Βρίσκεσαι μέσα στο γιαπί -η πιο κρίσιμη στιγμή για έναν αρχιτέκτονα, μα και η ωραιότερη, η πιο μαγική. Η στιγμή που κάθε αρχιτέκτονας περιμένει με τόση προσμονή και λαχτάρα. Ο «άγνωστος χώρος» που πριν από λίγο πάσχιζες να σχεδιάσεις, τώρα βρίσκεται μπροστά σου και εσύ κινείσαι μέσα του. Ενας χώρος, που λίγο πριν δεν ήταν παρά μόνο μία δισδιάστατη παράσταση στο χαρτί ως σχέδιο ή τρισδιάστατη αφαιρετική απεικόνιση ως μακέτα. Είναι η πρώτη επαφή με την υλική υπόσταση του κτιρίου. Οι προσδοκίες επιβεβαιώνονται ή καταρρίπτονται, γιατί εκεί ο ίδιος ο χτισμένος χώρος σού υποδεικνύει πού πέτυχες και πού λάθεψες.
Μετράς με το βλέμμα τα μεγέθη, τις αναλογίες, τον τρόπο που διεισδύει μέσα στους επιμέρους χώρους το φως, τις σκιερές και φωτεινές επιφάνειες που τον ορίζουν. Ψάχνεις με αγωνία μπας και σκαλώσει το βλέμμα σε κάποια ατέλεια, αστοχία, σε κάποιο κρυφό σημείο που μπορεί να σε προδώσει. Περπατάς αργά, ελέγχοντας με προσοχή κάθε γωνιά, κάθε σημείο.
Αλλες στιγμές στέκεις ακίνητος, σαν να θέλεις να αφουγκραστείς ήχους μυστικούς, λόγια που σιγοψιθυρίζουν τα υλικά μεταξύ τους. Σαν να γίνεται τότε η δική τους ακριβοδίκαιη κριτική γι’ αυτό που χτίζεις κι εσύ περιμένεις ανυπόμονα να κρυφακούσεις. Η προαιώνια υλική και άυλη υπόσταση της αρχιτεκτονικής σε μια μυστική συνομιλία.
Το φως πέφτει λοξά πάνω στην επιφάνεια του μπετονένιου τοιχίου. Τώρα διακρίνονται καθαρά όλες οι λεπτομέρειες της ξύλινης τάβλας. Τα νερά της, οι ραβδώσεις, οι σκουρόχρωμοι ρόζοι της, οι πρόκες που μπορείς να τις ξεχωρίσεις άμα ζυγώσεις ακόμη πιο κοντά, οι οποίες τη συγκρατούσαν σταθερή πάνω στα καδρόνια του καλουπιού. Είναι η πίεση του ρευστού υλικού πάνω στην ξύλινη επιφάνεια που αποτυπώνει την παραμικρή εσοχή ή εξοχή, τις μετακινήσεις της μιας τάβλας από την άλλη και μαρτυρά την παρουσία του ξύλινου υποδοχέα που προϋπήρξε και συγκράτησε το σκυρόδεμα μέχρι να πήξει και να μπορέσει να σταθεί από μόνο του «στα πόδια του».
Αργότερα, ο ξυλότυπος αφαιρείται και είναι τότε, στο ξεκαλούπωμα, όπου όλη αυτή η πυκνή ξύλινη κατασκευή «θυσιάζεται» κατά κάποιον τρόπο, αφού εκπλήρωσε τον σκοπό της. Απομένει μόνο το αποτύπωμά της στην επιφάνεια του μπετόν, για να μας θυμίζει την ύπαρξή της, την υλική της υπόσταση, αλλά και την κοπιώδη προσπάθεια του μάστορα προκειμένου να τη στήσει σωστά και σταθερά, πάνω στα αιωρούμενα ικριώματα.
Παραδίπλα ο σοβάς έχει καλύψει σαν πέπλο τον τούβλινο τοίχο. Η προσεκτικά πελεκημένη επιφάνειά του φέρνει στην επιφάνεια όλο τον εσωτερικό κόσμο του έγχρωμου κονιάματος. Μαύρα, ώχρα, κόκκινα, λευκά μικρά πετραδάκια εμφανίζονται μέσα από τη μάζα του και βγαίνουν στο φως, αποκαλύπτοντας ολόκληρους γαλαξίες από πολύχρωμα αστέρια. Απορείς μ’ αυτόν τον μικρόκοσμο που αναδύθηκε και βρίσκεται απέναντί σου σαν ένα πρωτοφανέρωτο σύμπαν.
Και εδώ το φως τονίζει την ανάγλυφη επιφάνεια και φανερώνει τον τρόπο που το χέρι του τεχνίτη πελέκησε με τη θραπίνα τον κατακόρυφο τοίχο. Γιατί κάθε χτύπημα είναι διαφορετικό, ανάλογα με την τεχνική του μάστορα και μοιάζει σαν τη δική του προσωπική «υπογραφή» πάνω στην επιφάνεια του τοίχου. Η αρχιτεκτονική την έχει ανάγκη αυτή την υπογραφή του μάστορα, ως πολύτιμη σφραγίδα πάνω στο σώμα της που πιστοποιεί την ιδιαίτερη ταυτότητά της. Δίχως το δικό του αποτύπωμα πάνω στο υλικό, τον δικό του μόχθο, η αρχιτεκτονική μοιάζει αδιάφορη, μηχανική, ψεύτικη.
Και στέκουν και τα δύο αυτά χειροποίητα υλικά αρμονικά το ένα δίπλα στο άλλο. Το μπετόν και το πελεκημένο αρτιφισιέλ. Το μάτι περνάει φυσιολογικά από το ένα στο άλλο. Οι δυνατές ακτίνες του ήλιου διαχέονται πάνω στις αδρές επιφάνειες δίχως να αντανακλώνται ενοχλητικά ή να γυαλίζουν επιδεικτικά. Υποδέχονται το εκτυφλωτικό φως σαν πολύτιμο δώρο, δίχως να το επιστρέφουν πίσω, όπως συμβαίνει συχνά με τις στιλπνές επιφάνειες πολλών υλικών ή τα πελώρια υαλοστάσια.
Είναι γήινα αυτά τα υλικά, πετρώδη σαν τα βράχια, τις πέτρες και τα χώματα του τόπου μας και μπορείς να τα φανταστείς να συνομιλούν στην ίδια γλώσσα, να συνταιριάζονται με τα χρώματα των τοπίων που μας περιτριγυρίζουν. Αμα το καλοσκεφτείς, τεχνητά βράχια είναι κι αυτά, με χρώματα γαιώδη, σαν της γης πάνω στην οποία θεμελιώνεται το κτίριο. Ολους τους αιώνες με πέτρα άλλωστε δεν χτίζαμε πάνω σ’ αυτή τη γη; Με «μάρμαρα σπασμένα σαν τσακμακόπετρες» όπως μονολογούσε ο Σεφέρης.
Ξαναγυρνάς τη σκέψη σου στο γιαπί, έτσι όπως στέκει αργά το απόγευμα σιωπηλό, ήσυχο. Οι τεχνίτες έχουν φύγει αποκαμωμένοι, αφού τελείωσαν το μεροκάματο, για να ξαναγυρίσουν πάλι το επόμενο πρωί να συνεχίσουν τη δουλειά τους. Οι φωνές του πρωινού και ο διαπεραστικός θόρυβος των εργαλείων έχουν κοπάσει για σήμερα. Κι εσύ γυρίζεις σαν το φάντασμα μέσα του, ανεβοκατεβαίνοντας σκάλες, κοιτώντας από ψηλά ή χαμηλότερα την πόλη, τα διπλανά κτίρια, «τους γείτονες» του γιαπιού. Αναρωτιέσαι αν θα το υποδεχτούν «φιλικά», αν θα συμπληρώσει αρμονικά τον αστικό ιστό, αν ενταχθεί φυσιολογικά και ομαλά στη γειτονιά και τη ζωή της πόλης.
Ετσι συνεχίζεται το χτίσιμο, «με κόπο και καιρό» και με τα δύο να αφήνουν τα ίχνη τους πάνω στην αρχιτεκτονική, όπως και σε κάθε τέχνη άλλωστε. Οσο προχωράει η κατασκευή τόσο το κτίριο μοιάζει έτοιμο να υποδεχτεί αυτούς που θα το κατοικήσουν. Οι ανθρώπινες παρουσίες είναι αυτές που θα το ζωογονήσουν στο μέλλον, δίνοντας ουσιαστικό περιεχόμενο στη μορφή του. Ο τελικός και ουσιαστικός προορισμός κάθε αρχιτεκτονικής όπου γης.
*Αρχιτέκτων, Καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ
