Το σενάριο γράφει: «Λεωνίδας», «Χριστίνα», «Λευτέρης», «Δήμητρα», «Μάρω», «Λάμπρος», «Ελευθερία», «Νίκη», «Παύλος»… Κι αρχίζεις να σκέφτεσαι αυτά τα πρόσωπα. Στον δρόμο συναντάς τυχαία ανθρώπους -πάντα προετοιμάζοντας μια ταινία το μάτι μας τσιμπά μόνο ό,τι του χρειάζεται- και λες, «Να, έτσι θα είναι ο “Λεωνίδας”, η “Χριστίνα”, ο…». Ή ψάχνεις σε φωτογραφίες ή σκέφτεσαι ηθοποιούς που έχεις δει, που έχεις συναντήσει. Μια μέρα ξεχωρίζεις έναν, μία, μπορώ να πω χωρίς συγκεκριμένο λόγο, από ένστικτο. Και λες, «για να δούμε».
Στις συναντήσεις σας παρατηρείς τα δάχτυλά του, τη στάση του κορμιού του, πώς περπατά, τον ή τη φαντάζεσαι να λέει τις ατάκες του σεναρίου, ονειρεύεσαι το βράδυ μια φράση που σου είπε, τις σαγιονάρες που φορούσε, πώς οδηγούσε όταν πήγατε να πάρετε σουβλάκια, τις γάμπες όταν κρυμμένος κάτω από το τραπέζι -ήσουν βοηθός σκηνοθέτη ακόμα τότε- της έδινες το ποτήρι που έπρεπε να κρατά.
Και μ’ όλους αυτούς τους «τρόπους», τους τονισμούς και τις χειρονομίες του ηθοποιού, στο φως ή στο σκοτάδι, μπολιάζεις τον «Λεωνίδα», τη «Χριστίνα», τον… τη… Θες, θες συνέχεια να τους βλέπεις.
Στις πρόβες τού λες να πει κάτι μ’ έναν τρόπο και αυτός-αυτή σού απαντάει με τον δικό του τρόπο και επειδή αυτός-αυτή σού απαντάει με τον δικό του τρόπο, εσύ του λες κάτι άλλο κι αυτός πάλι σου απαντά, το ίδιο ξανά και ξανά. Δεν πιστεύω πως στη σχέση σκηνοθέτη – ηθοποιού ο σκηνοθέτης στέκεται ψηλά ψηλά στην κορυφή του όρους Εβερεστ και στην καλύτερη διδάσκει, στη χειρότερη επιβάλλει το όραμά του, αλλά πως ο ρόλος βγαίνει από αυτό το πάρε – δώσε.
Στο γύρισμα, στο πιο ουσιαστικό, αν όχι ουσιαστικό, στο πιο κρίσιμο κομμάτι της δουλειάς μας με την κάμερα και με το μαγνητόφωνο κοιτάμε να αρπάξουμε μια στιγμή, ένα βλέμμα, έναν δισταγμό, ένα σπάσιμο της φωνής. Μετά μια λήψη γυρνάς στον οπερατέρ και βλέπεις το χαμόγελό του που σημαίνει «Το έχουμε!». Μια φίλη μου μού είχε πει «Είστε αρπακτικά» κι εγώ το είχα για προσβολή, όμως έτσι είναι, αρπακτικά είμαστε, έχω δακρύσει πολλές φορές βλέποντας κάποιον να παριστάνει κάτι.
Κομμάτια κι αποσπάσματα στο μοντάζ, τα ενώνεις και ξαφνικά δυο εικόνες μαζί, η φράση του ενός, το βλέμμα του άλλου… σκάει μια βόμβα!
Την ταινία, έτοιμη πια, τη βλέπεις μαζί με τους θεατές. Στις πρώτες προβολές δεν καταλαβαίνεις τι ακριβώς έχει συμβεί, νιώθεις ίσως κάτι από τις αντιδράσεις καθώς κυλάει. Ομως με τα χρόνια, όποτε την ξαναβλέπεις, ήρεμος και ώριμος, βλέπεις τις σκιές αυτές και είναι σαν να συναντάς φίλους που έχεις καιρό να δεις, σε συγκινούν και νιώθεις τυχερός που τους έχεις γνωρίσει. Ενα μεγάλο ευχαριστώ για ό,τι τα έρμα αυτά πλάσματα -ανασφαλή, φιλάρεσκα, εγωπαθή, εγωκεντρικά, στο έπακρον συναισθηματικά, γενναιόδωρα και ταλαντούχα- σου έχουν δώσει ή, να το πω καλύτερα, για ό,τι κάνατε μαζί.
Ειρήνη, δεν είσαι γύρω μας, είσαι όμως στην ψυχή μου.
*Σκηνοθέτης της ταινίας «Ο κύριος με τα γκρι», που χάρισε στην ηθοποιό το 1997 το βραβείο α’ γυναικείου ρόλου στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης
