Το Βυζαντινό και Χριστιανικό Μουσείο στην καρδιά της πρωτεύουσας, από τα σημαντικότερα της χώρας και διεθνώς στο είδος του, καθώς διαθέτει περισσότερα από 25.000 αντικείμενα – κειμήλια των βυζαντινών και μεταβυζαντινών χρόνων, έγινε στόχος βανδαλισμού.
Το Σάββατο 28 Ιουλίου, δύο μεσόκοπες γυναίκες -όπως αναφέρουν οι περιγραφές- επισκέφτηκαν μετά τις έξι το απόγευμα τις αίθουσες των περιοδικών και των μόνιμων εκθέσεων.
Περιηγήθηκαν βαδίζοντας δίπλα δίπλα, αλλά όχι για να δουν τα έργα, μα για να τα «ραντίσουν» με baby oil, όπως και χώρους του μουσείου, προκαλώντας φθορές, που ευτυχώς στις περισσότερες περιπτώσεις αντιμετωπίστηκαν άμεσα από το τμήμα Συντήρησης, αλλά και πλήθος αναπάντητων ερωτημάτων.
Παρέμειναν περίπου μέχρι τις εφτάμισι και αποχώρησαν ανενόχλητες, χωρίς να αντιληφθεί το παραμικρό έστω και ένας από τους 20 φύλακες που βρίσκονταν σε βάρδια για τις ανάγκες του μουσείου, αλλά και τους 6 ακόμα, που φυλάσσουν την περιοδική ψηφιακή έκθεση του «Παναγίου Τάφου», απ’ όπου ξεκίνησαν την περιήγηση οι δύο γυναίκες.
Οι φθορές που προκλήθηκαν έγιναν αντιληπτές από το φυλακτικό προσωπικό μόνον την επόμενη ημέρα, όταν το λάδι «άπλωσε» προκαλώντας μεγάλους λεκέδες σε σπάνια αντικείμενα, που ευτυχώς, χάρη στις άμεσες επεμβάσεις του τμήματος Συντήρησης του Β&ΧΜ, σε πολλές περιπτώσεις αποκαταστάθηκαν αμέσως.
Οπως στις μαρμάρινες επιγραφές, στα θαυμάσιας τέχνης ψηφιδωτά δάπεδα από τη βασιλική του Ιλισού του 5ου αι. μ.Χ., που ήρθαν στο φως από τις αρχαιολογικές ανασκαφές στις αρχές του 1900 και καθαρίστηκαν στο σύνολό τους.
Ωστόσο, δεν συμβαίνει το ίδιο με τον κοπτικό σταυρό-σύμβολο της κοπτικής τέχνης των χριστιανών της Αίγυπτο, που κατέχει περίοπτη θέση στην κεντρική αίθουσα των μόνιμων συλλογών.
«Το λάδι πότισε και δεν ξέρουμε αν μπορεί να αποκατασταθεί», είπε στην «Εφ.Συν.» η Κατερίνα Δελλαπόρτα, διευθύντρια του Βυζαντινού και Χριστιανικού Μουσείου, εμφανώς προβληματισμένη από την κατάσταση.
Ειδοποιήθηκε από το προσωπικό την Κυριακή 29 Ιουλίου στη μία το μεσημέρι και, όπως μας περιέγραψε, «καλέσαμε αμέσως τη σήμανση και την αστυνομία. Αντικρίσαμε όλο το μουσείο λαδωμένο, πασαλειμμένο. Προχωρήσαμε σε χημικές αναλύσεις του υγρού, για να δούμε περί τίνος πρόκειται, ώστε να μπορέσουμε να το εξουδετερώσουμε, κάναμε εξονυχιστικό έλεγχο σε όλα τα αντικείμενα και τους χώρους και το τμήμα Συντήρησης πραγματοποίησε επεμβάσεις καθαρισμού με πολύ καλά αποτελέσματα. Στα περισσότερα αντικείμενα αποκαταστάθηκαν οι φθορές, ωστόσο έχουμε ακόμα στους τείχους, στο ξύλινο δάπεδο κ.α.».
Μετά την αστυνομία, ενημέρωσε η ίδια την πολιτική ηγεσία του υπουργείου Πολιτισμού, ενώ μετέφερε όλο το υλικό από τις κάμερες ασφαλείας σε σκληρό δίσκο και το παρέδωσε στην αστυνομία.
Παρέδωσε την 1η Αυγούστου στο υπουργείο Πολιτισμού την απόρρητη έκθεσή της με τα αποτελέσματα της προκαταρτικής εξέτασης, τα βανδαλισμένα έργα, τους χώρους, τις κατόψεις κ.λπ.
Στην ερώτησή μας αν θεωρεί ότι ήταν δύσκολο να αντιληφθούν οι φύλακες τη δράση των γυναικών, μας απάντησε:
«Εχει ξεκινήσει νομική και διοικητική διαδικασία, οπότε δεν μπορώ να δώσω απάντηση. Ωστόσο, θέλω να επισημάνω ότι δύο φύλακες, μια γυναίκα κι ένας άντρας, αντελήφθησαν την περίεργη συμπεριφορά των επισκεπτριών και τις παρακολουθούσαν στενά στους χώρους τους. Εκεί ίχνη της δραστηριότητας των γυναικών δεν υπάρχουν. Οταν μάλιστα πήγαν να πειράξουν μια εικόνα, τους είπαν “Δεν αγγίζουμε”».
Παρά το ότι το περιστατικό του βανδαλισμού σημειώθηκε πριν από δεκαπέντε ημέρες, δεν γνωστοποιήθηκε ούτε από το υπουργείο Πολιτισμού ούτε από την Πανελλήνια Ενωση Υπαλλήλων Φύλαξης Αρχαιοφυλάκων (ΠΕΥΦΑ).
Η γενική διευθύντρια Αρχαιοτήτων, Πολυξένη – Αδάμ Βελένη, πραγματοποίησε επίσκεψη στο μουσείο, προφανώς ενημερώθηκε η υπουργός Πολιτισμού, αλλά το ΥΠΠΟ δεν έχει προβεί σε οποιαδήποτε επίσημη ανακοίνωση.
Σύμφωνα με πληροφορίες μας, ωστόσο, πρόκειται να γίνει το αυτονόητο, να διαταχθεί άμεσα ΕΔΕ, ώστε να εντοπιστούν και να αποδοθούν οι όποιες ευθύνες.
Γιατί μπορεί οι φθορές να αντιμετωπίστηκαν, όμως το περιστατικό έγινε και μάλιστα στην καρδιά του καλοκαιριού. Τι μέτρα πρόληψης πρέπει να ληφθούν για το παρόν και το μέλλον;
Σε επικοινωνία που είχαμε με τον κ. Γιάννη Μαυρικόπουλο, τον πρόεδρο της Πανελλήνιας Ενωσης Υπαλλήλων Φύλαξης Προσωπικού (ΠΕΥΦΑ), μας είπε: «Είναι ένα κακό συμβάν, αλλά ελαφράς μορφής». Επισκέφτηκε τον χώρο την επόμενη ημέρα, μίλησε με τους συναδέλφους του αλλά… «κανείς δεν τις αντελήφθη. Είναι δύσκολο. Οι δύο γυναίκες περιδιάβαιναν όλο το μουσείο κολλητά, έχοντας δύο μεγάλες τσάντες. Οπως είδαμε από τις κάμερες, εκεί είχαν κάτι σαν αγιασμό και έριχναν, όπως ραντίζει ο παπάς. Ακόμα και στα 3-4 μέτρα να είσαι, είναι δύσκολο να καταλάβεις. Εκτός κι αν αντιληφθείς ότι κάτι συμβαίνει και παρακολουθείς επί τούτω».
Ο κ. Μαυρικόπουλος μας είπε ότι εκείνο το απόγευμα δεν είχε ιδιαίτερο κόσμο το Β&Χ Μουσείο και μας θύμισε ότι ήταν η νύχτα με την πανσέληνο του Ιουλίου.
Παρά τις πιεστικές ερωτήσεις μας τι συμπεράσματα έβγαλε από τις συνομιλίες με τους συναδέλφους του κι αν όφειλαν 20 άνθρωποι εν ώρα υπηρεσίας να αντιληφθούν το περιστατικό, απάντησε: «Κανείς δεν είδε τίποτα και δεν φαίνεται εύκολο. Οι κάμερες έδειξαν τις γυναίκες με την πλάτη γυρισμένη στους φύλακες. Εβαζαν το χέρι στην τσάντα, μετά σαν να ράντιζαν με δάφνη ή ακουμπούσαν αντικείμενα και εικόνες σαν να ήθελαν να πάρουν δύναμη».
Κι αναρωτιέται κανείς, τι άλλο να κάνουν για να τις προσέξουν;
