economy, stupid» που καθόρισε συνθηματολογικά τη στροφή της σοσιαλδημοκρατίας προς τον σοσιαλφιλελευθερισμό.
Στη θέση ενός ασαφούς, εν πολλοίς φαντασιακά κατασκευασμένου, κοινωνιολογικού υποκειμένου, όπως η μεσαία τάξη, αυτού του απολιτικού «καλού αγωγού μιας ευτυχούς «κανονικότητας»» (σελ. 139), ο Γ. Μπαλαμπανίδης φέρνει στο επίκεντρο μιας επικαιρικής προοδευτικής πολιτικής « … μια νέα πολιτική σύνθεση, ελκυστική εξίσου για τους χαμένους της άνισης παγκοσμιοποίησης, τους outsiders του εργασιακού και προνοιακού συστήματος (τους ημεδαπούς και πρόσφυγες-μετανάστες που συνιστούν το πρεκαριάτο της ουμπεροποιημένης οικονομίας της πλατφόρμας), τα δυναμικά παγκοσμιοποιημένα μεσοστρώματα και τις αναδυόμενες γενιές που διατυπώνουν προωθημένα πολιτισμικά και αξιακά αιτήματα τα οποία ζητούν πολιτική εκπροσώπηση» (σελ. 125-126). Στο εν λόγω συγκείμενο, η αποτελεσματικότητα και η αξιοκρατία δεν αποτελούν αυταξίες μιας χρηστής και ενάρετης εξουσίας, αλλά κριτήρια αποτίμησης μιας πολιτικής ταυτότητας που εμπεριέχει συμπεριληπτικά αξιακά προτάγματα (προσωπικός αυτοκαθορισμός, συμμετοχική δημοκρατία, ισότητα ευκαιριών και αποτελεσμάτων).
Ο συγγραφέας επιδεικνύει ιδιαίτερη μέριμνα να εμπλουτίσει την ταξική διάσταση της σύγχρονης πολιτικής αντιπαράθεσης (υλική επισφάλεια εντός της οικονομίας της πλατφόρμας) με τους «πολέμους της κουλτούρας», ήτοι τις ταυτοτικές έγνοιες για την εξάλειψη διακρίσεων στη βάση φυλής, φύλου, σεξουαλικότητας, θρησκείας, σωματικής διάπλασης κ.λπ., καθώς και την ανάδειξη της διαγενεακής πόλωσης ανάμεσα σε μια overqualified γενιά με εν πολλοίς ματαιωμένες προσδοκίες (millenials και Gen Z) και στις προηγούμενες γενιές που βίωσε στα νεανικά της χρόνια την ευημερία της υλικής και πολιτισμικής χειραφέτησης. Βλέπει με συμπάθεια τους προβληματισμούς της νέας γενιάς, χωρίς να την καθαγιάζει ως επαναστατικό υποκείμενο ούτε ψέγοντάς την με boomer διδακτισμό ως αλλοτριωμένη. Όπως τονίζει, «η νεότητα μπορεί πράγματι να είναι ερμηνευτικό κλειδί, αρκεί να μη γίνεται ιδεολογία» (σελ. 177).
Η προβληματική της πολιτικής ορθότητας έρχεται στο προσκήνιο ως πραγματικό case study της συγκαιρινής πολιτικής και πολιτισμικής σύγκρουσης μεταξύ προόδου και συντήρησης. Τάσσεται υπέρ μιας επί της αρχής υπεράσπισης της πολιτικής ορθότητας από τη σκοπιά του πολιτικού φιλελευθερισμού, χωρίς φυσικά να υιοθετεί τις –πνιγηρές για την ελευθερία έκφρασης- καταχρηστικές επικλήσεις της. Συγκεκριμένα, τη νοηματοδοτεί ως «άτυπο» μηχανισμό δημοκρατικού αυτοπεριορισμού χάρις στον οποίο η δημόσια σφαίρα μπορεί να πλαισιωθεί από μια παιδαγωγική της ελευθερίας έκφρασης, η οποία διασφαλίζει πως ό,τι λέγεται δημοσίως δεν υπονομεύει την πολιτική κοινότητα των καταρχήν ίσων πολιτών. Δεν είναι «αστυνομική» πρακτική, αλλά η αποτύπωση ορίων που τίθενται συλλογικά, δηλαδή μέσα από συγκρούσεις στον δημοκρατικό δημόσιο χώρο, στο τι μπορεί να λέει κανείς χωρίς να προσβάλλει τον πυρήνα των δικαιωμάτων των άλλων, ιδίως των πιο ευάλωτων και αδύναμων» (σελ. 157).
Επιπροσθέτως, έννοια-κλειδί για μια σύγχρονη προοδευτική πολιτική είναι η διαθεματικότητα (intersectionality) στην αντιμετώπιση των διακρίσεων και της κοινωνικοοικονομικής ανισότητας. Το αίτημα για αναδιανομή και αναγνώριση δέον να διέπει μια αλληλέγγυα και διαπροσωπικώς ενσυναισθητική κοινωνία αυτεξούσιων προσώπων. Η αμιγώς αποσπασματική θεώρηση των ποικίλων ταυτοτήτων γεννά πράγματι τον κίνδυνο διάρρηξης του γενικού συμφέροντος στο εσωτερικό της res publica, ωστόσο ο δυναμικός χαρακτήρας των πολιτικών ταυτοτήτων είναι πιθανό να οδηγήσει σε συνθέσεις μεταξύ των διαφόρων πτυχών της ευαλωτότητας, υπό τον όρο φυσικά ότι η κάθε ταυτότητα «επιτρέπει και σε αντίπαλες ταυτότητες να υπάρξουν» (σελ. 209).
Τέλος, το βιβλίο εξετάζει τη σχέση μεταξύ του Κράτους και των υπερεθνικών θεσμών διακυβέρνησης (με ιδιαίτερη έμφαση στο διακυβερνητικό και συνομοσπονδιακό μόρφωμα της Ευρωπαϊκής Ένωσης) σε μια εποχή παγκοσμιοποίησης των προκλήσεων στην κοινωνία της ύστερης νεωτερικότητας (κλιματική κρίση, μετανάστευση, πανδημία). Μετά από μια περιήγηση στο ρόλο του Κράτους, τόσο ως μηχανισμού συμπεριληπτικής (προνοιακής) όσο και αποκλειστικής (ξενοφοβικής) ασφάλειας, και των υπερεθνικών θεσμικών οργάνων, με θετικό ρόλο στη διεθνοποίηση της προστασίας των οικουμενικών ανθρώπινων δικαιωμάτων και με αρνητική επίδραση στην τεχνοκρατική υποκατάσταση της δημοκρατικής πολιτικής, καταλήγει στη διαπίστωση ότι είναι ανοιχτή η έκβαση τόσο της σχέσης εθνικού-υπερεθνικού όσο και της προοδευτικής ή συντηρητικής κατεύθυνσης που θα λάβει η εν λόγω ανταγωνιστική συμβίωση κρατών και υπερεθνικών θεσμών.
Τάσσεται, αφενός, υπέρ της διεθνοποίησης του ρυθμιστικού πλαισίου χαλιναγώγησης του χρηματιστικοποιημένου καπιταλισμού, αναγνωρίζει, αφετέρου, τον βαθιά πολιτικό και, συνάμα, προπολιτικό χαρακτήρα του κράτους πρόνοιας. Ιδίως στην πρόσφατη υγειονομική κρίση του κορονοϊού παρατηρεί ότι «επιστρέφει το ξεχασμένο και δυσφημισμένο κράτος πρόνοιας, η μόνη λογική ύστατη καταφυγή των ανθρώπων μπροστά στο φόβο του μαζικού αόρατου θανάτου. Μια όψη του κράτους που είναι παραδόξως ταυτόχρονα πολύ πολιτική, αφού αποτελεί ένα από τα κλασικά όρια Αριστεράς-Δεξιάς, και ταυτόχρονα βρίσκεται πέραν της πολιτικής, καθώς η διατήρηση της ζωής είναι πρωταρχική προϋπόθεση για να μπορούμε κατόπιν να συζητάμε και να διχαζόμαστε πολιτικά» (σελ. 193-194).
Εν κατακλείδι, το βιβλίο κατορθώνει να αναδείξει τη «ριζική απροσδιοριστία, αντιφατικότητα και συγκρουσιακή φύση της δημοκρατικής πολιτικής» (σελ. 216), χωρίς να απολήγει σε ένα ακραία σχετικιστικό anything goes. Απεναντίας, εκφράζει ως πρώτιστο ηθικοπολιτικό μέλημα τη διασφάλιση «επαρκούς χώρου και για τον ανταγωνισμό και για τη συναίνεση» μεταξύ των διαφορετικών πολιτικών ιδεολογιών, ενώ καθίσταται εξαρχής σαφές ότι πρόθεση του συγγραφέα είναι η αναστοχαστική αναζήτηση και, εν συνεχεία, υπεράσπιση μιας σύγχρονης προοδευτικής πολιτικής ταυτότητας. Όπως μας υπενθυμίζει, εν είδει επιλόγου, ο Γ. Μπαλαμπανίδης, προκειμένου να εμπλουτίσουμε τις –εν πολλοίς ακόμα ανεξερεύνητες- δυνατότητες για προσωπική και συλλογική αυτονομία, είναι κρίσιμο να παραδεχτούμε ότι «η ιδέα της προόδου είναι ζωντανή, αρκεί να την κλίνουμε στον πληθυντικό. Αντίστοιχα, η Αριστερά της ρευστής εποχής μας θα είναι αναγκαστικά πληθυντική» (σελ. 222).
Ακριβώς στο σημείο αυτό εντοπίζεται και η μοναδική ένσταση του γράφοντος με το περιεχόμενο του δοκιμίου. Η πλήρης ταύτιση των εννοιών «Αριστεράς» και «προόδου» υποστέλλει το πάγιο αίτημα, είτε μέσω επαναστατικής ρήξης είτε χάρη σε βαθμιαίες μεταρρυθμίσεις εντός του υπάρχοντος κοινωνικοοικονομικού συστήματος, κάθε αριστερού (κινηματικού, κομματικού κ.λπ.) φορέα, ήτοι τον σοσιαλιστικό μετασχηματισμό του κρατούντος πολιτικού, κοινωνικού, οικονομικού, πολιτισμικού κ.λπ. μοντέλου οργάνωσης του κοινού μας βίου.
*Διδάκτορας Φιλοσοφίας του Δικαίου Νομικής Σχολής ΑΠΘ

