«Ελληνοϊταλός και Ιταλοέλληνας», ένας οικουμενικός διανοούμενος, γεφυροποιός ανάμεσα σε δύο λογοτεχνίες και δύο πολιτισμούς, εμβληματική προσωπικότητα στην προώθηση των νεοελληνικών σπουδών στην Ελλάδα και την Ιταλία, ακούραστος μελετητής της γλώσσας μας, ο Μάριο Βίττι διαμόρφωσε την εικόνα που έχουμε για την Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας και μοιράστηκε με τον κόσμο τούς «ακλόνητους» έρωτες που έζησε με την ελληνική ποίηση, ιδιαίτερα του Κάλβου, του Σεφέρη, του Ελύτη. Αλλωστε με τον τελευταίο τον συνέδεε στενή φιλία, όπως και με τον Μίκη Θεοδωράκη. Νεοελληνιστής, ιστορικός Λογοτεχνίας, πανεπιστημιακός, μεταφραστής, κριτικός, πάντα ανανεωτικός και καινοτόμος, παρέμεινε προσιτός και μάχιμος μέχρι την τελευταία του πνοή, την περασμένη Τρίτη, σε ηλικία 97 ετών, στη Ρώμη.
Ο Μάριο Βίττι γεννήθηκε το 1926 στην Κωνσταντινούπολη και από την πλευρά της μητέρας του ήταν ελληνικής καταγωγής. Μεγάλωσε μέσα στην ελληνική κοινότητα της Κωνσταντινούπολης, όπου έμαθε να μιλάει και να γράφει εξίσου καλά στα ελληνικά και στα ιταλικά. Λίγο μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, η οικογένεια μετακόμισε στην Ιταλία.
Σε παλαιότερη συνέντευξή του στην «Αυγή», στην Πόλυ Κρημνιώτη, περιέγραφε τα παιδικά του χρόνια, που τον διαμόρφωσαν: «Σαν παιδί είχα μια ζωή πολύ διαφορετική από τα παιδιά τα σημερινά, επειδή δεν είχα ούτε καν την πρόφαση, πηγαίνοντας και επιστρέφοντας από το σχολείο, να κάνω και καμιά αταξία. Δεν ήμουν καλός μαθητής, αλλά με αγαπούσαν οι δάσκαλοί μου κι έκανα παρέα μαζί τους. Πέρα από τα βιβλία που είχα την ευκαιρία να διαβάσω για τα μαθήματά μου, μου έδειχναν κι άλλα που μπορούσα να διαβάσω. Εχω μεγάλη ευγνωμοσύνη γι’ αυτούς τους ανθρώπους που μου έδειξαν ενδιαφέρον και αγάπη, ενώ δεν ανταποκρινόμουν στα αιτήματα του τυπικά καλού μαθητή. Στην πραγματικότητα δεν ήμουν καλός μαθητής ποτέ. Δεν παραδέχτηκα καμία αυθεντία της φιλολογικής επιστήμης για μοναδικό και αποκλειστικό δάσκαλο. Δεν υπηρέτησα καμία θεωρία ιδιαίτερα, αλλά έκανα του κεφαλιού μου. Ισως αυτό τελικά αποτέλεσε και την πρωτοτυπία της δουλειάς μου».
Στη Ρώμη ο Βίττι σπούδασε και ξεκίνησε την πορεία του ως καθηγητής και ερευνητής της Ελληνικής Λογοτεχνίας. Από το 1957 εργάστηκε στο Πανεπιστήμιο της Νάπολης «L’Orientale», το 1968 διορίστηκε μόνιμος καθηγητής στο Πανεπιστήμιο του Παλέρμο, δίδαξε επίσης στο Πανεπιστήμιο της Τοσκάνης και αργότερα στη μεσαιωνική πόλη Βιτέρμπο, όπου περνούσε χρόνο απασχολούμενος, όπως έλεγε, με τα αγαθά της γης και των γραμμάτων. Για τη συμβολή του στις νεοελληνικές σπουδές τιμήθηκε με τον τίτλο του επίτιμου διδάκτορα από τα Πανεπιστήμια της Θεσσαλονίκης, του Παρισιού και της Λευκωσίας, ενώ επίσης ήταν πρόεδρος της Ιταλικής Ενωσης των Νέων Ελληνικών Σπουδών και πρόσφατα το Πανεπιστήμιο της Ρώμης τού είχε αφιερώσει το Παρατηρητήριο του Εργαστηρίου για την Ελληνική Γλώσσα.
Μεγάλη και αναγνωρισμένη η προσφορά του στον χώρο των γραμμάτων, καθώς ανακάλυψε και αξιοποίησε λανθάνοντα έργα, όπως το δράμα του Μοντσελέζε «Ευγένα» (1965) και πολύτιμα κειμήλια του Κάλβου (δύο τόμοι, 1960 και 1963). Εστρεψε την προσοχή σε παραγνωρισμένα αριστουργήματα επανεκδίδοντας τη «Στρατιωτική ζωή εν Ελλάδι» (1977) και το «Ερωτος αποτελέσματα» (1993). Ανέλυσε έργα αποφασιστικής σημασίας για την πορεία της Λογοτεχνίας, ιδιαίτερα της ηθογραφίας («Ιδεολογική λειτουργία της ελληνικής ηθογραφίας», 1974) και του μοντερνισμού («Η Γενιά του Τριάντα: ιδεολογία και μορφή», 1977). Η «Ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας» που εκδόθηκε στα ελληνικά το 1978 (εκδ. «Οδυσσέας») και εμπλουτισμένη το 2008, έχει επικρατήσει διεθνώς στον πανεπιστημιακό χώρο.
Το 1951 ο νεαρός τότε νεοελληνιστής γνώρισε τον Οδυσσέα Ελύτη και η απαρχή της φιλίας τους σφραγίστηκε με τη δημοσίευση ενός μικρού τόμου με ποιήματα μεταφρασμένα στα ιταλικά. Εκτοτε ο Βίττι αφιέρωσε αρκετά γραπτά του στον ποιητή, τόσο στην Ιταλία, όπου βοήθησε στο να γίνει η ποίηση του νομπελίστα γνωστή, όσο και στην Ελλάδα, όπως επισημαίνεται στην έκδοση «Για τον Οδυσσέα Ελύτη – Ομιλίες και άρθρα» (εκδ. «Καστανιώτη», 1998). Ο ίδιος, επίσης ξεχώριζε από τα πνευματικά του παιδιά τη μελέτη του για τη Γενιά του ’30 και όπως είχε πει σε συνέντευξή του στην «Εφ.Συν.», στην Κυριακή Μπεϊόγλου, το 2020, σκεφτόταν συχνά το ποίημα «Μ.Ρ., το περιβόλι με τα συντριβάνια» του Γιώργου Σεφέρη, ενώ στην ερώτηση «Η σύγχρονη Ελλάδα, τα γράμματα και ο πολιτισμός της βρήκαν σε σας έναν άριστο μελετητή. Πώς άρχισαν όλα;» είχε απαντήσει ως εξής:
«Ολα άρχισαν πολύ νωρίς, όταν πήγαινα ακόμη σχολείο. Αγαπούσα τη λογοτεχνία, με απασχολούσαν και τα ιταλικά βιβλία και τα ελληνικά, και όπως συμβαίνει με τις φιλίες και θέλουμε να βάλουμε σε επαφή δύο φίλους που αγαπούμε, αλλά δεν γνωρίζονται ο ένας με τον άλλον, άρχισα έτσι, αμφίδρομα, να θέλω να γνωριστούν οι μεν με τους δε. Ωριμάζοντας περιορίστηκα στη μελέτη εις βάθος της νεοελληνικής λογοτεχνίας, δίχως να εγκαταλείψω τη μετάφραση στα ιταλικά Ελλήνων ποιητών και πεζογράφων.
»Η Γενιά του ’30 είναι ακόμα μέσα στο παιχνίδι της ποίησης. Στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αναπαράγεται συνεχώς. Ποιο ήταν αυτό το μαγικό συστατικό της εποχής που γέννησε σπουδαίους λογοτέχνες; Η δραστηριότητα της ελληνικής Γενιάς του ’30 συνέπεσε με τη διάδοση στην Ευρώπη νέων τρόπων στη λογοτεχνία και γενικά στην τέχνη. Ο μοντερνισμός που είχε εμφανιστεί δειλά στη δεκαετία του ’20 διαδίδεται και ανανεώνει όλους τους τομείς της τέχνης».
