Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ο Γιάννης Καραχισαρίδης, προγενέστερος του Γιώργου Λούκου διευθυντής του Ελληνικού Φεστιβάλ, παρεμβαίνει στον δημόσιο διάλογο με θέμα το ερώτημα περί κακοδιαχείρισης στον οργανισμό με αφορμή την αποκάλυψη της «Εφ.Συν.».

Σε άρθρο του που δημοσιεύτηκε στο www.iporta.gr ο Γιάννης Καραχισαρίδης δίνει απαντήσεις για την υπόθεση που απασχόλησε τον δημόσιο διάλογο τον τελευταίο καιρό με επίκεντρο το ερώτημα περί κακοδιαχείρισης στο Ελληνικό Φεστιβάλ. Τίτλος του, «Το Ελληνικό Φεστιβάλ, ο κύριος Λούκος και… οι προηγούμενοι».

«Ολο αυτό το διάστημα στήθηκε ένα σκηνικό όπου οι εμμονές, οι προκαταλήψεις και η άγνοια περίσσευαν» γράφει ο Γιάννης Καραχισαρίδης. «Αξιόλογοι καλλιτέχνες και άνθρωποι των γραμμάτων επανέρχονταν συχνά με την υπογραφή τους σε κείμενα που όμως είχαν μόνο συναισθηματική απόχρωση.

Και καμιά συζήτηση δεν άνοιγαν για την ουσία των προβλημάτων. Σ’ αυτά τα κείμενα, αλλά και στις κατά καιρούς δηλώσεις του κ. Λούκου, υπήρχε μόνιμα η αναφορά στους προηγούμενους. Οι οποίοι θεωρούνταν οι αποκλειστικοί υπεύθυνοι για τα όποια δεινά του Φεστιβάλ.

»Ο προηγούμενος, που τόσο συχνά επικαλούνταν οι ασχολούμενοι με το Φεστιβάλ, είναι ο υπογράφων. Γιατί απλούστατα εγώ ήμουν εκείνος που παρέδωσε στον κ. Λoύκο, όταν ανέλαβε την προεδρία του Φεστιβάλ τον Νοέμβριο του 2005. Επί δέκα χρόνια παρέμεινα σιωπηλός, αφήνοντας αναπάντητες ένα σωρό ανακρίβειες, όλες εκ προμελέτης. Είναι προτιμότερο να σιωπάς, όταν είναι βέβαιη η κατακραυγή, μόνο και μόνο επειδή μίλησες.

Σε συνθήκες όπου οι βεβαιότητες είναι απόλυτες, η κριτική είναι ατύπως απαγορευμένη. Τώρα όμως και ο κ. Λούκος ανήκει στη χορεία των προηγούμενων. Και πλέον θα κριθεί κι εκείνος σε παρελθόντα χρόνο. Ισως τώρα λοιπόν να είναι πιο εποικοδομητική η παράθεση των πραγματικών δεδομένων».

Και παραθέτει τα γεγονότα:

«Το 2004 η νεοεκλεγείσα κυβέρνηση της Ν.Δ. αποφασίζει ότι ο επόμενος πρόεδρος του Φεστιβάλ θα είναι ο κ. Λούκος. Τον Νοέμβριο του ιδίου έτους πραγματοποιείται γενική συνέλευση της Εταιρίας όπου προαλείφεται ο σχετικός διορισμός. Είμαι παρών με την ιδιότητα του γενικού διευθυντή, θέση που κατείχα με σύμβαση από το 2001, μετά από δημόσια πρόσκληση ενδιαφέροντος και συνέντευξη αξιολόγησης από τριμελή επιτροπή.

Στην εν λόγω συνεδρίαση το αρμόδιο υπουργείο μας ενημερώνει ότι ο νέος πρόεδρος θα αναλάβει από το επόμενο έτος, λόγω ανειλημμένων υποχρεώσεων στο εξωτερικό. Μου ζητούν να καταρτίσω το καλλιτεχνικό πρόγραμμα του 2005, καλύπτοντας προσωρινά τη θέση του προέδρου.

»Η ανακοίνωση για τον κ. Λούκο γίνεται τον Απρίλιο του 2005. Καθήκοντα προέδρου του ανετέθησαν επίσημα τον Νοέμβριο του 2005. Αμέσως του παρέδωσα με πρωτόκολλο όλα τα οικονομικά δεδομένα του Φεστιβάλ καθώς και λεπτομερή απολογισμό για τις παραστάσεις του καλοκαιριού, που μόλις είχαν ολοκληρωθεί (αριθμός εισιτηρίων, αναλυτικές εισπράξεις κ.λπ.). Τον Ιανουάριο του 2006, σε μια πολύ φιλική συζήτηση, ο κ. Λούκος μου είπε ότι αποφάσισε τη διακοπή της συνεργασίας μας και ζήτησε να λυθεί η σύμβασή μου, ως γενικού διευθυντή. Ετσι αποχώρησα και έκτοτε, ως προηγούμενος, δεν ασχολήθηκα με τα τεκταινόμενα στο Φεστιβάλ».

Συνεχίζει ο Γ. Καραχισαρίδης:

«Οταν ανέκυψαν από το δημοσίευμα της Εφημερίδας των Συντακτών αιτιάσεις κακοδιαχείρισης, ο κ. Λούκος απάντησε δυστυχώς με ένα αυταπόδεικτο ψέμα. Ισχυρίστηκε ότι όλες οι εκχωρήσεις -από εταιρίες προς τράπεζες- έγιναν πριν εκείνος αναλάβει την προεδρία του Φεστιβάλ.

»Η αλήθεια είναι ότι πριν αναλάβει, όλες οι εκχωρήσεις εξοφλούνταν κανονικά προς τις τράπεζες όπως προβλέπει ο νόμος. Το θέμα της κακοδιαχείρισης ανέκυψε επί της θητείας του. Από το 2006 έως το 2008. Ολα αυτά είναι καταγραμμένα με κάθε λεπτομέρεια, στις εκθέσεις των ελεγκτικών αρχών. Συνομολογούνται εξ άλλου και στο περιεχόμενο της αγωγής που κατέθεσε το ίδιο το Φεστιβάλ κατά των προμηθευτών.

»Ο κ. Λούκος κατέφυγε καθυστερημένα σε δικαστικές ενέργειες εναντίον των προμηθευτών και μόνον όταν κατάλαβε ότι με την υπογραφή του σε επιταγές και σε συμβάσεις είχε βρεθεί σε αδιέξοδο. Αυτά είναι τα γεγονότα και δυστυχώς δεν είναι πρώτη φορά που κάποιος για να αμυνθεί και να ξεφορτωθεί τα λάθη του, ρίχνει τις ευθύνες γενικώς και αορίστως στους προηγούμενους. Μια προτροπή που δεν εισακούστηκε και ένα ψέμα που διαδόθηκε».

Σε ό,τι αφορά την αναγκαιότητα παρουσίας οικονομικού διευθυντή στο Ελληνικό Φεστιβάλ σημειώνει:

«Οταν χώρισαν οι δρόμοι μας με τον Γ. Λούκο τον Γενάρη του 2006, του έδωσα μια απλή συμβουλή που, αν την ακολουθούσε, θα είχε αποφύγει τα διαχειριστικά λάθη και τις ολιγωρίες που τον κατατρέχουν μέχρι σήμερα. Του είπα ότι θα έπρεπε αμέσως να βρει τον αντικαταστάτη μου και να του εκχωρήσει όλες τις διαχειριστικές αρμοδιότητες της Εταιρίας, όπως προβλέπει ο νόμος.

»Του εξήγησα ότι κατείχα τη θέση του γενικού διευθυντή έχοντας τα κατάλληλα προσόντα, τις γνώσεις και την εμπειρία. Είμαι οικονομολόγος, ενώ εκείνος δεν είναι. Τελικά δεν με άκουσε. Κράτησε πεισματικά για τον εαυτό του τη θέση του γενικού διευθυντή, χωρίς να διαθέτει καν τα τυπικά προσόντα. Πίστεψε ότι το μάνατζμεντ και η διαχείριση ενός τόσο μεγάλου οργανισμού είναι μια απλή διαδικασία. Οτι επρόκειτο για απλές προσθαφαιρέσεις αριθμών.

»Πολύ αργότερα, το 2010, όταν καθυστερημένα συνειδητοποίησε τις δυσκολίες, αναζήτησε οικονομικό σύμβουλο. Ηδη όμως είχε κάνει καίρια λάθη στην οργάνωση και τη διαχείριση του Φεστιβάλ. Να προκηρύξει τη θέση του γενικού διευθυντή και να προσλάβει τον καλύτερο. Μια θέση που προβλέπεται θεσμικά στον ιδρυτικό νόμο του Φεστιβάλ και που, με δική του επιμονή, παραμένει κενή επί 10 χρόνια».

Ο αρθρογράφος σχολιάζει την κατάσταση του Φεστιβάλ όταν ανέλαβε ο Γ. Λούκος:

«Μύθος είναι ότι παρέλαβε καμένη γη. Δηλαδή ένα μεγάλο χρέος που με κόπο εξόφλησε στα επόμενα χρόνια. Η αλήθεια όμως είναι διαφορετική. Ο κ. Λούκος παρέλαβε έναν απολύτως υγιή οργανισμό, όπως προκύπτει κι απ’ το πρωτόκολλο παράδοσης (Νοέμβριος 2005). Κι αν κάποιος επιθυμεί να το διαπιστώσει δεν έχει παρά να ανατρέξει στα ντοκουμέντα. Τότε θα ανακάλυπτε επίσης (έκθεση των ελεγκτικών αρχών) ότι οι εισπράξεις το 2005 ανήλθαν σε 10.148.000 €, ενώ το αμέσως επόμενο έτος (πρώτο της θητείας του κ. Λούκου) ανήλθαν σε 6.665.000 €».

Ο Γιάννης Καραχισαρίδης καταλήγει:

«Στη χώρα μας αναθέτουμε με ευκολία σ’ έναν καλλιτέχνη τη διοίκηση ενός πολιτιστικού οργανισμού. Επειδή αφελώς ταυτίζουμε την καλλιτεχνική με τη διοικητική επάρκεια. Κι αυτό γιατί υποτιμούμε βαθύτατα το μάνατζμεντ ως αυτοτελή εργασία. Αυτή η εμμονή μας είναι και η βασική αιτία για τα οργανωτικά, διοικητικά και διαχειριστικά προβλήματα που τόσο συχνά έχουν εμφανιστεί στο παρελθόν σε πολιτιστικούς οργανισμούς. Και που φαίνεται ότι θα συνεχίσουν να εμφανίζονται και στο μέλλον, όσο αυτή η αντίληψη δεν θα αλλάζει».