ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ Τάσης Παπαϊωάννου*
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Οι συγκλονιστικές φωτογραφίες των κομμουνιστών που εκτελέστηκαν από τους ναζί ανήμερα της Πρωτομαγιάς του ’44 στο σκοπευτήριο της Καισαριανής ξύπνησαν μνήμες στην ελληνική κοινωνία. Μνήμες που είχαν καλυφθεί από τη σκόνη των καιρών, θυμίζοντας σε όλους μας τις ηρωικές στιγμές της Εθνικής Αντίστασης, οι οποίες καθόρισαν τη σύγχρονη ιστορία του τόπου μας. Αντικρίζοντας για πρώτη φορά τα ήρεμα πρόσωπα εκείνων των ανδρών που περπατούν αγέρωχοι, ο ένας δίπλα στον άλλο, δίχως φόβο προς τον θάνατο, συνειδητοποιούμε τη βαθιά πίστη που τους χαρακτήριζε και την ακλόνητη πεποίθηση ότι πέθαιναν για έναν υπέρτερο σκοπό, την απελευθέρωση της πατρίδας τους από τον γερμανικό ζυγό.

Η συλλογική ιστορική μνήμη φωτίστηκε ξανά, σαν από κάποιο δυνατό προβολέα μέσα στη σκοτεινιά των ημερών μας, αναδεικνύοντας με τον πιο τραγικό και αδιαμφισβήτητο τρόπο τη θυσία των 200 αριστερών αγωνιστών. Την ίδια στιγμή, οι φωτογραφίες αυτές αποτελούν ατράνταχτα τεκμήρια του αντιφασιστικού αγώνα του λαού μας και συγχρόνως υπενθυμίζουν και τον προδοτικό ρόλο των Ελλήνων δωσίλογων συνεργατών των Γερμανών κατακτητών. Ισως αυτό να εξηγεί το μένος και το μίσος των σημερινών νοσταλγών του ναζισμού που βεβήλωσαν το μνημείο πεσόντων στην Καισαριανή. Εσπασαν τη μαρμάρινη πλάκα νομίζοντας ότι έτσι θα σβήσουν αυτό που συμβολίζει μέσα στο πέρασμα του χρόνου. Οσο όμως η συλλογική μνήμη της κοινωνίας μένει ζωντανή, κανένας βανδαλισμός δεν μπορεί να ακυρώσει τα πραγματικά ιστορικά γεγονότα.

Η ιστορική διαδρομή της πόλης είναι γεμάτη από τέτοια γεγονότα, άλλοτε μακρινά άλλοτε πρόσφατα που έλαβαν χώρα σε διάφορα σημεία των γειτονιών της: σε δρόμους, σε πλατείες, σε συγκεκριμένα κτίρια, σε απόμερες ξεχασμένες γωνιές. Είναι τότε που ο χώρος ταυτίζεται και γίνεται ένα με τον χρόνο, σαν να γράφεται πάνω του με ανεξίτηλη μπογιά το τι συνέβη εκεί στο παρελθόν, έτσι που να τον ακολουθούν από τότε και για πάντα οι μνήμες εκείνου του ιστορικού γεγονότος.

Είναι οι Χώροι-Μνημεία της πόλης που θυμίζουν (ή οφείλουν να θυμίζουν) στις επόμενες γενιές την ιστορία της, που είναι και η ιστορία της ελληνικής κοινωνίας. Χώροι που πρέπει να προστατεύονται και να διατηρούνται ακέραιοι, δίχως άστοχες «ανακαινίσεις» που αλλοιώνουν τη φυσιογνωμία τους κι αυτό που συμβολίζουν διαχρονικά στο παρόν. Μόνον έτσι η ιστορική γνώση περνά αλώβητη από τη μια γενιά στην άλλη, θωρακίζοντας την αλήθεια των ιστορικών γεγονότων από επικίνδυνους αναθεωρητισμούς, παραχαράξεις και στρεβλώσεις.

Οπως έχουμε ευθύνη να διατηρούμε άθικτα τα μνημεία της αρχαιότητας, άλλο τόσο οφείλουμε να προστατεύουμε και τα μνημεία της σύγχρονης ιστορίας μας. Ο χρόνος αφήνει αναπόφευκτα πάνω στα υλικά τους τα σημάδια του· σημάδια πολύτιμα πάνω σε σοβάδες, ξεθωριασμένα χρώματα, σκουριασμένα σίδερα, που δεν πρέπει να σβηστούν, ούτε να καλυφθούν. Θα πρέπει να μένουν εκεί, να θυμίζουν διαρκώς το ιστορικό γεγονός, όπως οι ασπρόμαυρες πολυκαιρισμένες φωτογραφίες των αγωνιστών της Καισαριανής, των πραγματικών πατριωτών!

«Τα μεμνημένα στην ενθύμηση “πράγματα” είναι στενά συνδεδεμένα με τόπους. […] Οι τόποι “μένουν” ως εγγραφές, μνημεία, δυνάμει τεκμήρια, ενώ οι ενθυμήσεις, οι μεταδιδόμενες αποκλειστικά διά ζώσης, είναι πτερόεσσες καθώς και τα λόγια»1 σημειώνει ο Paul Ricceur.

Οι τόποι φέρουν πάνω και μέσα τους τη συλλογική μνήμη της κοινωνίας. Η σκουριασμένη σμπαραλιασμένη πόρτα της πύλης του Πολυτεχνείου αποτελεί τεκμήριο και σύμβολο της εξέγερσης του Νοέμβρη του ’73, συνδεδεμένη άρρηκτα με το αντιδικτατορικό φοιτητικό κίνημα. Οι σφαίρες και οι οβίδες πάνω στους παλιούς σοβάδες των προσφυγικών της Αλεξάνδρας υπενθυμίζουν στους Αθηναίους που διέρχονται καθημερινά από μπροστά τους τις τραγικές στιγμές του Δεκέμβρη του ’44. Την ίδια στιγμή τα σημάδια που έχει αφήσει ο χρόνος πάνω στους τοίχους, τα χρώματα της ώχρας που διατηρούνται ατόφια από την εποχή που χτίστηκαν, οι μικροεπισκευές των ανθρώπων που τα κατοικούν, αποτελούν ένα in situ μνημείο της προσφυγιάς, αλλά και του αγώνα των 400 κατοίκων τους για την προστασία όχι μόνον των κτιρίων, αλλά και της υποδειγματικής κοινότητας που έχουν δημιουργήσει μέσα τους.

Στους τοίχους των κτιρίων του ΕΑΤ-ΕΣΑ οι κρεμασμένες φωτογραφίες των νεκρών αγωνιστών, αλλά και των αντιστασιακών που βασανίστηκαν στα κελιά τους, θαρρείς και ταυτίζονται με τους χώρους του κολαστηρίου της επτάχρονης δικτατορίας. Οι φωτογραφίες των 200 κομουνιστών, που εκτελέστηκαν το ’44, μοιάζουν σαν να αναδύθηκαν άξαφνα από τον βυθό του παρελθόντος κι έρχονται να προστεθούν κι αυτές δίπλα τους για να μας θυμίσουν ότι ο αγώνας για έναν άλλο κόσμο, δικαιότερο και καλύτερο, μπορεί να κερδηθεί. Τα πρόσωπα που μας κοιτούν κατάματα για πρώτη φορά είναι σαν να μας λένε πως δικό μας είναι τώρα το χρέος και η ευθύνη να συνεχίσουμε τον αγώνα τους και πως το όραμα για το οποίο θυσιάστηκαν δεν είναι μια ουτοπία, είναι εφικτό, μπορεί και πρέπει να γίνει πραγματικότητα!

Σημείωση:
1. Paul Ricceur,
Η μνήμη, η ιστορία, η λήθη, μτφρ. Ξ. Κομνηνός, Ινδικτος, Αθήνα 2013

* Αρχιτέκτων – ομότιμος καθηγητής Σχολής Αρχιτεκτόνων ΕΜΠ