ΕΝΤΥΠΗ ΕΚΔΟΣΗ efsyn.gr , Νόρα Ράλλη
Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

«Η Ορνέλα Βόρπσι γεννήθηκε και μεγάλωσε στα Τίρανα. Οταν ήταν επτά ετών, το Κόμμα φυλάκισε τον πατέρα της για προπαγάνδα, με αποτέλεσμα η μητέρα της να αναπτύξει ένα σύνδρομο καταδίωξης. Φοβόταν ότι θα συλλάμβαναν και εκείνη και ότι θα κατέληγαν, μάνα και κόρη, στα στρατόπεδα αναμόρφωσης του Κόμματος. Η Ορνέλα προσπάθησε να συνεχίσει ως μαθήτρια στο Καλλιτεχνικό Σχολείο, αλλά δεν την άφησαν, ως κόρη πολιτικού κρατούμενου. Αργότερα θα καταφέρει να περάσει στη Σχολή Καλών Τεχνών απ’ όπου θα αποφοιτήσει σε ηλικία 21 ετών. Μαζί με τη μητέρα της θα φτάσουν στην Ιταλία και η ίδια θα σπουδάσει στο Μιλάνο. Το 2002 θα εκδώσει το “Η χώρα όπου ποτέ δεν πεθαίνεις”, που θεωρείται ένα από τα καλύτερα λογοτεχνικά βιβλία της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, έχει βραβευτεί και πολυμεταφραστεί. Στην Ιταλία θα λάβει το Βραβείο Γραμμάτων. Εως σήμερα, στα 52 της χρόνια, ζει στο Παρίσι, είναι συγγραφέας και εικαστικός. Στην Ελλάδα ήρθε και παρακολούθησε την παράσταση και ήταν μια συγκινητική στιγμή για μας».

Κάπως έτσι ξεκινάει η συζήτησή μας με τον Ενκε Φεζολλάρι, βραβευμένο σκηνοθέτη και ηθοποιό, με αφορμή το ανέβασμα της παράστασης «Η χώρα που ποτέ δεν πεθαίνεις» της Ορνέλα Βόρπσι. Και ο ίδιος έχει καταγωγή από την Αλβανία, ήρθε μικρός στην Ελλάδα, σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Κρατικού Θεάτρου Βορείου Ελλάδος και έχει συνεργαστεί με πολλά θέατρα στη χώρα μας αλλά και στο εξωτερικό. Το συγκεκριμένο έργο (ανέβηκε για λίγες, λόγω πανδημίας, παραστάσεις στο Θέατρο Σταθμός το περασμένο φθινόπωρο) είναι ένα αυτοβιογραφικό έργο της συγγραφέως, όπου αναπαρίστανται ξεκάθαρα οι πατριαρχικές δομές της Αλβανίας, ειδικά επί καθεστώτος Ενβέρ Χότζα, καθώς και τα τραύματα του αυταρχισμού και της βίας, ειδικά πάνω στη γυναίκα. «Μέσα από την παράσταση και το κείμενο ο θεατής αντιλαμβάνεται ότι οι γυναίκες αγωνίζονται μεν, μα είναι “ζωσμένες” στον ζυγό της πατριαρχίας, από το καθεστώς του Χότζα έως και σήμερα. Πλέον, σε ό,τι αφορά το πολιτικό καθεστώς, δεν έχουμε να κάνουμε με ολοκληρωτικά καθεστώτα, αλλά ακόμα και η δημοκρατία σήμερα είναι υπό αμφισβήτηση. Το καπιταλιστικό σύστημα έχει αποτύχει οικτρά, οι γυναίκες ακόμα και σήμερα καταλαμβάνουν ένα μικρό ποσοστό σε ό,τι αφορά το δημόσιο και ιδιωτικό στερέωμα στην αγορά εργασίας αλλά και στην πολιτική σκηνή και στην Ελλάδα. Οι αμβλώσεις για παράδειγμα, για τις οποίες μιλά η Βόρπσι στο έργο όταν αναφέρει πως οι κοπέλες πήγαιναν και αυτοκτονούσαν στην τεχνητή λίμνη των Τιράνων, ή οι παράνομες εκτρώσεις που κατέληγαν στον θάνατο πολλών κοριτσιών κατά την επέμβαση, ξαναήλθαν στο προσκήνιο. Κεκτημένα καταργούνται σε δευτερόλεπτα ανά τον κόσμο, η δημοκρατία και η Δύση σήμερα ζέχνουν μέσα σε πανδημίες, σε οπλικά συστήματα, σε στρατιωτικά παιχνίδια, σε πολέμους, σε προσφυγικούς καταυλισμούς όπου οι ανθρώπινες ζωές δεν έχουν καμία αξία… Πρέπει να πούμε ότι στο βιβλίο της Βόρπσι ο λαός της Αλβανίας, ένας ολόκληρος λαός, βίωσε για 45 χρόνια κακουχίες και στερήσεις. Αυτός ο εγκλεισμός, η πατριαρχία, η στέρηση και ο ανδρικός καταπιεστικός κόσμος με πρόσχημα τις ιδέες του κομμουνισμού (ανάθεμα αν κατάλαβαν το νόημα! Κάτι που ποτέ δεν εφαρμόστηκε!) ξεχαρβάλωσαν ζωές και μακέλεψαν ανθρώπους. Για να φτάσουμε στο σήμερα, όπου στον αντίποδα αυτών, λαοί βρίσκονται σε καθεστώτα με ηγέτες μαριονέτες!» μας λέει ο Ενκε.

«Η μητέρα μου βούτηξε στα απορρυπαντικά τα τραύματά της, τα νιάτα της, τη ζωή της»

Η παράσταση και το έργο, τόσο για τη συγγραφέα όσο και για τον ίδιο, δρουν ως λύτρωση, καθώς θέτουν τα φαντάσματα του παρελθόντος, τις απειλές του παρόντος και ένα συνεχόμενο τραύμα στο προσκήνιο. «Για μένα, που ως παιδί έζησα στην Αλβανία και αργότερα έγινα μετανάστης, είναι σαν να επιστρέφω στα Τίρανα. Είναι μια καλλιτεχνική Ιθάκη, μια Οδύσσεια…» συνεχίζει ο σκηνοθέτης. «Η ηρωίδα μου είναι η μητέρα μου, η οποία μεγάλωσε μόνη της δύο παιδιά καθαρίζοντας σπίτια, βουτηγμένη στη χλωρίνη. Η ίδια ήταν η καθηγήτρια Ιστορίας Ντρίτα Σέχι στα Τίρανα, που πίστευε στο Κόμμα, στα ιδανικά, που δίδασκε τις ιδέες του κομμουνισμού, που πίστευε στον Ανθρωπο, που τη σεβόταν μια κοινωνία ολόκληρη. Αυτή η γυναίκα βούτηξε για είκοσι χρόνια στα απορρυπαντικά και στα χλωροκαθαριστικά τα τραύματά της, τα νιάτα της, τη ζωή της, για να δώσει στα παιδιά της το μέλλον που τους αξίζει, για να τα δει να φτάνουν ψηλά, για να αγγίξουν την ευτυχία που εκείνη τους στέρησε, για να ξεφύγουν από τη μιζέρια και τη φτώχεια. Οι παππούδες μου υπήρξαν ήρωες στον Β’ Π.Π., που τουφέκιζαν τον Γερμανό και Ιταλό κατακτητή, που πίστευαν στην ελευθερία, την αγάπη… Ως καλλιτέχνης λοιπόν, από την πρώτη μου κιόλας σκηνοθεσία, καταπιάστηκα με ανθρωποκεντρικά έργα, με έργα που υμνούν τη Γυναίκα, τον Ξένο, τον Αλλον, το Διαφορετικό. Πολιτικό θέατρο πες το ή όπως νομίζεις. Να έχεις ενσυναίσθηση κοινωνική, να μιλάς στην καρδιά του λαού – αυτό με ενδιαφέρει. Είμαι ένας προλετάριος, ένας σκηνοθέτης που θέλω να μιλώ για τα μεγάλα ζητήματα, να δώσω φωνή στους κατατρεγμένους αυτής της Γης, να μιλήσω για τη ζωή, να γιατρεύω τον θεατή. Η τέχνη αυτό οφείλει να κάνει. Αλλιώς βάλε Νέτφλιξ, μια χαρά θα περάσεις. Σε όλη τη σταδιοδρομία μου καταπιάστηκα με τη Λιλή Ζωγράφου, με Τσέχοφ, Λόρκα και άλλους που μιλούν για όλα τα παραπάνω. Ξέρετε, η πατριαρχία σκοτώνει κι εμάς τους άνδρες, μας ευνουχίζει ο Πατέρας Αφέντης από γεννησιμιού μας. Αυτή είναι η ρίζα του κακού».

«Να βρούμε το θάρρος και να κοιτάξουμε το τέρας στα μάτια, όπως έκανε η Μάγδα Φύσσα»

Ο ίδιος πέρασε δύσκολα ως μαθητής Αλβανός, ωστόσο είχε εξαιρετικούς καθηγητές μεγαλώνοντας, έκανε διάφορες δουλειές και εν τέλει έγινε αυτό που ήθελε: σκηνοθέτης. «Το ότι πραγματοποιώ το όνειρό μου είναι σαν να “σηκώνεις το λάβαρο της ανεξαρτησίας σου”, που λέει και η Ζωγράφου. Ο,τι τίμημα και να έχει, είναι αυτό που με κάνει περήφανο. Από την άλλη, παρότι έχω ελληνική ταυτότητα, ακόμα με κοιτούν παράξενα στις δημόσιες υπηρεσίες. Πάντα λέω “θα με φας στη μάπα και το χαίρομαι”. Ταυτόχρονα, εκτός από το εθνικό, ούτε το ταξικό ζήτημα φεύγει από τη συνείδηση. Οπως δεν φεύγει και η χώρα σου. Οι χώρες μάς στοιχειώνουν και νομίζω ότι αυτό το βρικολάκιασμα θα μας ακολουθεί μέχρι τον θάνατό μας. Και τι γίνεται στις χώρες αυτές; Η Ορνέλα περιγράφει την Αλβανία, μα και εδώ στην Ελλάδα υπάρχει χυδαιότητα. Υπάρχουν δολοφονίες (Τοπαλούδη, Ζακ…), βιασμοί, γυναικοκτονίες. Στο θέατρο σίγουρα έχουν αρχίσει να γίνονται κάποια βήματα, αλλά το σύστημα για να αλλάξει πρέπει να κοπεί από τη ρίζα του. Οι παθογένειες και οι προκαταλήψεις καθώς και ο φασισμός δύσκολα πολεμιούνται. Πιστεύω πρώτα στην ατομική καλλιέργεια και επανάσταση και μετά στη συλλογική, από το εγώ στο εμείς. Αλλά αυτό απαιτεί συνείδηση του πολίτη καθώς και παιδεία, σε έναν τόσο βίαιο κόσμο, τσακισμένο από μνημόνια, πανδημία και αυταρχικές πολιτικές με δημοκρατικούς μανδύες. Δεν ξέρω αν το μέλλον έχει ξηρασία αλλά πρέπει να κουβαλάμε νερό όσο μπορούμε στην πλάτη μας! Να μην υποκύπτουμε στα trends και στην trash κουλτούρα που μας περιβάλλουν. Ωρες ώρες, η αρένα θέλει θηράματα και αυτό είναι που δεν πρέπει να της επιτρέψουμε. Πρέπει να βρούμε το θάρρος και να κοιτάξουμε το τέρας στα μάτια, όπως το σύμβολο-μάνα όλων μας για μένα: η Μάγδα Φύσσα, που βρήκε τη δύναμη ψυχής να τα βάλει με τους φασίστες. Σε μια αντιηρωική εποχή, πρέπει να ορθώσουμε το είναι μας».

● Info: Η παράσταση θα παρουσιαστεί στο Αττικό Αλσος, Δευτέρα 11/07, στις 21.00, με ελεύθερη είσοδο (σε συνεργασία με την Περιφέρεια Αττικής). Τη συγγραφέα υποδύεται η Αμαλία Αρσένη (έμαθε αλβανικά, είδε και ήρθε σε επαφή με την κουλτούρα της Αλβανίας για τον ρόλο) και τα οικεία καθώς και τα εφιαλτικά πρόσωπα γύρω της, η Αθηνά Καραγιώτη και η αλβανικής καταγωγής Βέφη Ρέδη.