Πρόσφατα κυκλοφόρησε ένα εξαιρετικά ενδιαφέρον βιβλίο που αποκαλύπτει τις κρυμμένες πτυχές της ελληνικής πολιτικής μετά το 1990 απέναντι στην ελληνική μειονότητα στην Αλβανία. Συγγραφέας του ο Λ. Μπαλτσιώτης* και τίτλος « Έλληνες και εν δυνάμει Έλληνες. Η μειονότητα στην Αλβανία μετά τον Ψυχρό Πόλεμο, Ισνάφι, Ιωάννινα, 2020».
Παρά τον επιστημονικό του χαρακτήρα και την εκτεταμένη παράθεση στοιχείων τεκμηρίωσης, δεν είναι δύσκολο να εντοπιστούν τα κύρια στοιχεία που διακρίνουν την πολιτική της Ελλάδας τα τελευταία 30 χρόνια. Όπως καταγράφει ο συγγραφέας , παρά την εγκατάλειψη μιας πολιτικής που περιείχε και αλυτρωτικά στοιχεία στα μέσα της δεκαετίας του 1990, η ελληνική πλευρά αποσκοπούσε στη δημιουργία μίας μεγάλης μειονότητας και μίας ακόμη μεγαλύτερης ζώνης επιρροής από την Κορυτσά μέχρι την Χιμάρα. Έτσι προσπάθησε, με πολύ μικρή επιτυχία, να εντάξει στη μειονότητα πολλές ομάδες Βλάχων και μερικές ομάδες ορθόδοξων Αλβανών. Εν τέλει, όπως σημειώνει ο Λ. Μπαλτσιώτης, η μεγάλη αυτή ελληνική μειονότητα δημιουργήθηκε όχι στην Αλβανία, αλλά στην Ελλάδα.
Μέσω της μαζικής χορήγησης ειδικής βίζας και άδειας παραμονής ομογενούς στην Ελλάδα, και από το 2007 ιθαγένειας, η Ελλάδα έφτασε να αναγνωρίζει μία μειονότητα ίσως και 250 χιλιάδων ανθρώπων τα 4/5 των οποίων όμως ζούσαν στην Ελλάδα. Ουσιαστικά τριπλασίασε τον αριθμό των μειονοτικών που ζούσαν στην Αλβανία πριν το 1990, οι οποίοι σήμερα δεν υπερβαίνουν τις 20 περίπου χιλιάδες. Η συνεχώς μειούμενη αριθμητικά μειονότητα στην Αλβανία, παρά την ισχυρή οικονομική και πολιτική στήριξη που παρέχει η Ελλάδα διαχρονικά, και συνεπώς η συρρίκνωση της πολιτικής της σημασίας είναι ένα άλλο ενδιαφέρον στοιχείο του βιβλίου.
Η λεπτομερής τεκμηρίωση ότι το κόμμα των Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων που στην Ελλάδα θεωρείτο κόμμα της μειονότητας υπερψηφιζόταν κυρίως από εθνοτικά Αλβανούς, κάθε θρησκεύματος, ενώ η ελληνική μειονότητα μοίραζε τις ψήφους της ανάμεσα στο κόμμα αυτό και τους Σοσιαλιστές, ακόμη και σε αντίθεση με τις ελληνικές επιλογές, είναι μία ακόμη άγνωστη πτυχή που αποκαλύπτεται στο βιβλίο.
Ο συγγραφέας δεν παύει να επαναλαμβάνει ότι, ήδη από την εποχή του Χότζα, δεν επρόκειτο για μία περιχαρακωμένη και αποκλεισμένη μειονότητα, όπως η μουσουλμανική στη Θράκη. Σε αντίθεση με τη Θράκη, το καθεστώς έδινε στη μειονότητα δυνατότητες κοινωνικής ανέλιξης και οι μειονοτικές περιοχές κάθε άλλο παρά αντιμετώπισαν την εγκατάλειψη του κράτους. Βέβαια, μας λέει ο συγγραφέας, οι πριν το 1990 πολιτικές της Αλβανίας στόχευαν στη μετατροπή μίας εθνική μειονότητας σε γλωσσική, στην αντίληψη ότι η διατήρηση της γλώσσας ήταν κάτι χωριάτικο και οπισθοδρομικό (αφού άλλωστε δεν διδασκόταν στις πόλεις) και στην ανάδειξη μίας μόνο περιοχής (της Δρόπολης) ως «πραγματικά» μειονοτικής. Ίσως όμως το πιο σημαντικό που αναδεικνύεται από το βιβλίο είναι ότι δεκαετίες γάμων με Αλβανούς, σπουδές και μετακίνηση στις μεγάλες πόλεις εκτός των μειονοτικών περιοχών έχουν ως αποτέλεσμα τη δημιουργία διαφόρων τύπων ελληνοαλβανικών ταυτοτήτων, ενώ η ελληνική πλευρά συνεχίζει να εμμένει στο δίπολο Έλληνας μειονοτικός-Αλβανός.
*Ο Λ. Μπαλτσιώτης είναι διδάκτωρας Ιστορίας (Πάντειο Πανεπιστήμιο) και ειδικεύεται σε ζητήματα γλωσσικής και θρησκευτικής ετερότητας στην Ελλάδα και τα Βαλκάνια και σε ζητήματα ιθαγένειας.
