Οι ομπρέλες αποτελούν το σήμα κατατεθέν του Γιώργου Ζογγολόπουλου. Στη Νέα Παραλία της Θεσσαλονίκης συνομιλούν με το γαλάζιο του ουρανού και της θάλασσας του Θερμαϊκού, στο Μετρό Συντάγματος κινούνται με τον αέρα του εξαερισμού του φρεατίου, στο Μέγαρο του ΟΤΕ στο Μαρούσι στέλνουν τα σήματά τους («Τel Néant») προς το άπειρο…
Ανάλαφρες, αέρινες κι ας είναι φτιαγμένες από χάλυβα, οι καινοτόμες συνθέσεις του σπουδαίου γλύπτη προσελκύουν την προσοχή των περαστικών. Πόσοι όμως γνωρίζουν ότι το αρχικό σχέδιο, την πρώτη ομπρέλα που τον ενέπνευσε είχε σχεδιάσει η σύντροφός του, ζωγράφος Ελένη Πασχαλίδου; Και πως ο ίδιος στα βαθιά γεράματά του προτιμούσε να στηρίζεται σε μια ομπρέλα αντί σε μπαστούνι κάνοντας πλάκα με τον έτερο μπαστουνοφόρο συνάδελφο και φίλο του, τον Γιάννη Μόραλη.

«Σιγά σιγά, όσο γερνάω και βαραίνω τα έργα μου γίνονται πιο ανάλαφρα», έλεγε ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, που έφυγε από τη ζωή το 2004 σε ηλικία 101 ετών, κρατώντας επί 80 χρόνια τα σκήπτρα της πρωτοπορίας. Πάντα ανήσυχος και παιχνιδιάρης, ανανέωσε την ελληνική γλυπτική και τη συνδύασε με μοναδικό τρόπο με την αρχιτεκτονική, αφήνοντας το ανεξίτηλο στίγμα του στον δημόσιο χώρο.
Η έκθεση που εγκαινιάστηκε το περασμένο Σάββατο στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης του Ιδρύματος Βασίλη και Ελίζας Γουλανδρή στην Ανδρο και έχει τίτλο «Η ασίγαστη πλησμονή στο αχανές της αφαίρεσης» είναι μια μικρή αναδρομική της μακρόχρονης πορείας του Ζογγολόπουλου. Συνολικά 115 έργα του, ζωγραφική, σχέδια, γλυπτά απλώνονται στις αίθουσες και αποκαλύπτουν, μαζί με τον ογκώδη επιστημονικό κατάλογο, την ύλη και το πνεύμα του καλλιτέχνη, φωτίζοντας άγνωστες πτυχές της ζωής και της τέχνης του.
Είναι μια μοναδική ευκαιρία να γνωρίσουμε έναν άνθρωπο ευφυή, αντισυμβατικό και πεισματικά δημιουργικό. Πως ο Γιώργος Ζογγολόπουλος, ο οποίος μεγάλωσε στο Μεταξουργείο, έχασε τον πατέρα του σε ηλικία μόλις 7 ετών, έζησε δύο Παγκόσμιους Πολέμους και στην Κατοχή αναγκάστηκε να πουλήσει τη βέρα του για να επιβιώσει. Πριν έρθει η αναγνώριση έζησε δύσκολα χρόνια και αποφάσισε να μην κάνει παιδιά φοβούμενος ότι δεν θα μπορεί να τα αναθρέψει.
Πως στα πέντε του μόλις χρόνια έφυγε από το σπίτι και εγκαταστάθηκε σε μια παραλία της Αίγινας για να ζωγραφίζει. Πως τον απέβαλαν από τη Σχολή Καλών Τεχνών της Αθήνας και μάλιστα δύο φορές γιατί δεν έμπαινε σε νόρμες και καλούπια.
Πως στον μήνα του μέλιτος, το 1936 στο Παρίσι βρέθηκε στην καρδιά των καλλιτεχνικών ζυμώσεων και κατάλαβε ότι δεν μπορεί να προχωρήσει παραστατικά και στράφηκε στην αφαίρεση.
Πως όταν ήταν ακόμα φοιτητής, η έφεσή του στο σχέδιο του πρόσφερε μια θέση δίπλα στον αρχιτέκτονα και αρχαιολόγο Αναστάσιο Ορλάνδο στην Τεχνική Υπηρεσία του υπουργείου Παιδείας, όπου είχε την ευκαιρία να πραγματοποιήσει μελέτες για ναούς και σχολεία.

Πως έκανε την εμβληματική κυκλική πλατεία της Ομόνοιας με το σιντριβάνι (σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα Κωνσταντίνο Μπίτσιο), σύμβολο της δεκαετίας του ’60 και «επιτομή του αθηναϊκού εκσυγχρονισμού», σύμφωνα με τον Νίκο Βατόπουλο, ο οποίος υπογράφει ένα από τα ενδιαφέροντα κείμενα του καταλόγου.
Πως έκανε όλα τα γλυπτά μόνος, με τα χέρια του σε μικρά μεγέθη, ενώ τα τελικά μνημειακά χυτεύονταν. Με τους μεγεθυντικούς φακούς των έργων του ήθελε να ξεγελάσει τον χρόνο. Και πίστευε ότι «δεν μπορεί να νοείται μεγάλη γλυπτική χωρίς αρχιτεκτονικά μέσα». Οπως τόνισε ο διευθυντής του Μουσείου Γουλανδρή Κυριάκος Κουτσομάλλης: «Ο Ζογγολόπουλος δεν έπαψε ποτέ να είναι αρχιτέκτονας. Τα γλυπτά του είναι αρχιτεκτονικά. Τα έκανε με πνευματική κομψότητα και σωματικό σθένος και πίστη στις ιδέες του».
Με θαυμάσιο τρόπο παρουσιάζονται τα έργα στην έκθεση, αποδεικνύοντας πως οι μεγάλες συνθέσεις για υπαίθριους χώρους λειτουργούν τέλεια και σε εσωτερικό χώρο. Ενα τεράστιο ορειχάλκινο «Χέρι» (1988) καλωσορίζει στην πρώτη αίθουσα τους επισκέπτες μαζί με το «Ακριλικό με καρέκλα» (1935-45) που θυμίζει Ματίς και γυμνά του 1940 με σινική μελάνη.
Ο «Αλέξανδρος», ο πλανόδιος μάστορας του Ψυχικού μιας άλλης εποχής, άλογα με τεντωμένα κεφάλια, μυθικοί ήρωες όπως ο Προμηθέας και ο Ποσειδώνας παίρνουν τη σκυτάλη. «Δεν υπάρχει θέμα να λένε πως δεν επηρεάζομαι. Ολοι επηρεάζονται, όλοι βγαίνουν από κάπου», δήλωνε με ειλικρίνεια ο Ζογγολόπουλος.
Η μακέτα του μνημείου του Ζαλόγγου εντυπωσιάζει. Εξι χρόνια χρειάστηκαν για να ολοκληρωθεί αυτό το μνημειώδες, 16 μέτρων, έργο που αποτελείται από 4.300 πέτρες, τόσο λεία λαξεμένες σαν βελούδο. Ενα αντίγραφο υπάρχει στην Προεδρία της Δημοκρατίας.
Oι μικρογραφίες των μεγάλων δημόσιων αθηναϊκών έργων του κυριαρχούν σε μια αίθουσα, από το «Πεντάκυκλο» της Ομόνοιας, την «Ειράνα» του Ψυχικού ώς τους «Ολυμπιακούς κύκλους» του Διεθνούς Αερολιμένα.
Πρωτότυπα φωτοκινητικά και υδροκινητικά έργα όπως τα «Ελατήρια και νερό» («Το νερό είναι το αίμα των γλυπτών» τόνιζε) συμπληρώνουν τον εικαστικό του κόσμο. Κι άλλα κλείνουν το μάτι στον επισκέπτη: Το «Διάφραγμα» όπου αποτυπώνονται τα γράμματα του επιθέτου του, η «Νεφέλη» με σωλήνες που πάλλονται και βγάζουν ήχο, το πιο πολιτικό «Ballet de justice»…
Για να επαληθευτούν τα λεγόμενά του: «Ο καλλιτέχνης δεν ήρθε σε αυτή τη ζωή για να πετύχει. Ηρθε για να καεί, για να μάθει, για να μιλήσει ως ανταποκριτής της φωτιάς. Ο καλλιτέχνης είναι ένα φύλλο χαρτί που πέφτει στη φωτιά, καίγεται, αλλά ζει η λευκότητά του αιώνια».
Info: Μέχρι 25 Σεπτεμβρίου (τηλ. 22820-22444)
