Ο Παρθενώνας, ο ναός της θεάς Αθηνάς στην καρδιά της Ακρόπολης, θεωρείται το κορυφαίο επίτευγμα της αρχαίας ελληνικής αρχιτεκτονικής, το πιο χαρακτηριστικό μνημείο του κλασικού πολιτισμού. Από τους μεγαλύτερους σε μέγεθος ναούς, χτίστηκε από 16.500 μαρμάρινα μέλη διαφορετικών μεγεθών. Τέσσερις ώρες σχεδόν συζητούσε το Κεντρικό Αρχαιολογικό Συμβούλιο τη μελέτη αποκατάστασης του βόρειου τοίχου του σηκού του Παρθενώνα, δηλαδή του εσωτερικού χώρου του ναού.
Η μερική αποκατάστασή του, κυρίως με ταυτοποιημένους αρχαίους λίθους αλλά και καινούργιους, στη μορφή που είχε μετά τον βομβαρδισμό του Μοροζίνι το 1687 και πριν από την πολιορκία της Ακρόπολης το 1822 από τους Τούρκους, μαζί με την αποκατάσταση του νότιου σηκού που θα ακολουθήσει (με ξεχωριστή μελέτη), θα αποκαταστήσουν σε μεγάλο βαθμό τη γεωμετρία του κτιρίου, έτσι ώστε ο σύγχρονος επισκέπτης να αντιλαμβάνεται την ιδιαίτερη αρχιτεκτονική του.
Οπως ειπώθηκε χαρακτηριστικά, η αποκατάσταση των Μακρών Τειχών του σηκού του Παρθενώνα θα απαιτήσει μεγάλη δαπάνη και τουλάχιστον 15 χρόνια για να ολοκληρωθεί.

Με τη μελέτη που κατατέθηκε από τη Διεύθυνση Αναστήλωσης Αρχαίων Μνημείων του υπουργείου Πολιτισμού και πήρε ομόφωνα την έγκριση των μελών του ΚΑΣ (εκτός από το τμήμα του εσωτερικού του σηκού όπου δύο μέλη μειοψήφησαν ζητώντας περαιτέρω στατική μελέτη ώστε να γίνει η ελάχιστη συμπλήρωση με νέο υλικό) βαίνει θετικά μια προσπάθεια που κρατάει πάνω από τρεις δεκαετίες και ξεκίνησε με τον μνημειώδη τόμο για την αποκατάσταση του Παρθενώνα των Χαράλαμπου Μπούρα και Μανώλη Κορρέ, το 1983.
Η μελέτη που εγκρίθηκε βασίζεται στην εισήγηση του αείμνηστου Χαράλαμπου Μπούρα, του ακαδημαϊκού, δασκάλου, ιδρυτικού μέλους και προέδρου της Επιτροπής Συντηρήσεως Μνημείων Ακροπόλεως (ΕΣΜΑ), ο οποίος συνέδεσε άρρηκτα το όνομά του με την αναστήλωση των μνημείων της Ακρόπολης, καθώς δούλεψε στον Ιερό Βράχο για περισσότερα από 40 χρόνια.
«Ο έλεγχος της προτεινόμενης αναστήλωσης απέδειξε επάρκεια και, αντί για άλλη εισήγηση, κατατίθεται εκείνη του αείμνηστου Χαράλαμπου Μπούρα», είπε ο νυν πρόεδρος της ΕΣΜΑ, Μανόλης Κορρές, αρχιτέκτονας με τεράστια εμπειρία στις αναστηλώσεις των μνημείων της Ακροπόλεως και ένας από τους επιστήμονες που με τις σχεδιαστικές του αναπαραστάσεις ζωντάνεψε, στον σύγχρονο κόσμο, τον Παρθενώνα με τη λαμπρή μορφή που είχε κατά την αρχαιότητα.
Ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Αναστήλωσης, Δημοσθένης Σβολόπουλος, χαρακτήρισε τη συνεδρίαση «μεγάλης σημασίας», καθώς με την εφαρμογή των μελετών θα ανασυνταχθούν οι όψεις του Παρθενώνα και, όπως είπε, «η μελέτη που θα εγκριθεί ίσως έχει επιπτώσεις στη λογική των αναστηλώσεων των μνημείων της χώρας». Σύμφωνα με τη μελέτη θα επανενταχθούν 360 αρχαίοι λίθοι και 90 καινούργιοι από μάρμαρο.
Ο βόρειος τοίχος του σηκού δεν βρίσκεται όλος στην ίδια κατάσταση. Στο δυτικό του τμήμα η αναστήλωση με αυθεντικό υλικό θα φτάνει μέχρι τον 6ο δόμο περίπου 4,5 μέτρα, ενώ το ανατολικό θα υψωθεί στα 10 μέτρα, με στόχο μελλοντικά να φτάσει τα 13 μέτρα αφού συμπεριληφθεί σε αυτό το τμήμα όπου βρισκόταν η ζωφόρος και το επιστύλιο.
Οπως είπε ο Μανόλης Κορρές, σήμερα δεν έχουμε απορίες πώς ήταν ο τοίχος μετά την ανατίναξη του Μοροζίνι καθώς μια σειρά από εικόνες και σχέδια των περιηγητών της εποχής μάς δείχνουν το σημείο που διατηρούνταν υψηλότερο πριν από την κατεδάφισή του από τους Τούρκους. Κατά την πολιορκία του 1822 οι Τούρκοι πλήγωσαν το μνημείο κατεδαφίζοντας και σπάζοντας με βαριοπούλες τις αρχαίες πέτρες για να πάρουν το μολύβι. Να θυμίσουμε ότι είχε προηγηθεί η βιαιοπραγία του Ελγιν που απέσπασε και διαμέλισε ένα σημαντικό μέρος, περίπου το μισό, από τον σωζόμενο έως τότε γλυπτό διάκοσμο του Παρθενώνα.
Η αναστήλωση του βόρειου και στη συνέχεια του νότιου τοίχου του σηκού θα αξιοποιήσει γνώση και μελέτες πολλών ετών και, όπως σημείωνε ο Χαράλαμπος Μπούρας στη μελέτη του, 1983 «[…] θα είναι ευπρόσδεκτη κάθε πρωτοβουλία που θα διευκολύνει την κατανόηση του μνημείου χωρίς να παραμορφώνει τη σημασία του. Ωστόσο, κάθε εργασία ανακατασκευής πρέπει να αποκλείεται εκ των προτέρων. Μόνον η αναστήλωση μπορεί να αντιμετωπιστεί, δηλαδή η ανασύνθεση μελών που σώθηκαν αλλά έχουν μετακινηθεί.
»Οι συμπληρώσεις όμως θα είναι πάντα αναγνωρίσιμες και θα αντιπροσωπεύουν το ελάχιστο που απαιτείται για να εξασφαλισθούν οι συνθήκες συντηρήσεως του μνημείου και να αποκατασταθεί η μορφολογική του συνέχεια. […] Οφείλομε να παραδεχθούμε ότι η τελειότητα γραμμών και επιφανειών με την οποία επιδιωκόταν κατά την αρχαιότητα το κλασικό ιδεώδες έχει για πάντοτε χαθεί και ότι έχομε έναν νέο χαρακτήρα, αυτόν του ερειπίου».
