Ριζοσπαστικές Αναγνώσεις
Το βιβλίο του Δημοσθένη Παπαδάτου «Ο ΜαυροΚόκκινος Δεκέμβρης» αποτελεί μια απόπειρα αναστοχασμού και διαύγασης τόσο της ίδιας της εξέγερσης του 2008 όσο και του πολιτικού περιβάλλοντος που οδήγησε αλλά και ακολούθησε τα γεγονότα του Δεκέμβρη.
Οπως διαβάζουμε στον πρόλογο της έκδοσης, η κεντρική θεματική του βιβλίου έχει να κάνει με το ίχνος των εξεγερσιακών γεγονότων και των αντίρροπων σε αυτά δυνάμεων στην πολιτική και ιδεολογική συνέχεια των τελευταίων ετών. Κι αυτό όχι στη βάση μιας λογικής που θα αναζητά τη σύνδεση με ένα αγωνιστικό και ηρωικό παρελθόν ή την εξέταση του Δεκέμβρη στις συχνά απονευρωμένες συνθήκες του ακαδημαϊκού εργαστηρίου, αλλά αντίθετα η παρακολούθηση των γεγονότων του Δεκέμβρη υπό το μπενγιαμινκό πρίσμα ενός τόπου γεμάτου μη πραγματοποιημένες δυνατότητες, με το βλέμμα και την αγωνία του συγγραφέα εμφανώς στραμμένα προς το μέλλον.
Ο Παπαδάτος σε όλη τη διάρκεια του βιβλίου συνομιλεί με τον Δεκέμβρη του ’08 και τον Μάη του ’68 ως δύο εξεγερσιακά συμβάντα, όπως λέει, που δεν μετεξελίχθηκαν σε επαναστάσεις και προηγήθηκαν των κρίσεων που τις ακολούθησαν. Δύο συμβάντα που μετά την έκρηξή τους ακολούθησε αυτό που ο Γκράμσι ονόμαζε «παθητική επανάσταση». Η παθητική επανάσταση δεν προϋποθέτει από τους κυρίαρχους απλά μια έκθεση ιδεών κι έναν πόλεμο θέσεων, αλλά την επιβολή συναίνεσης, τη βία και τη συγκρότηση θεσμών που θα εξασφαλίζουν στην κυρίαρχη τάξη την ηγεμονία.
Αυτή η παθητική επανάσταση στη μετά Δεκέμβρη εποχή είναι που απασχολεί τον συγγραφέα: η συγκρότηση ενός ακραίου κέντρου και μιας ακροδεξιάς ρητορικής και πολιτικής που εκφράζεται υπό περιπτώσεις και από την επίσημη κυβέρνηση, η επέκταση του νομοθετικού και ποινικού οπλοστασίου του κράτους, η επιστράτευση διανοουμένων και ανθρώπων των μέσων ενημέρωσης, εν ολίγοις η συγκρότηση από τα πάνω μιας διαδικασίας αντι-εξέγερσης για να καλυφθούν τόσο τα κενά της νομιμοποίησης του καθεστώτος απέναντι στο κοινωνικό σύνολο όσο και να αντιμετωπιστεί η δυναμική των εξεγερμένων. Ας μην ξεχνάμε ότι η κρίση είναι ήδη από τις ημέρες του Δεκέμβρη μέρος της πολιτικής σύγκρουσης και, όπως σωστά επισημαίνει ο Παπαδάτος, η διαχείρισή της τέμνεται με τη διαχείριση της εξέγερσης.
Η δεκαετία του ’60 αποτέλεσε μια περίοδο έντονου και πυκνού πολιτικού χρόνου. Υπήρξε η περίοδος που άνθησαν πολύμορφα κινήματα σε όλον τον κόσμο και, όπως επισημαίνει ο Παπαδάτος, η τελευταία εποχή που το ενδεχόμενο μιας επαναστατικής κρίσης απασχολεί όχι μόνο τα κοινωνικά κινήματα αλλά και την κυρίαρχη πολιτική. Η άνοιξη της δεκαετίας του ’60 και τα θραύσματά της δείχνουν τα όριά τους στα μέσα της δεκαετίας του ’70, όπου η υποχώρηση των οραμάτων και η σταδιακή επικράτηση της νεοφιλελεύθερης ουτοπίας δημιούργησαν νέα δεδομένα και μια «παθητική επανάσταση» των ελίτ που, κατά τον συγγραφέα, τα αποτελέσματά της βρίσκονται στη ρίζα της σημερινής κρίσης.
Η εποχή της ύφεσης των κοινωνικών κινημάτων την περίοδο μετά τα μέσα του ’70 έχει τις αντανακλάσεις της και στη ριζοσπαστική θεωρία. Σωστά επισημαίνεται ότι η θεωρία δεν ψάχνει μόνο τους προηγούμενους και τους επόμενους πρωταγωνιστές των αγώνων αλλά η ίδια είναι ένα προϊόν και φέρει τα ίχνη της νίκης ή της ήττας, της υποχώρησης ή της έντασης των κοινωνικών συγκρούσεων, και επιδρά στην πολιτική στρατηγική.
Στις σημερινές κοινωνίες της μεταμοντέρνας συνθήκης και του πολυθεϊσμού των αξιών οι παραδοσιακές επαναστατικές θεωρίες των προηγούμενων χρόνων δύσκολα θα μπορούσαν να ανταποκριθούν στα νέα δεδομένα. Ο Δεκέμβρης του 2008 αποτελεί τη συνέχεια του νήματος σε έναν κύκλο εξεγέρσεων στις σύγχρονες δυτικές μητροπόλεις, από το Λος Αντζελες και το Σιάτλ μέχρι τα γαλλικά προάστια.
Κι αυτός ο κύκλος όπως και μετέπειτα τα κινήματα των πλατειών αλλά και η διάρθρωση των κινημάτων σε παγκόσμιο επίπεδο δείχνουν ότι τα ηγεμονικά υποκείμενα της νεωτερικής εποχής έχουν οπισθοχωρήσει, δίνοντας τη θέση τους σε μια διαφορετική οργάνωση των αγώνων και των δικτύων που τους υποστηρίζουν. Οι κινητοποιήσεις αυτές δεν χαρακτηρίζονται από μια σαφώς ορισμένη ταυτότητα ή κοινές πολιτικές δεσμεύσεις, αλλά από έναν πλούτο διαφορετικοτήτων και συλλογικοτήτων, με ετερογένεια, πληθυντικότητα, απουσία ενότητας, οριζόντια δικτύωση, έλλειψη σαφώς προσδιορισμένου προσανατολισμού κ.λπ.
Ο Παπαδάτος στο τελευταίο μέρος του βιβλίου συνδιαλέγεται με τα ρεύματα του μεταμαρξισμού και του μεταναρχισμού και πιο συγκεκριμένα με κάποιους στοχαστές που προσπάθησαν τις τελευταίες δεκαετίες να συμβάλουν στην εξέλιξη της ριζοσπαστικής θεωρίας. Οι θεωρίες των Χαρντ και Νέγκρι αλλά και Λακλάου και Μουφ για τις απαιτήσεις στα νέα δεδομένα της εποχής παρουσιάζονται από τον συγγραφέα στη βάση της διερώτησης για τα υποκείμενα της εποχής μας, αλλά και για τον ακριβή προσδιορισμό του εχθρού, στον οποίο θα πρέπει να εκδηλωθεί η πολιτική των από τα κάτω.
Πλήθος, λαός, ηγεμονία, έννοιες που το τελευταίο διάστημα χρησιμοποιούνται στο πολιτικό λεξιλόγιο όλο και πιο έντονα, παρουσιάζονται κριτικά στο βιβλίο, μαζί με αναφορές στις μεταναρχικές θεωρίες του Σάουλ Νιούμαν, του Μπέντζαμιν Αρντίτι, του Ρίτσαρντ Ντέι, του Τζον Χόλογουεϊμ, οι οποίοι εμπνεόμενοι κυρίως από το παράδειγμα των Ζαπατίστας και το κίνημα ενάντια στην παγκοσμιοποίηση αντιπροτείνουν σήμερα μια πολιτική μη ηγεμονική, μια πολιτική δυνατοτήτων για τη διεύρυνση των ρήξεων, χωρίς να δίνουν −προφανώς εσκεμμένα− ιδιαίτερο βάρος στο αίτημα για έναν καθολικό μετασχηματισμό.
Οπως ανέφερα και προηγουμένως, το βλέμμα του συγγραφέα σε όλη την πορεία του βιβλίου είναι στραμμένο στο παρόν και, κατ’ επέκταση, στο μέλλον, εκφράζοντας μια αγωνία για την επαναστατική στρατηγική στη σημερινή μάλλον δύσκολη συνθήκη. Η τραγική κατάληξη των κοινωνικών πειραματισμών και των επαναστάσεων του προηγούμενου αιώνα σήμανε και την απαξίωση της έννοιας της επανάστασης στη συνείδηση ενός μεγάλου μέρους της κοινωνίας, καθώς και την οπισθοχώρηση των θεωριών που απαιτούν μια συνολική αλλαγή της κοινωνίας.
Αυτή η οπισθοχώρηση αποτελεί τροχοπέδη για την επιθυμία και τον οραματισμό μιας άλλης κοινωνίας, μακριά από την ανάθεση σε επίδοξους σωτήρες που καθώς φαίνεται το μόνο που μπορούν να κάνουν στα σημερινά δεδομένα είναι να αποτελέσουν κι αυτοί μέρος παρά λύση του προβλήματος. Στα καθ’ ημάς ο ΣΥΡΙΖΑ, στον οποίο ο συγγραφέας ασκεί έντονη κριτική, με παντελή έλλειψη σχεδίου και με μοναδικό όπλο την πίστη του ότι έχει δίκιο και αυτό θα το αντιληφθούν οι κυρίαρχες ελίτ, οδηγήθηκε σε μια προδιαγεγραμμένη συντριβή, η οποία ίσως ήταν εμφανής από το 2012 όταν έθεσε ξεκάθαρα ζήτημα εξουσίας χωρίς να αναρωτηθεί ουσιαστικά το τι εξουσία ήταν αυτή που θα αναλάμβανε.
Ο Παπαδάτος μάς παραδίδει στη σημερινή κρίσιμη συγκυρία ένα βιβλίο με έναν πλούτο στοιχείων για την πολιτική συνθήκη των τελευταίων δεκαετιών, με έναν πλούτο θεωρητικών και πραγματολογικών δεδομένων της κινηματικής και θεωρητικής παραγωγής της περιόδου που όποιος θέλει να μελετήσει και να στοχαστεί σοβαρά για τη διαύγαση και τη ριζοσπαστική πολιτική της εποχής μας θα είναι αδύνατον να το αγνοήσει.
* Μέλος της συντακτικής ομάδας του περιοδικού «Το έρμα»
