Ζωγράφος «λαϊκός» που μπήκε στα καλύτερα «σαλόνια», κοσμοπολίτης, με εκθέσεις από την Αθήνα και το Παρίσι μέχρι τη Βηρυτό και το Τόκιο μα και «ερημίτης» καθώς κατέφευγε στην απομόνωση του σπιτιού, στην ποίηση και τη χειρωνακτική εργασία. Από τους πιο διάσημους σύγχρονους Ελληνες ζωγράφους, με αναγνωρίσιμη εικαστική ταυτότητα, ο Αλέκος Φασιανός άφησε χθες την τελευταία του πνοή σε ηλικία 87 ετών, στην κατοικία του, στον Δήμο Παπάγου, έχοντας κοντά του τη σύζυγό του, γκαλερίστα Μαρίζα Φασιανού και τα δυο τους παιδιά.
«Οταν δεν ζωγραφίζω είμαι δυστυχής», επαναλάμβανε ο Αλέκος Φασιανός, ο οποίος γεννήθηκε στην Πλάκα και οι μνήμες από εκείνη τη γειτονιά αλλά και από την Κατοχή και τον Εμφύλιο έμειναν ανεξίτηλες.
Οπως έλεγε στην Αthens Voice, πριν από περίπου έναν χρόνο, όταν τιμήθηκε με παράσημο του Διοικητή της τάξης των Γραμμάτων και των Τεχνών από τη Γαλλική Δημοκρατία: «Εχω μνήμες από τον πόλεμο του ’40. Θυμάμαι με πόση λαιμαργία έφαγα μια πατημένη σταφίδα που βρήκα στον δρόμο. Πόσες ώρες περνούσα ξαπλωμένος, ακίνητος, μικρό παιδί, για να αντέξω την πείνα να μη λιποθυμήσω. Τα σκάγια που βρίσκαμε στους δρόμους και παίζαμε με αυτά. […]. Οσα διαδραματίζονταν γύρω μου ήταν σαν ζωντανό μυθιστόρημα, ίσως λόγω του νεαρού της ηλικίας. Παρά την τραγικότητα των γεγονότων διέγειραν τη φαντασία μου. Εβλεπα τους στρατιώτες σαν γίγαντες… κρυβόμουν κάτω από ένα τραπέζι και έβλεπα οράματα. Επιθυμώ τα έργα μου να αποπνέουν γαλήνη, ανάταση ψυχής. Γιατί όχι χαρούμενα χαμόγελα! Δεν θα μετέφερα σ’ αυτά κάποια σκοτεινή πλευρά της ιστορίας. Εναν πόλεμο, πόνο, ψυχική κατάρρευση. Εχω ζωγραφίσει κάποιους αξιωματικούς, αλλά μόνο σαν εικόνα με τη στολή και τα γαλόνια τους. Εχω ζωγραφίσει στο ίδιο έργο αρχαίο Ελληνα πολεμιστή, φουστανελά, σημερινό στρατιώτη, ναυτικό και παπά. Ολοι ηρωικοί. Με εορταστική διάθεση. Σαν τους δρομείς. Ο ένας παραδίδει τη σκυτάλη στον επόμενο».
Ο Αλέκος Φασιανός από μικρός είχε καλλιτεχνική κλίση, σπούδασε βιολί στο Ωδείο Αθηνών και ζωγραφική στην Ανώτατη Σχολή Καλών Τεχνών (1956-1960) στο εργαστήριο του Γιάννη Μόραλη, τον οποίο είχε πάντα «φωτεινό παράδειγμα». Μελέτησε την αρχαία ελληνική αγγειογραφία και τη Βυζαντινή εικονογραφία, όπου επέστρεφε με ευλάβεια.
Καθοριστική ήταν η περίοδος που έζησε στο Παρίσι, από τη δεκαετία του 1960, αρχικά παρακολούθησε μαθήματα λιθογραφίας στην École des Beaux-Arts με υποτροφία της γαλλικής κυβέρνησης και στη συνέχεια δικτυώθηκε στην καλλιτεχνική κοινότητα, ανέδειξε το ταλέντο του και καθιερώθηκε, κέρδισε τον θαυμασμό διανοουμένων, όπως ο Λουί Αραγκόν, αλλά και πολιτικών, όπως ο Φρανσουά Μιτεράν.
Η ζωγραφική του παρέμεινε ανθρωποκεντρική, οι φιγούρες του οικείες και αναγνωρίσιμες, συνομιλούν με την πόλη αλλά και τη φύση. Στις πρώτες συνθέσεις του κυριαρχούν οι αμέριμνοι ποδηλάτες με ένα τσιγάρο στο στόμα, ενώ τη σκυτάλη παίρνουν οι αξιωματικοί με φουσκωτά, κόκκινα μάγουλα, φανταχτερά σιρίτια και γελοιογραφικά υποβλητικό ύφος. Σταδιακά οι μορφές κινούνται και αποκτούν δική τους ζωή. Γίνονται ζεύγη που γεμίζουν τον χώρο μόλις αγγίζουν η μία την άλλη, μένοντας ωστόσο ενωμένες σχεδιαστικά.
«Ο ποδηλάτης είναι ένας σύγχρονος αρχαίος Ελληνας, ή μπορεί να προέρχεται από το Βυζάντιο», έλεγε στην ίδια συνέντευξη στην Athens Voice. «Οι άνθρωποι παραμένουν ίδιοι. Οι ενδυμασίες και κάποιες πεποιθήσεις και συνήθειες αλλάζουν. Εκφράζω τον άνθρωπο του σήμερα, ο οποίος φέρει τη μνήμη όλων όσα προηγήθηκαν. Εχει μεγαλώσει στον ίδιο τόπο με τα ήπια βουναλάκια και το γαλάζιο της θάλασσας, αλλά αντί για χιτώνα και χλαμύδα φορά γραβάτα και φαρδιά παντελόνια και τρέχει ελεύθερος όχι με το άλογό του αλλά με το ποδήλατο ή τη μηχανή του. Οσο για το χρώμα, υπήρχε ανέκαθεν. Οι πόλεις, οι ναοί, τα δωμάτια, οι άνθρωποι, είχαν χρώματα. Τα κτίρια, τα ενδύματά τους. Απλά στη ζωγραφική μου μπορεί να δείτε μπλε καρπούζια ή κόκκινους ανθρώπους. Το κάνω γιατί αισθάνομαι με χρώματα. Δείχνω τα αισθήματά μου, όταν επιλέγω χρώμα».
Ασχολήθηκε επίσης με τη χαρακτική, τον σχεδιασμό αφισών, καθώς και τη σκηνογραφία, συνεργαζόμενος κυρίως με το Εθνικό Θέατρο («Αμερική» του Κάφκα σε σκηνοθεσία Αλέξη Σολομού, 1975, «Ελένη» του Ευριπίδη, 1976, «Ορνιθες» του Αριστοφάνη, 1978 κ.ά.). Αγαπούσε την ποίηση και εικονογράφησε βιβλία των Αραγκόν, Απολινέρ, Λακαριέρ, Σολωμού, Καβάφη, Σαχτούρη, Ρίτσου, κ.ά. Εχει επίσης εκδώσει και δικά του κείμενα, πεζά και ποιητικά. Το 1999 ήταν υποψήφιος ευρωβουλευτής με το ΠΑΣΟΚ σε τιμητική (μη εκλόγιμη) θέση.
Ο Οδυσσέας Ελύτης έχει γράψει για το έργο του: «Τυχαίο δεν είναι ότι σε μια στιγμή που οι περισσότεροι καλλιτέχνες με απελπισία είχανε καταθέσει τα όπλα μπροστά στη χιλιομεταχειρισμένη παραστατική ζωγραφική, εκείνος, για να ’χει ακριβώς διατηρήσει σε συνεχή κατάσταση ανταρσίας την ιδιότυπη αθωότητά του, επέτυχε να διαχύσει ένα είδος δροσιάς που οι κουρασμένοι των σημερινών μεγαλουπόλεων, όχι χωρίς κάποιαν έκπληξη, αποδεχθήκανε σαν ευεργετική ανοιξιάτικη βροχούλα. Βέβαια, χρειαζόταν γι’ αυτό ένας θαυματοποιός.
Και ο Φασιανός, μικρός ή μεγάλος, έδειξε ότι είχε τον τρόπο να βγάζει από το καπέλο του κουνέλια και σημαίες –στην περίπτωσή του φουμαδόρους και ποδηλάτες– με μια ευκολία που θα τη χαρακτηρίζαμε σαν επικίνδυνη αν, τις περισσότερες φορές, η ίδια του η χειρονομία δεν ήταν τόσο αυθόρμητη και πειστική. Χωρίς άλλο το Χρώμα θα πρέπει να έπαιξε μεγάλο ρόλο στην πρώτη του επαφή με τον κόσμο. Με κάθε του πίνακα μας ξαναφέρνει στη θέση εκείνου που το πρωτοανακαλύπτει. Και με το παραμορφωτικό του σχέδιο, βοηθεί, δίνει έδαφος στο χώμα ν’ αποκτήσει μιαν ευκρασία, ν’ απλωθεί με τις πιο ανεπαίσθητες και τις πιο ουράνιες διακυμάνσεις…».
Συλλυπητήριο μήνυμα έστειλαν ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, η υπουργός Πολιτισμού και Αθλητισμού Λίνα Μενδώνη, ο υφυπουργός Πολιτισμού Νικόλας Γιατρομανωλάκης, ο αν. τομεάρχης Πολιτισμού του ΣΥΡΙΖΑ Πάνος Σκουρολιάκος, κ.ά.
