Υπήρξε η πρώτη γυναίκα πρύτανης στην Ελλάδα, στο Πάντειο Πανεπιστήμιο. Διετέλεσε πρόεδρος της Ελληνικής Εταιρείας Εγκληματολογίας, της Διεθνούς Ενωσης Γυναικών, της Εθνικής Επιτροπής της Ελλάδας για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου, του Συνδέσμου για τα Δικαιώματα της Γυναίκας και του Ιδρύματος Μαραγκοπούλου. Πολλές φορές διακρίθηκε και βραβεύτηκε για αυτούς τους αγώνες. Ηταν το 2018, στις 31 Αυγούστου (σαν αύριο, δηλαδή), όταν σταμάτησαν οι αγώνες της για την πρόοδο της Ελληνίδας, ο αστείρευτος λόγος της, η ψυχοδιανοητική της διάσταση. Ομως, παραμένει καθαρό το πρόσωπό της, όπως τη βλέπω στη φωτογραφία που μου είχε δώσει και την κράτησα στο αρχείο μου, με τη συνέντευξή της. Δημοσιεύεται για πρώτη φορά. Η διάρκεια του ενδιαφέροντός της και το πάθος της για το γυναικείο κίνημα μας έπεισαν ότι δεν επρόκειτο για μόδα, αλλά για μια βαθιά ανάγκη που βοήθησε στην ανάπτυξη, την εξέλιξη της γυναίκας μέσα στην κοινωνία.
Είχαμε συναντηθεί στο σπίτι της, πριν από τριάντα χρόνια, στην οδό Λυκαβηττού. Με υποδέχτηκε στο γραφείο της που ήταν πνιγμένο από έγγραφα, βιβλία, μελέτες, ντοσιέ, έντυπα… Ολα αυτά ήταν το οξυγόνο της. Η πηγή που ξεδιψούσε. Το απόσταγμα των γνώσεών της.
• Η υπόθεση της ισότητας των δύο φύλων πήρε διεθνείς διαστάσεις;
Σήμερα για πρώτη φορά στην παγκόσμια ιστορία η διεκδίκηση της ισότητας των φύλων παροτρύνεται όχι πια μόνο από γυναικείες ιδιωτικού δικαίου οργανώσεις, αλλά από την επίσημη ένωση όλων των κρατών του κόσμου, τον ΟΗΕ.
Το γεγονός αυτό δεν οφείλεται, βέβαια, μόνο σε λίγα φωτισμένα πρόσωπα, από τα ιθύνοντα, στον οργανισμό αυτό. Είναι, κατά κύριο λόγο, συνέπεια των νέων κοινωνικο-οικονομικών και πολιτικών συνθηκών, σε εθνικό και σε διεθνές επίπεδο, τις οποίες γέννησε η τεράστια τεχνολογική εξέλιξη της εποχής μας.
• Πώς βλέπετε το γυναικείο κίνημα σήμερα;
Βρίσκεται στην αποφασιστικότερη καμπή του από όταν πρωτοεμφανίστηκε, περίπου στα μισά του περασμένου αιώνα. Η ανάγκη αξιοποίησης του μισού πληθυσμού της Γης, του γυναικείου, έγινε σιγά σιγά συνειδητό ότι είναι απαραίτητη για τη μέγιστη απόδοση της αναπτυξιακής διαδικασίας και –αργότερα– για τη βελτίωση της ποιότητας ζωής σ’ αυτό το σχεδόν απάνθρωπο κατασκεύασμα της ωμής κερδοσκοπίας και άκρατης καταναλωτικής μανίας που αποτελούν οι κοινωνίες μας.
Ισως να απορεί κανείς πώς υπάρχει θέμα ανισότητας των φύλων αφού την ισότητα αποδέχτηκαν και πατρονάρουν τα ίδια τα επίσημα κράτη, ενωμένα μάλιστα. Η απάντηση δεν είναι πολύ δύσκολη. Αλλο είναι ν’ αποδεχτείς νοησιακά μια καινούργια αρχή που αναφέρεται, μάλιστα, σε μια μεγάλη κοινωνική αλλαγή, κι άλλο να την αφομοιώσεις και να την εφαρμόσεις. Η αντίδραση, κυρίως αυτών που κατέχουν την προνομιούχο θέση και βρίσκουν πολύ φυσικό να την έχουν –σ’ αυτήν την περίπτωση των αντρών– ακόμη όμως κι εκείνων που έχουν συνηθίσει τη δυσμενή κι υποδεέστερη θέση –σ’ αυτήν την περίπτωση των γυναικών– είναι πολύ δύσκολο να εξαλειφθεί, να ξεριζωθεί από τα βάθη του υποσυνείδητου, όπου από μια τρυφερή ηλικία ρίζωσε.
• Ποια η συμβολή των γυναικείων οργανώσεων;
Χρειάζονται ακόμα, και πολύ μάλιστα, οι γυναικείες οργανώσεις, που συχνά πρέπει να παλέψουν, τόσο με τους κρατικούς φορείς όσο και με τη νοοτροπία των μαζών, κατά κύριο λόγο των αντρικών, κατά δεύτερο λόγο των γυναικείων, που με την προκατάληψη και με τη δογματική πίστη, στους διαφορετικούς ρόλους των φύλων, διαιωνίζουν την ανισότητα. Η συμβολή των μέσων ενημέρωσης σ’ αυτή την προσπάθεια μπορεί να είναι πολύτιμη.
• Τι θεωρείτε δυσκολότερο στην προσπάθεια για την πραγματοποίηση της ισότητας των φύλων;
Εκτός από το ξερίζωμα της προκατάληψης, για την οποία μιλήσαμε ήδη, δυσκολίες σοβαρές παρουσιάζει η οργανωμένη και συστηματική προσπάθεια εξεύρεσης κι εφαρμογής των σωστότερων λύσεων στα διάφορα ειδικά προβλήματα που η πραγματοποίηση της ισότητας παρουσιάζει. Μόνο όσοι δεν έχουν ασχοληθεί με τα προβλήματα αυτά θεωρούν ότι τα πράγματα είναι απλά. Αυτή τη στιγμή οι σοβαρές μελέτες και έρευνες που έγιναν πάνω σε αυτά, οι περισσότερες πατροναρισμένες από Πανεπιστήμια διεθνούς κύρους ή από διεθνείς οργανισμούς ακόμη και από τα ίδια τα Η.Ε., το Συμβούλιο της Ευρώπης, την ΕΟΚ κ.λπ., ξεπερνούν κατά πολύ τις χίλιες. Δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι οι γυναίκες της εποχής μας ζουν σε μια ηρωική περίοδο, γιατί ενώ εξακολουθούν ακόμα να σηκώνουν σχεδόν μόνες το βάρος των παραδοσιακών ρόλων της μητέρας και της νοικοκυράς, συχνά σηκώνουν και το βάρος ενός επαγγέλματος. Ετσι προβάλλει επιτακτική η ανάγκη ελάφρυνσης της γυναίκας από τα δυσβάσταχτα αυτά βάρη με διάφορα μέτρα. Αλλά ποια είναι τα κατάλληλα μέτρα που θα την ελαφρύνουν χωρίς να δημιουργήσουν νέες διακρίσεις λόγω φύλου, χωρίς να την καταστήσουν υπάλληλο ασύμφορο για τον εργοδότη, χωρίς να δημιουργήσουν πρόσθετες δυσχέρειες στη, σύμφωνα με τις ικανότητές της, σταδιοδρομία; Τα πράγματα έχουν ανάγκη μελέτης και μεθοδικής αντιμετώπισης, αν θέλουμε να προχωρήσουμε μακροχρόνια και όχι απλώς να δώσουμε μια προσωρινή ανάσα στην υπερφορτωμένη γυναίκα που όμως μακροχρόνια θα έχει ως αποτέλεσμα την οπισθοδρόμηση στην πορεία προς την ισότητα.
• Ποια η γνώμη σας ειδικά για τις Ελληνίδες;
Οι Ελληνίδες είναι από τις τολμηρότερες γυναίκες του κόσμου στο να ανοίξουν την πόρτα σε νέα επαγγέλματα και μάλιστα επαγγέλματα που απαιτούν ανώτερες σπουδές. Στις σπουδές τους δείχνουν επιτυχία εξαιρετική – αρκούν τα αποτελέσματα των εισαγωγικών στα ΑΕΙ για να το επιβεβαιώσουν. Στην οικογένεια μέσα οι Ελληνίδες είχαν κατακτήσει θέση πολύ πιο ουσιαστική απ’ αυτήν που τους έδινε το πολύ ανδροκρατικό οικογενειακό μας δίκαιο, εντελώς ξεπερασμένο από την πραγματικότητα. Ευτυχώς, σήμερα έχουμε ένα συγχρονισμένο Οικογενειακό Δίκαιο που καθιερώνει πέρα για πέρα πραγματική ισότητα μέσα στην οικογένεια. Ωστόσο, δεν μπορούμε ακόμη να μιλήσουμε για ισότητα στην οικογένεια την ελληνική, αφού συχνά ο άντρας, παρ’ όλο που η γυναίκα του είναι εργαζόμενη, μένει αμέτοχος στις φροντίδες του σπιτιού και των παιδιών.
• Σε τι αποδίδετε ότι, ενώ πολλές γυναίκες σπουδάζουν, λίγες φτάνουν σε ανώτερα αξιώματα, ασυγκρίτως λιγότερες από τους άντρες;
Οταν ήμουν νεαρή μού είχε γεννηθεί κι εμένα αυτή η απορία. Τώρα ξέρω από την πείρα της ζωής ότι, εκτός από τα άμεσα εμπόδια που δημιουργεί το αντρικό κατεστημένο και τις προκαταλήψεις που πηγάζουν από αυτό, σοβαρότατη αιτία αποτελεί η τρομερή διάσπαση της γυναίκας εξαιτίας των πολλαπλών ρόλων της. Πόσοι άντρες νομίζετε ότι θα κατάφερναν να σταδιοδρομήσουν με υψηλή επιτυχία αν ήταν ταυτόχρονα υπεύθυνοι για το σπίτι, τα παιδιά και το επάγγελμά; Στον κύκλο των γνωστών σας, θα μπορούσαν να καλύψουν σε αριθμό τα δάχτυλα του ενός χεριού; Πολύ αμφιβάλλω…
• Τι νομίζετε ότι θα έπρεπε να γίνει;
Νομίζω ότι είναι απαραίτητο σήμερα να κατανοηθεί ότι ο φεμινισμός πρέπει να στηρίζεται αλλά και να προσπαθεί να διαδώσει μια ιδεολογία με βάση την αξία και τον σεβασμό του ανθρώπου ως υπέρτατης αξίας. Κι αυτό χωρίς καμιά διάκριση (αρχίζοντας από τη διάκριση λόγω φύλου, που είναι η ευρύτερη). Η έλλειψη μιας τέτοιας ιδεολογίας οδηγεί την ανθρωπότητα σε καταστροφή. Γιατί αν δεν κατευθυνθούν από μια ανθρώπινη ιδεολογία οι σύγχρονες τεχνολογικές έρευνες και η χρήση των κατακτήσεών τους, θα αυτοκτονήσει η ανθρωπότητα με τις ασύλληπτα ισχυρές, τις μαγικές δυνάμεις που η ίδια τιθάσευσε και χρησιμοποιεί τις τελευταίες δεκαετίες.
Η ίδια ιδεολογία πρέπει να εμπνεύσει άντρες και γυναίκες για να πραγματοποιηθεί η ισοτιμία χωρίς πόλεμο μεταξύ των φύλων και χωρίς εξοντωτικά βάρη για τις γυναίκες. Εδώ χρειάζεται μεγάλη προσοχή. Γιατί ο νεοσυντηρητισμός που εμφανίστηκε τελευταία στο γυναικείο κίνημα, με τον ψευδεπίγραφο τίτλο «προοδευτικός φεμινισμός» ή «φεμινισμός δεύτερης φάσης», κινδυνεύει να ξαναφέρει τη γυναίκα στην προηγούμενη κατάσταση με τον υπερτονισμό της αξίας του ρόλου της μητέρας και με την ιδιαίτερη προβολή της αμφιβολίας αν η εργασία απελευθερώνει τη γυναίκα.
Ο σωστός σύγχρονος φεμινισμός πρέπει, εμπνεόμενος ακριβώς από την ιδεολογία της ανθρώπινης αξίας χωρίς διακρίσεις, να τονίζει και την αξία της γονικής ιδιότητας –μητρότητας και πατρότητας και όχι μόνο μητρότητας– και να διαφωτίζει για την ανάγκη κατανομής των σχετικών καθηκόντων ανάμεσα στους δύο γονείς. Καθώς και όλων των άλλων καθηκόντων στο σπιτικό ανάμεσα στα μέλη της οικογένειας, ασχέτως φύλου. Παράπλευρα πρέπει να προωθεί την ίδρυση των θεσμών που να ελαφρύνουν από αυτά τα βάρη τους δύο συζύγους. Οσο για την επαγγελματική εργασία της γυναίκας, κανένας επιστήμονας, έστω και με λίγες ψυχολογικές και κοινωνιολογικές γνώσεις, δεν ισχυρίστηκε ότι αυτή αρκεί για να απελευθερώσει τη γυναίκα. Ισχυριστήκαμε και ισχυριζόμαστε, όμως, ότι είναι απαραίτητη προϋπόθεση, το αναγκαίο πρώτο βήμα για την απελευθέρωσή της, η οποία εξαρτάται κι από άλλους παράγοντες, εξωτερικούς κι εσωτερικούς.
Δεν πρέπει ωστόσο να ξεχνάμε ότι η γυναίκα πάντα εργαζόταν σ’ όλες τις φάσεις της Ιστορίας. Η σκλαβιά της όμως προήλθε κυρίως από το γεγονός ότι η γυναίκα βαρυνόταν σχεδόν αποκλειστικά με τη μη αμειβόμενη εργασία, ενώ ο άντρας με την αμειβόμενη. Αυτό δημιούργησε την οικονομική εξάρτησή της από αυτόν και υπήρξε η βάση της υποδούλωσής της. Αλίμονο αν ο νεοσυντηρητισμός του γυναικείου κινήματος της δημιουργεί κίνητρα για την επιστροφή σε τέτοια κατάσταση. Θα εξυπηρετήσει μόνο την ανδροκρατική επιθυμία της απελευθέρωσης όχι της γυναίκας, αλλά των θέσεων εργασίας, από τις οποίες, με τη σημερινή ανεργία, οι άντρες θα ήταν ευτυχείς αν κατάφερναν να τη διώξουν.
