Πριν από 50+1 χρόνια ο Βλάσης Κανιάρης, ο Νίκος Κεσσανλής και ο Δανιήλ, στη Βενετία, με μια πρωτοποριακή πρόταση αποδόμησαν την παράδοση της ελληνικής γλυπτικής βάζοντας στη θέση της «άσπιλης λευκότητας» κουρέλια και πανιά. Τώρα, 14 νέοι δημιουργοί ενώνουν τις δυνάμεις τους για μια νέα καλλιτεχνική στάση και γλώσσα που ενδυναμώνει τη συλλογικότητα και την επικοινωνία.
Ενας μικρός αδιέξοδος δρόμος πίσω από την οδό Αγίας Ειρήνης -αδιέξοδος με την κυριολεκτική αλλά και τη μεταφορική, συμβολική διάσταση- στάθηκε η αφορμή για μια ομάδα νέων εικαστικών δημιουργών να αντιμετωπίσει τα ζητήματα της καλλιτεχνικής έκφρασης εκεί που κυριολεκτικά χτυπά η καρδιά της πόλης.
Είναι λοιπόν το α-διέξοδο αυτό μαζί και μια διέξοδος της τέχνης προς την αναζήτηση της ταυτότητάς της, ακόμη μία πρόκληση για να στοχαστεί πάνω στις βαθύτερες αλήθειες της, ακόμη ένα μικρό βήμα στην ατελείωτη πορεία του διαλόγου του καλλιτέχνη με τη ζώσα πραγματικότητα γύρω του. Από την έλλειψη διεξόδου, στην αναζήτηση του σημείου όπου μπορεί κανείς να περάσει από την κατάσταση που δεν παρέχει τρόπο διαφυγής και αποκλείει κάθε λύση, στη μαχόμενη διεκδίκηση εξόδου από τη στασιμότητα και τις δυσκολίες.
Νέα τέχνη, νέο μέτρο
Εκεί που η ίδια η ζωή βάζει τους δικούς της, σκληρούς κανόνες, η νέα τέχνη αναζητά το μέτρο της. Μια τέχνη που θέλει να ξεφύγει από τον κλειστό της μικρόκοσμο και με τη δική της στάση ζωής να υπερβεί τα φαινομενικά αδιέξοδα που την καθορίζουν και την καθηλώνουν. Τέχνη και ζωή συναντιούνται εδώ για να σκεφτούν από κοινού για τις δομές αλληλεγγύης μεταξύ κοινωνίας και δημιουργών αλλά και των δημιουργών μεταξύ τους. Να αναστοχαστούν πάνω στους όρους που κάνουν το έργο της τέχνης ζωντανό, αισθητικά ενδιαφέρον, αλλά και κοινωνικά ευρύτερα επικοινωνιακό και λειτουργικό.
Εδώ, στην καρδιά μιας πόλης που σφύζει από την ανελέητη νεότητα αλλά και τα πρόωρα γεράματα, από τους πλανόδιους και τους οδοιπόρους, από τους άστεγους και τους κοινωνικά περιθωριακούς, από τους πεισματάρηδες της ανατροπής και τους σκεπτικιστές, από τους απόβλητους, τους αποδιοπομπαίους και τους παρίες, από τους γρηγορούντες και τους καταθλιπτικούς, από τους αιθεροβάμονες και τους αυτοκαταστροφικούς, από τους αποσυρμένους, συμφωνούντες ή βαθιά νυχτωμένους διακυβεύεται και κρίνεται η χαμένη ή ξανακερδισμένη τιμή της νέας τέχνης.
Μέσα σ’ αυτά τα συμφραζόμενα, σήμερα με διαφορετικές συνθήκες και σε άλλο ιστορικό πλαίσιο, έρχεται ο νους σε μια καλλιτεχνική δράση συλλογικού χαρακτήρα, που ακριβώς πριν από 50+1 χρόνια γράφει ιστορία, οριοθετεί ριζοσπαστικά την πνευματική πρωτοπορία της εποχής και καταγράφει τη μαχητική στάση και την ακραία αισθητική συνέπεια τριών νέων καλλιτεχνών.
Ο Κανιάρης, ο Κεσσανλής και ο Δανιήλ, με την κοινή έκθεσή τους «3 προτάσεις για μια νέα ελληνική γλυπτική» στη Βενετία το 1964 -εκτός κάθε επίσημης εκπροσώπησης-, θέτουν υπό ερώτηση και αμφισβήτηση την τρέχουσα καθεστηκυία αισθητική έκφραση στην Ελλάδα. Με το συλλογικό τους «περιβάλλον» στο Theatro della Fenice αρνούνται ριζοσπαστικά μια ακαδημαϊκή, αισθητικά εύπεπτη και αρεστή ζωγραφική του τελάρου, δηλαδή την ίδια τους την ακαδημαϊκή παιδεία.
Μια πράξη συμβολική, που οριοθετεί τη ρήξη τής τότε νέας τέχνης με την ιστορική της παράδοση αλλά και το συντηρητικό της παρόν, και ενδεικτική για τη νέα ελληνική τέχνη της εποχής που άνοιγε τα φτερά της να συναντήσει τους πρωτοπόρους Ευρωπαίους συνομηλίκους και συνομιλητές της.
Και οι τρεις, αν και ζωγράφοι, αποτολμούν τη δημιουργική αποδόμηση των «ιερών και οσίων» της ελληνικής αισθητικής παράδοσης, δηλαδή της γλυπτικής φόρμας, προτείνοντας στη θέση της «άσπιλης λευκότητας» της ελληνικής γλυπτικής τα κουρέλια, τα πανιά και τα υφάσματα, τα ευτελή «αντιπνευματικά» υπολείμματα της καθημερινής ζωής.
Η πρότασή τους κόβει τις γέφυρες με τη γραφική, συντηρητική αντίληψη για τη «νεοελληνικότητα» και την τρέχουσα αισθητική και, αφήνοντας πίσω το μνημειώδες ελληνοκεντρικό παρελθόν, ανακαλύπτει την ωμή ποιητική γοητεία του «εφήμερου». Ενας κόσμος σταθερών, αμετακίνητων αξιών έχει ανατραπεί. Σ’ αυτή την ταραγμένη πολιτικά περίοδο, οι καινούργιες κοινωνικές συνθήκες της μετεμφυλιακής Ελλάδας οδηγούν μοιραία σε μια κατά μέτωπον αντιπαράθεση είτε με τη δεξιά συντήρηση είτε με τον αριστερό δογματισμό.
Αυτό που για τα ευρωπαϊκά δεδομένα είχε κερδηθεί ήδη χρόνια πριν, χρειάστηκε για την Ελλάδα ο καταστροφικός Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος και η τραυματική μετεμφυλιακή εμπειρία για να αναδυθεί από τις στάχτες της παλιάς κοινωνίας μια νέα ριζοσπαστική συνείδηση, νέα καλλιτεχνική γλώσσα, νέα καλλιτεχνική στάση.
Μια στάση που υπέσκαπτε τολμηρά τη νεοελληνική μικροαστική αισθητική και προσπαθούσε να βρει κοινό βηματισμό με τις ευρωπαϊκές αγωνίες, πειραματισμούς και αμφισβητήσεις.
Οι αντανακλάσεις της νέας μεταπολεμικής απελεύθερης τέχνης από την Ευρώπη έφταναν στην Ελλάδα και προξενούσαν δημιουργικούς μετασεισμούς. Με οξυμμένη ευαισθησία και συνείδηση της Ιστορίας, οι τρεις νέοι τότε συνδημιουργοί μετέτρεψαν τα παλμικά κύματα από την Ευρώπη σε ρηξικέλευθες προτάσεις όχι μόνο για μια νέα ελληνική γλυπτική, αλλά συνολικότερα για μια νέα αισθητική συνείδηση, για μια διαφορετική στάση ζωής. Αυτό θυμόμαστε και τιμούμε σήμερα.
Ευρώπη και Ελλάδα
Τότε το μέλλον της Ελλάδας κρινόταν στην Ευρώπη. Τώρα το μέλλον της Ευρώπης κρίνεται στην Ελλάδα. Αυτή η υπερβολική διατύπωση έχει έναν βαθύτερο πυρήνα αλήθειας. Στην Ελλάδα της κρίσης, σ’ αυτή τη σωφρονιστική αποικία χρέους της Ευρωπαϊκής Ενωσης, οι αρχές παραμένουν σταθερές και οι αξίες ζωντανές και μάχιμες. Οπως και τότε, πριν από 50+1 χρόνια, με την «πρόταση για μια νέα ελληνική γλυπτική», έτσι και σήμερα, και ιδίως σήμερα.
Στο μετέωρο βήμα της, η σημερινή ελληνική κοινωνία επαναφέρει με επιμονή και συνέπεια το διακύβευμα μιας ευρωπαϊκής ιδέας με κοινωνική ευαισθησία, αλληλεγγύη και δημοκρατικές αρχές. Και αναζητά στην ευρωπαϊκή οικογένεια όχι τις οικονομικές, αλλά τις πολιτικές λύσεις που θα ενώσουν και δεν θα διχάσουν, που θα επιβάλουν άλλο ύφος και άλλα περιεχόμενα.
Δίχως τις ψευδαισθήσεις των «χρόνων της ευημερίας», έχοντας αφυπνιστεί από τον εφιάλτη της «ωραίας αδιαφορίας» και της πολιτικής αυτοχειρίας, η ελληνική κοινωνία στέκεται τραυματισμένη αλλά όρθια -ως παράδειγμα και ως υπόδειγμα- απέναντι στην ανθρωπιστική κρίση και μέσα στη νεοφιλελεύθερη λαίλαπα.
Πέρασαν πενήντα χρόνια και το πρόταγμα παραμένει: συστράτευση, αλληλεγγύη, αυταπάρνηση και συλλογική, μάχιμη πορεία ευθύνης, στηρίζοντας όλους αυτούς που αγωνίζονται για την ανανέωση της τέχνης, και όχι μόνο. Που αγωνίζονται για την ανανέωση της κοινωνίας, κάτι που είναι καθήκον και υποχρέωση. Τα α-διέξοδα πρέπει να γίνουν διέξοδοι συνολικής καλλιτεχνικής και κοινωνικής έκφρασης όλων αυτών που αρνούνται να απεμπολήσουν την αξιοπρέπεια και την ελπίδα τους.
* Ζωγράφος
Info:
Κείμενο για την ομαδική έκθεση «Α-διέξοδος/τέχνη στον δρόμο», Εκδόσεις Γαβριηλίδης – art bar Poems & Crimes (Αγ. Ειρήνης 17, Μοναστηράκι), μέχρι 30/6. Συμμετέχουν: Μιχάλης Αδάμης, Στέφανος Αθάνατος, Αντα Αναστασέα, Θανάσης Γιωτάκης, Αντριάννα Δαούτη, Αννα Καρατζά, Δημήτρης Κατσούδας, Ελένη Κοκολάκη, Αννα Λέκκα, Κατερίνα Μπότσαρη, Τάσος Παντής, Χρήστος Παπασωτηρίου, Βασίλης Παφίλης και Μπέσσυ Ράλλη, φοιτητές του 7ου Εργαστηρίου ζωγραφικής της ΑΣΚΤ.
