Συγγραφέας, κινηματογραφίστρια και σεναριογράφος, γεννημένη το 1988, διάσημη στην πατρίδα της, τη Γαλλία, αλλά και όπου αλλού μεταφράστηκε το βιβλίο της «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν» (στα ελληνικά από τις εκδόσεις «Στίλβη»), διαθέτει -όπως αποδεικνύεται και από όσα μας είπε- κι ένα οξύ πολιτικό πνεύμα
Είναι Γαλλίδα, νέα, μητέρα ήδη παρά το νεαρό της ηλικίας της και αποφάσισε να εγκαταλείψει την καριέρα της στο μάρκετινγκ και τη διαφήμιση επειδή σιχάθηκε το να χρειάζεται να εφευρίσκει έξυπνες ατάκες για μη χρήσιμα προϊόντα. Αποφάσισε να γίνει συγγραφέας. Το γαλλικό κράτος (σε πλήρη αντίθεση με το ελληνικό) δίνει δυνατότητες σε νέους συγγραφείς ώστε να μπορέσουν να γράψουν το πρώτο τους βιβλίο και να συνεχίσουν, εφόσον τα καταφέρουν. Η Λουσί Ρικό τα κατάφερε και πλέον βιοπορίζεται όχι μόνο ως επιτυχημένη συγγραφέας αλλά και ως καθηγήτρια όσον αφορά τη γλώσσα και τη συγγραφή. Το βιβλίο της «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν» έχει σημειώσει πολύ μεγάλη επιτυχία στη Γαλλία, είναι ήδη πολυμεταφρασμένο στο εξωτερικό, στην Ελλάδα κυκλοφόρησε πριν από λίγο καιρό από τις εκδόσεις Στίλβη και ο Πέδρο Αλμοδόβαρ σκέφτεται να το κάνει ταινία, ενώ έχει ήδη μεταφερθεί στο θέατρο.
Η συζήτησή μας με τη Λουσί έγινε από κοντά, καθώς ήρθε στην Αθήνα για την παρουσίαση του βιβλίου της. Είμαστε της ίδιας γενιάς και (επιτέλους, σύμφωνα με την ίδια) συνομιλήσαμε για την κοινωνικοπολιτική πλευρά του βιβλίου της, κάτι που δεν είχε γίνει έως τώρα, καθώς εστιάζουν αλλού. Πού άραγε; Το «Όταν τα κοτόπουλα τραγουδούν» για μας ήταν ξεκάθαρα όχι ένα πολιτικό βιβλίο, αλλά ένα εξαιρετικά γραμμένο μυθιστόρημα το οποίο καταδεικνύει όλα όσα ζούμε σήμερα. Όλα όμως. Την πηγή τους δηλαδή: το ότι ο καπιταλισμός, όπως έχει «εξελιχθεί» μπορεί να μετατρέψει σε εμπόρευμα, και μάλιστα σε εμπόρευμα με θετικό πρόσημο, οτιδήποτε. Εξαιρούνται οι κοινωνικοί αγώνες και οι αγωνιστές: «Έχουν υπάρξει περιπτώσεις ανά τον κόσμο που δεν βρίσκεις καν πού είναι θαμμένοι οι νεκροί αγωνιστές. Αλλά τα νεκρά κοτόπουλα μπορούν να αποκτήσουν ιστορία και προσωπικότητα και να πουληθούν ως τέτοια», μας λέει η Λουσί Ρικό. Αυτό είναι και το θέμα του βιβλίου της: μια κοπέλα κληρονομεί μια φάρμα με κοτόπουλα από τη μητέρα της και, αν και χορτοφάγος, εξωραΐζει τις δολοφονίες τους για να φτάσουν στο πιάτο μας, γράφοντας πάνω σε κάθε συσκευασία κατεψυγμένου κοτόπουλου το όνομα και την ιστορία του. Έως όλο αυτό εν τέλει παίρνει μια αλλόκοτη στροφή…
«Υπάρχει κάτι βαθιά ανησυχητικό σε μια κότα που χαμογελά μέσα από μια διαφήμιση και σε προσκαλεί να τη φας. Δεν είναι η εικόνα της. Είναι η γλώσσα της. Είναι εκείνη η στιγμή που το θύμα αποκτά προσωπικότητα μόνο και μόνο για να γίνει πιο ελκυστικό ως προϊόν» μας λέει η συγγραφέας. «Η εμπειρία μου στη διαφήμιση με ώθησε στην ιδέα του βιβλίου αυτού. Δεν είναι ένα βιβλίο για τα ζώα, όπως ίσως νομίσουν κάποιοι χάρη στον τίτλο του. Είναι ένα βιβλίο για τους ανθρώπους. Για έναν κόσμο όπου το μάρκετινγκ δεν πουλά απλώς προϊόντα, αλλά διαμορφώνει τον τρόπο με τον οποίο σκεφτόμαστε, αγαπάμε, καταναλώνουμε και τελικά υπάρχουμε. Έναν κόσμο όπου κάποιοι αποκτούν όνομα επειδή μπορούν να πουληθούν, ενώ άλλοι πεθαίνουν χωρίς καν να καταγραφούν» συνεχίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι στη συζήτησή μας η κουβέντα περνά από τα κοτόπουλα στην Παλαιστίνη, από τις διαφημίσεις στον πόλεμο, από την Coca-Cola στη γλώσσα και από τη λογοτεχνία στην ευθύνη.

Η Γαλλίδα συγγραφέας δεν χαρίζεται ούτε στον καπιταλισμό ούτε στον ίδιο της τον εαυτό. Παραδέχεται ότι ακόμη και οι συγγραφείς μετατρέπονται σε προϊόντα. Υποστηρίζει ότι «το μάρκετινγκ καταργεί το όριο ανάμεσα σε αυτό που κάνουμε και σε αυτό που σκεφτόμαστε» και ότι το γράψιμο είναι «μια πράξη βίας και μια πράξη τρυφερότητας ταυτόχρονα». Και όταν τη ρωτώ αν υπάρχει λόγος να είναι αισιόδοξη σήμερα, δεν προσποιείται πως έχει απαντήσεις. Προτιμά να μιλήσει για τη μάχη. Γιατί, όπως λέει, δεν είναι αισιόδοξη. Είναι μαχήτρια.
Ως τέτοια, έχει και πολύ χιούμορ. Αυτό φαίνεται και από τον τίτλο του βιβλίου της που μοιάζει κάπως παράξενος και αστείος: «Νομίζω ότι ο τίτλος είναι περισσότερο ηθικός παρά χιουμοριστικός. Το βιβλίο μιλά για το παράδοξο μέσα στο οποίο ζούμε: για την απόσταση ανάμεσα σε αυτά που λέμε, σε αυτά που κάνουμε και σε αυτά που πραγματικά είμαστε. Ήθελα ο τίτλος να είναι λίγο “λάθος”, να μη λειτουργεί όπως ένας τίτλος του μάρκετινγκ, που εξηγεί τα πάντα από την πρώτη στιγμή. Ήθελα να προκαλεί μια μικρή δυσφορία. Να σε κάνει να σκεφτείς».
«Σπούδαζα επικοινωνία και ένας άνθρωπος από μια μεγάλη γαλλική εταιρεία κρέατος μας εξηγούσε τη νέα στρατηγική τους. Να παρουσιάζουν τα κοτόπουλα σαν να είναι ζωντανές προσωπικότητες. Να αποκτούν χαρακτήρα και φωνή. Γιατί έτσι, έλεγε, ο καταναλωτής αισθάνεται ότι αγοράζει κάτι αυθεντικό. Θυμάμαι ότι σοκαρίστηκα. Στη Γαλλία υπάρχουν ακόμη διαφημίσεις όπου τα κοτόπουλα μιλούν και λένε “φάτε μας”. Εκεί γεννήθηκε το βιβλίο, μέσα στην αληθινή αυτή ιστορία του κοτόπουλου που γελαστά φωνάζει “φάτε μας”!». Της λέμε πως αυτό είναι τουλάχιστον ανατριχιαστικό, τόσο για μας (σ.σ.: τυγχάνει να είμαι και εγώ χορτοφάγος) αλλά και για τον οποιονδήποτε μάλλον: «Για μένα ήταν η απόλυτη πολιτική εικόνα. Ο καπιταλισμός δίνει πρόσωπο μόνο σε ό,τι μπορεί να πουλήσει. Σκεφτόμουν ανθρώπους που πεθαίνουν σε πολέμους ή εξαφανίζονται χωρίς όνομα. Αυτοί δεν πουλάνε. Άρα μένουν αόρατοι. Αντίθετα, ένα προϊόν αποκτά ιστορία, πρόσωπο, βιογραφία. Αυτό είναι το παράδοξο.. Δείτε τι γίνεται στην Παλαιστίνη, στο Ιράν. Οι άνθρωποι εκεί είναι απλώς αριθμοί για μας τους… πολιτισμένους Δυτικούς ή δεν υπάρχουν καν. Σπάνια αναφερόμαστε σε αυτούς ως ολότητες. Η ευθύνη μας αρχίζει από το να μη θεωρούμε τίποτα αυτονόητο. Να σκεφτόμαστε πριν ενεργήσουμε. Να μην αφήσουμε τον καπιταλισμό και το μάρκετινγκ να μας κάνουν να ξεχάσουμε αυτό που είμαστε: άνθρωποι. Αυτό προσπαθεί να κάνει το βιβλίο. Να ξανασυνδέσει τις πράξεις με τις σκέψεις μας», μας απαντά. Και συνεχίζει: «Όλα είναι μάρκετινγκ, γιατί όλα είναι εμπόριο. Όταν δεν υπάρχει γνώση και συνειδητή επιλογή, τότε από το τι θα φας μέχρι το πώς θα ερωτευθείς αλλά και σε τι κόσμο θα ζήσεις, όλα θα σ’ τα περάσουν μέσω της διαφήμισης και του πολιτικού ή εμπορικού μάρκετινγκ. Πάρε το πιο απλό: όταν τρως κρέας, σχεδόν ποτέ δεν σκέφτεσαι ότι τρως ένα ζώο. Το μάρκετινγκ εργάζεται ακριβώς γι’ αυτό: να σε κάνει να ξεχάσεις τι πραγματικά κάνεις. Δεν υπάρχει αίμα, δεν υπάρχει ενοχή, δεν υπάρχει το σώμα του ζώου. Υπάρχει μόνο ένα “ωραίο, γευστικό προϊόν” σε ένα ωραίο πιάτο. Νομίζω ότι αυτή είναι η μεγαλύτερη επιτυχία του καπιταλισμού: σε κάνει να μπορείς να ενεργείς χωρίς να σκέφτεσαι τις συνέπειες των πράξεών σου».
Οπότε τελικά μετατρεπόμαστε σε μια κοινωνία κανιβάλων; «Συμφωνώ απόλυτα με αυτή την ανάγνωση. Δεν θα έτρωγες ποτέ τη γάτα σου. Αν όμως το ίδιο ζώο δεν έχει όνομα, ιστορία ή πρόσωπο, γίνεται προϊόν. Αυτό κάνει το μάρκετινγκ. Επιλέγει ποιος αξίζει να έχει ταυτότητα. Και μπορεί να είναι ο οποιοσδήποτε. Ακόμα και εσύ ο ίδιος…», μας λέει. Ζούμε όμως σε μια εποχή όπου η πληροφορία είναι παντού. Υπάρχουν ντοκιμαντέρ, έρευνες, ακόμη και η τεχνητή νοημοσύνη μπορεί να απαντήσει σχεδόν σε κάθε ερώτηση. Γιατί εξακολουθούμε να μη βλέπουμε; «Επειδή η πρώτη μας εκπαίδευση δεν είναι η γνώση. Είναι το μάρκετινγκ. Οι πιο ισχυρές ιδέες εγκαθίστανται μέσα μας από τότε που γεννιόμαστε: από το τι έπιπλα έχει το σπίτι μας, από το τι φοράνε οι γονείς μας, από τι μας φοράνε, τι βλέπουμε στην τηλεόραση, πού μας βγάζουν βόλτα. Στα malls, εκεί βγάζουν βόλτα τα παιδιά τους οι περισσότεροι.
Αν μπεις σε ένα μπαρ και δεν θέλεις αλκοόλ, το πρώτο πράγμα που σου έρχεται στο μυαλό είναι μια Coca-Cola. Δεν είναι τυχαίο. Είναι αποτέλεσμα εκπαίδευσης. Η πραγματική έρευνα απαιτεί κόπο. Και ο κόπος κουράζει.
Γι’ αυτό και ο καπιταλισμός και μάλιστα σε αυτή τη μορφή του δύσκολα αντιμετωπίζεται: γιατί απαιτεί κόπο από τον πολίτη. Και καθημερινή, καθημερινή όμως, συνειδητότητα για κάθε του απόφαση». Οπότε; «Δεν είμαι βέβαιη ότι έχω την απάντηση. Αυτό που πιστεύω είναι ότι πρέπει να ξαναμάθουμε να σκεφτόμαστε μαζί. Να διαβάζουμε μαζί, να κουραζόμαστε μαζί, να συζητάμε μαζί. Και κυρίως να επανεφευρίσκουμε τη γλώσσα. Για μένα η γλώσσα είναι το πρώτο πεδίο αντίστασης. Δεν πρέπει να αφήσουμε την εξουσία, το μάρκετινγκ ή οποιοδήποτε σύστημα να αποφασίζει ποιες λέξεις θα χρησιμοποιούμε και τι θα σημαίνουν», καταλήγει.
