ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Ηταν πάρα πολύ σπουδαίος συνθέτης και υπέροχος άνθρωπος. Ο Κυριάκος Σφέτσας «έφυγε» από τη ζωή προχθές σε ηλικία 80 ετών, ξαφνικά για εμάς, καθώς μέχρι και πριν από έναν μήνα συνομιλούσαμε για το πότε θα βρεθούμε εκ του σύνεγγυς, αφού είχε βρεθεί στην Αθήνα επ’ αφορμή της αναγόρευσής του από το ΕΚΠΑ σε επίτιμο διδάκτορα του Τμήματος Μουσικών Σπουδών της Φιλοσοφικής Σχολής του Πανεπιστημίου Αθηνών. Ηταν μια πανηγυρική τελετή, γεμάτη συγκίνηση, που τίμησε με την παρουσία του ο ίδιος ο συνθέτης. Σαν να πρόλαβε η ακαδημαϊκή κοινότητα να πει δημόσια αυτό που ήξεραν εδώ και χρόνια οι μουσικοί και οι σοβαροί ακροατές: ότι ο Σφέτσας ήταν μια σπάνια περίπτωση δημιουργού, από εκείνες που δεν μπαίνουν εύκολα σε ράφι.

Ο Κυριάκος Σφέτσας ήταν όχι μόνο διακεκριμένος, αλλά και πολυσχιδής δημιουργός της σύγχρονης ελληνικής μουσικής, πάντα με συνέπεια και πραγματική τόλμη. Τα τελευταία χρόνια έμενε μόνιμα στη Λευκάδα: «Εδώ, από τα Ασπρογερακάτα, από αυτό το μέρος με αυτό το παράδοξο όνομα, διαβάζω την εφημερίδα σας και γράφω μουσική, της οποίας όπως καταλαβαίνεις ο μεγαλύτερος όγκος δεν θ’ ακουστεί ποτέ» μου έγραφε. Δεν ξέρουμε αν θα ακουστεί ποτέ, ωστόσο λίγο τον ένοιαζε. Το σίγουρο είναι πως ο Κυριάκος Σφέτσας ήταν πάντα στις γραμμές της πρωτοπορίας, από την πρώτη στιγμή, ειδικά μετά την αναγκαστική αυτοεξορία του στο Παρίσι το 1967 εξαιτίας της χούντας. Και να που το έφεραν η μοίρα και τα χρόνια και μας άφησε μία μέρα πριν από την 21η Απριλίου – μια ημερομηνία που καθόρισε το μέλλον της χώρας σκοτεινιάζοντάς το, αλλά και τη δική του καλλιτεχνική αναγέννηση.

Ο Κυριάκος Σφέτσας γεννήθηκε στην Αμφιλοχία το 1945 και μεγάλωσε στη Λευκάδα, όπου και έμενε μόνιμα από το 1999. Εκεί, στην Φιλαρμονική Εταιρία Λευκάδος και στο Εθνικό Ωδείο της πόλης, πρωτοδιδάχθηκε μουσική και από τότε αυτή η τέχνη έγινε η δική του βιοτική ανάγκη. Ο ίδιος είχε πει ότι άρχισε να παίζει «σχεδόν επαγγελματικά» από τα 14 του, στις συναυλίες του Ωδείου αλλά και σε χορευτικές ορχήστρες, διασχίζοντας από νωρίς το χάσμα ανάμεσα στην πειθαρχία της σπουδής και στη ζωντανή, λαϊκή πράξη της μουσικής. Αυτή η πρώιμη τριβή με διαφορετικούς κόσμους εξηγεί πολλά για όσα ακολούθησαν. Γιατί μιλάμε για έναν δημιουργό που δεν περιορίστηκε σε μία σχολή, ούτε σε μία «ασφαλή» θέση μέσα στην ελληνική μουσική. Ισα ίσα που από νωρίς επέλεξε αυτή τη διπλή κίνηση που θα χαρακτήριζε όλη τη ζωή του: ρίζα και φυγή, τόπο και υπέρβαση.

Στο Παρίσι

Δεν ήταν ούτε 20 χρόνων όταν έζησε ένα γεγονός που για τους περισσότερους ίσως θα αρκούσε ως το μεγαλύτερο επίτευγμά τους: στις 30 Αυγούστου 1964, στη Λευκάδα, συνόδευσε στο πιάνο τη Μαρία Κάλλας στην τελευταία εμφάνισή της στην Ελλάδα. Μετά την απριλιανή δικτατορία έφυγε για το Παρίσι, όχι ως κοσμικός εκπατρισμένος, αλλά ως μουσικός που έψαχνε αέρα, παιδεία και ορίζοντα. Εκεί έζησε τον Μάη του ’68 με όσα τα γεγονότα εκείνα «έγραψαν» μέσα του: «Ανήκω στη γενιά του Μάη. Σε όλους εκείνους που ως πελώριο ορμητικό κύμα ονειρεύτηκαν την ανατροπή τού χθες! Στη γενιά που γεύτηκε όσο καμία άλλη τον ελεύθερο έρωτα και την αγάπη». Αυτά μας είχε πει ο ίδιος σε κατ’ ιδίαν συνομιλία το 2021.

Στο Παρίσι βρήκε ακριβώς αυτό που ζητούσε και κάτι παραπάνω. Ως υπότροφος του γαλλικού κράτους από το 1969 έως το 1972 σπούδασε με τον Μαξ Ντόιτς σύνθεση, ανάλυση και διεύθυνση ορχήστρας, ενώ παράλληλα δεχόταν συμβουλές από μορφές όπως ο Γιάννης Ξενάκης, ο Λουίτζι Νόνο και ο Ανρί Ντιτιγέ. Ο ίδιος μάς έλεγε ότι ο Ντόιτς δεν του δίδαξε μόνο μουσική, αλλά και «στάση ζωής». Η πρώτη δημόσια παρουσίαση έργου του στο Παρίσι έγινε αμέσως μετά τον Μάη του ’68 και ακολούθησαν αναθέσεις από τη γαλλική ραδιοτηλεόραση. Εκεί ανήκει και το «Smog», η τετρακάναλη ηλεκτροακουστική μουσική για μπαλέτο που στην επίσημη βιογραφία του περιγράφεται ως ένα από τα πρώτα έργα αυτού του είδους παγκοσμίως. Δεν ήταν λοιπόν ένας επαρχιώτης που πήγε στην Ευρώπη για να «εκσυγχρονιστεί». Ηταν ήδη έτοιμος να συγκρουστεί με την εποχή του. Ηταν ένας από τους πολλά υποσχόμενους συνθέτες της ευρωπαϊκής αβάν γκαρντ.

Προσωπική «γλώσσα»

Σαν επέστρεψε οριστικά στην Ελλάδα το 1975, το έκανε χωρίς να μικρύνει το βλέμμα του. Με πρόσκληση του Μάνου Χατζιδάκι εργάστηκε στο Τρίτο Πρόγραμμα ως παραγωγός, ύστερα ανέλαβε τα μουσικά τμήματα του Δεύτερου και του Πρώτου Προγράμματος και από το καλοκαίρι του 1982 έως τον Ιανουάριο του 1994 υπήρξε διευθυντής του Τρίτου Προγράμματος της ΕΡΑ. Εγραψε συμφωνική, χορωδιακή και σκηνική μουσική (για μπαλέτο, θέατρο), ηλεκτρονική, έργα για σολίστες, μουσική δωματίου, συνθέσεις τζαζ, μουσική σε ποίηση Ελλήνων και ξένων ποιητών. Εγραψε τη μουσική για το φιλμ «Η νύχτα με τη Σιλένα» του επίσης σπουδαίου σκηνοθέτη Δημήτρη Παναγιωτάτου, που έχουμε τη χαρά να αρθρογραφεί στην «Εφ.Συν.», συνεργάστηκε με τον Παύλο Τάσσιο και την Κατερίνα Γώγου στην «Παραγγελιά» (πήρε το βραβείο Καλύτερης Μουσικής στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης) καθώς και στην «Εποχή των δολοφόνων» του Νίκου Γραμματικού μαζί με το συγκρότημα Τρύπες. Ηδη ο ίδιος είχε στραφεί σε μια μουσική πολυγλωσσία, στήνοντας μια προσωπική γλώσσα εκεί όπου άλλοι έβλεπαν ασύμβατα πεδία: τη δυτικοευρωπαϊκή κλασική και σύγχρονη μουσική, την ελληνική παραδοσιακή μουσική, την τζαζ και τη βυζαντινή μουσική.

Η Παρισινή Κομμούνα

Ο Κυριάκος Σφέτσας μάς υπενθύμιζε κάτι σκληρό αλλά αληθινό: ότι η τέχνη δεν είναι διακόσμηση, ούτε τεχνική επίδειξη, ούτε προϊόν μιας ανύπαρκτης κουλτούρας. Είναι αγώνας μορφής, μνήμης και ελευθερίας. Και αυτόν τον αγώνα τον έδωσε μέχρι τέλους. Θα αφήσουμε εδώ τα δικά του λόγια, όπως για πρώτη φορά δημοσιοποιούμε, από συζητήσεις μας λίγους μήνες πριν: «Γράφω μουσική εδώ και πολύ καιρό, έργα που δεν θα ακούσω ποτέ όσο ζω. Τα αποθηκεύω ωστόσο σε ψηφιακή μορφή στον υπολογιστή μου. Δεν ξέρω πραγματικά αν πρέπει να ασχοληθώ με την προώθησή τους. Δεν ξέρω αν η μουσική στην οποία κάποιοι εξακολουθούμε ακόμη να πιστεύουμε ενδιαφέρει τον σημερινό άνθρωπο ή αν αισθάνεται έστω και ως δευτερεύουσα την ανάγκη της.

»Ετσι κι αλλιώς πιστεύω ότι η σχέση της πλειοψηφίας των νεοελλήνων με τη μουσική, παραδοσιακή και σύγχρονη, είναι εξ ορισμού εσφαλμένη. Η μουσική, ακόμη και στην πιο μικρή μορφή της, που είναι το τραγούδι, απαιτεί βαθιά γνώση. Αυτή η εντελώς ξεχωριστή γλώσσα δεν ερμηνεύεται με το “μου αρέσει ή όχι” ή με άλλα κριτήρια ιδεολογικά, πολιτικά, αισθητικά κ.ά. που προέρχονται από τον τομέα του λόγου. Ο λόγος είναι ανεπαρκής για να αναλύσει μουσικά φαινόμενα. Η μουσική αναλύεται με δικούς της ανεξάρτητους κώδικες… Ξέρω, ότι οι περισσότεροι θα πείτε “τι μας λέει ο άνθρωπος!”. Ας μου εξηγήσει λοιπόν κάποιος από εσάς τι περιέχει το μυαλό ενός νεοέλληνα που παθαίνει με ένα πλαστικό τραγούδι της όποιας “Σούλας Μπούλας” , φουσκώνει με ένα τυχάρπαστο τσάμικο σε πανηγύρι περιφερειακό, εξυψώνεται με κάποια δήθεν ανατρεπτικά άσματα, ταυτόχρονα θέλει και λίγες “εποχές” Βιβάλντι, για να καταλήξει και σε σκληρές ροκιές. Είναι και κάποιοι που δεν κοιμούνται, δεν τους πιάνει ύπνος αν δεν ακούσουν τα “Πιθοπρακτά” του Ιάνη Ξενάκη (μακριά από εμένα ο οποιοσδήποτε υπαινιγμός για τον συνθέτη και το έργο του). Αυτό που οι άλλοι, και εννοώ την πλειοψηφία, ονομάζουν ή θεωρούν αγώνα για κοινωνική αλλαγή μού φαίνεται αναποτελεσματικό και τελικά ανώφελο. Και είμαι σε θέση να γνωρίζω πως σε πολλούς που δεν απώλεσαν την εντιμότητά τους, ο αγώνας αυτός τους κόστισε ή τους κοστίζει πάρα πολύ ακριβά.

»Η συμμετοχή μας σε αγώνες που επιδιώκουν ριζικές κοινωνικές αλλαγές δεν είναι θέμα γραφειοκρατικών εντολών, κατευθύνσεων και συνθημάτων που στηρίζονται τεχνηέντως ακόμη και στη δημιουργία ενοχών στα άτομα, άρα σε υποτελείς μονομάχους! Η ουσιαστική, και εξ αυτού αποδοτική συμμετοχή εντός της ομαδικής (κοινοτικού χαρακτήρα) πάλης, αν δεν στηρίζεται σε αμφίδρομες σχέσεις, όνειρα και επιθυμίες, είναι καταδικασμένη σε αποτυχία. Καμένο χαρτί όπως λέμε.

»Η μοναχική ζωή από την άλλη είναι ένας τρόπος σωτηρίας και γλιτωμού από την απάτη και το ψέμα. Αυτής της ανελέητης κυριαρχίας των ημερών. Αυτής της χιλιόχρονης και βάλε εξουσίας, η οποία δεν ελέγχεται και κανείς δεν μπόρεσε μέχρι σήμερα να νικήσει. Αναπολώ με χρονοκαθυστέρηση τις λιγοστές μέρες της Παρισινής Κομμούνας. Χαμένος ίσως στη μετάφραση, στην όμορφη αναπόληση του Σούμαν ή και στη μαγεία του ανολοκλήρωτου. Μήπως φτάσαμε στην επικράτηση του μαζοχισμού; Χαίρομαι πάντως όταν μοιράζομαι χωρίς φανφάρες είτε τις χαρές είτε τις λύπες μου με αγαπημένα πρόσωπα. Σ’ ευχαριστώ». Εμείς σας ευχαριστούμε, κύριε Σφέτσα.

Ο τελευταίος αποχαιρετισμός θα γίνει αύριο Παρασκευή στη Ριτσώνα