Ιδεολογική ραψωδία της μπατανόβουρτσας! Με παραδειγματικό θύμα την τέχνη, προς φρονηματισμό επίδοξων συνεχιστών της αισθητικής αντίληψης για τον δημόσιο χώρο. Το Αριστοτέλειο Πανεπιστήμιο αγαπάει το γκρί.
Η στάχτη των χρωμάτων απλώνεται στα μάτια και το μυαλό, η μονοχρωμία ισοπεδώνει τα πάντα, είναι διαρκώς κατσούφα σαν αστυνομικός που δεν καταλαβαίνει τι ακριβώς κάνει με το κλομπ μέσα στο πανεπιστημιακό campus. Το Αριστοτέλειο ένιωθε ότι «λερωνόταν» από τη στοχαστικότητα στο πρόσωπο του Θόδωρου Αγγελόπουλου, το κρυφό νόημα που εκπεμπόταν με το έργο του Γιώργου Κόφτη. Kαι το έσβησε αποκαθιστώντας την πεισιθανάτια αισθητική εκδοχή.
Λίγες μέρες άντεξε το έργο του κ. Κόφτη (Geo Koff) στον εξωτερικό τοίχο του κτιρίου της Αίθουσας Τελετών του ΑΠΘ. «Το δημιούργησα (3/6) στο πλαίσιο του καλλιτεχνικού ακτιβισμού ύστερα από μια εκδήλωση στην Αίθουσα Τελετών, αυτή την αίθουσα που φιλοξενεί καλλιτεχνικές εκδηλώσεις αλλά η αισθητική της αποπνέει ναφθαλίνη, με σπασμένες λάμπες, ένα αισθητικό σύνολο-σημάδι τού πώς αντιμετωπίζει το ΑΠΘ το πνεύμα», λέει ο κ. Κόφτης στην «Εφ.Συν.».
Ο ίδιος μιλώντας στην εφημερίδα μας σημειώνει ότι «δεν απογοητεύτηκα από αυτή τη συμπεριφορά, την περίμενα, καμαρώνω για το σβήσιμο, θα ήταν πραγματικά θαύμα αν δεν έσβηναν το έργο μου, αν δεν επανέφεραν τον τοίχο στην πρότερη κατάστασή του πάνω στην οποία καθρεφτίζονται μόνο η πλήξη και η νωθρότητα του ιδρύματος. Ωστόσο», παρατηρεί, «η πράξη έρχεται σε κραυγαλέα αντίθεση με τα απείραχτα γραφίτι στους τοίχους που γράφουν για πρέζες και ναζήδες…».
Για τον κ. Κόφτη είναι ξεκάθαρο τι σημαίνει η πράξη του σβησίματος, «πέρα από το κακό που κάνουν, το βλακώδες της πράξης, το σβήσιμο ενέχει θέση πολιτική, ενοχλούνται από το μήνυμα, το σβήσιμο είναι μια στρατευμένη πράξη».
Οπως προφανώς ήταν και κάτι που προηγήθηκε καθώς όπως έγραψε σε ανάρτησή του, «δεν είναι η πρώτη φορά που σβήνουν έργα αξίας (δεν μιλώ για το δικό μου). Εσβησαν μια εξαιρετική Γκουέρνικα πριν από δύο χρόνια μιας αγαπημένης μου πρώην μαθήτριας, ένιωθα τόσο μεγάλο καμάρι για την πρόοδό της, αλλά και αυτή ήρθε αντιμέτωπη με το ίδρυμα (σημ.: έσβησαν επίσης το ποίημα του Τάσου Λειβαδίτη που είχαν κατασκευάσει φοιτητές/τριες στη μνήμη των συμφοιτητών/τριών που σκοτώθηκαν στα Τέμπη). Ενα ίδρυμα που επιτελεί ακριβώς σχεδόν το αντίθετο από ό,τι θα έπρεπε. Αντί να προάγει και να εμψυχώνει την ιδέα και τη σκέψη, κάνει ό,τι περνάει από το χέρι του για να τη χαντακώνει».
Εννοείται ότι αν υπάρχει μια ένσταση στο θέμα αυτή αφορά το «αυθαίρετο» στοιχείο της ενέργειάς του. Οπως μας λέει, «θα ήθελα την αντίθεσή τους στο έργο να μου την πουν κατά πρόσωπο. Να μιλήσουμε και να τους εξηγήσω ότι αν δεν το είχα κάνει θα έπρεπε να με πληρώσουν να το κάνω». Εξάλλου την είχε προβλέψει την «ένσταση» και γι’ αυτό απαντούσε εισαγωγικά κιόλας στην ανάρτησή του:
«Προφανώς και τέτοιου είδους επεμβάσεις είναι παράτυπες. Επίσης αυτονόητο είναι το να μην επιτραπεί να γίνει το Πανεπιστήμιο χάος. Παρ’ όλα αυτά, το ζήτημα για μένα είναι οι αποφάσεις. Ποια επιλέγεις να κρατήσεις και ποια όχι. Τι σημαίνει Πανεπιστήμιο; Τι σημαίνει αισθητική, τι σημαίνει ιδέα, πρωτοβουλία και πώς όλα αυτά έρχονται σε άμεση σύγκρουση με την τυπολατρία, τη μίζερη και άνευ κριτικής τήρηση κανόνων; Πώς στο κάτω κάτω ένας οργανισμός που θα μπορούσε να αποθεώνει την ελευθερία του νου, τη μελέτη, την ανάγκη για διερεύνηση του κόσμου αλλά και του εαυτού μας καταλήγει ένα μίζερο ίδρυμα που δεν διαφέρει και πολύ από την αισθητική της χούντας;».
Και τι σημαίνει το σβήσιμο του Αγγελόπουλου; Το ίδρυμα, λέει, «ήρθε άθελά του και ολοκλήρωσε με αυτή του την κίνηση την ίδια την απόπειρά μου να θυμίσω το βλέμμα του μεγάλου σκηνοθέτη. Του ανθρώπου που διάβασε την ιστορία της χώρας με το βάθος και την ακρίβεια που της αξίζει. Κρίμα που δεν ήμουν εκεί τη στιγμή του αφανισμού. Ηθελα να δω τον υπάλληλο που με τη νωχέλειά του πήρε την μπογιά και τον εξαφάνισε. Με τις βουρτσιές του να ανακουφίζει το ΑΠΘ από το επίμονο βλέμμα του μεγάλου Τεό. Το έργο πέτυχε τον σκοπό του λοιπόν».

Κλείνοντας ο κ. Κόφτης σημείωνε πως «το μόνο που θα κάνω και θα ευχηθώ είναι να δώσει πείσμα αυτό στους απανταχού καλλιτέχνες της πόλης αλλά και της χώρας να αγνοήσουν με πείσμα αυτόν τον ζόφο και να πέσουν με τα μούτρα στη δουλειά, στην όρεξη, στο φως». Δουλειά λοιπόν, αλλά στη Θεσσαλονίκη; «Δεν ξέρω, δεν είμαι πλέον σίγουρος για πόσο μπορώ να αντέξω…».
Ποιος είναι
Ο Γιώργος Κόφτης είναι ζωγράφος, ζει στη Θεσσαλονίκη. Σπούδασε στην Ακαδημία Καλών Τεχνών της Φλωρεντίας και της Θεσσαλονίκης. Πήρε μέρος σε πολλές εκθέσεις στην Ελλάδα και στο εξωτερικό (Τουρκία, ΗΠΑ, Αυστραλία, Ισπανία, Γερμανία, Κύπρο), ενώ εργάστηκε ως σκηνογράφος και video artist για το ΚΘΒΕ με παραστάσεις που παρουσιάστηκαν στην Ελλάδα και στη Γαλλία.
