Ανακαλύψτε περισσότερα άρθρα στα αποτελέσματα αναζήτησης
Προσθήκη του efsyn.gr στην Google

Μετράω τα βραβεία που έχει κερδίσει για τα σκηνικά και τα κοστούμια της στις ταινίες του και χάνω τον λογαριασμό. Τη θυμάμαι πάντα δίπλα του σε φεστιβάλ και εκδηλώσεις να μην κάνει τίποτα για να ξεχωρίσει, όμως να λάμπει με αυτή τη σοβαρή αλλά και παιχνιδιάρικη ομορφιά της και τη σιγουριά μιας γυναίκας που ζει μια ευτυχισμένη και σταθερή οικογενειακή και επαγγελματική ζωή στο πλευρό του πιο ατίθασου, του πιο ερωτικού, του πιο αντεργκράουντ και οργισμένου Ελληνα σκηνοθέτη. Του Νίκου Νικολαΐδη.

Η Μαρί Λουίζ Βαρθολομαίου, δέκα χρόνια μετά τον θάνατο του επί 37 χρόνια συντρόφου της, θα ‘λεγε κανείς ότι ζει μια δεύτερη, εξίσου γόνιμη ζωή. Κι ας μην κάνει πια τέχνη. Είναι αφοσιωμένη στην προώθηση του έργου του Νικολαΐδη («Εχει αφήσει τόσο υλικό, που λέω ότι θα πεθάνω και δεν θα προλάβω», λέει), αλλά και στην ανακάλυψη του εαυτού της. Δεν έχει κανένα πρόβλημα να παραδεχτεί ότι ζει την ελευθερία, που δεν έζησε ποτέ. Μέσα στη φύση, στο σπίτι της στην Τήνο, βγάζοντας φωτογραφίες, κάνοντας γιόγκα, αλλά και τριγυρισμένη από τα παιδιά της, τα εγγόνια της, τις φίλες και τους φίλους της.

«Οταν πέθανε ο Νίκος είχα θυμώσει που με άφησε, ένιωθα φοβερά ευάλωτη», λέει. «Αλλά, τώρα σκέφτομαι καμιά φορά ότι με αγαπούσε τόσο πολύ, που έφυγε για να μου δώσει την ελευθερία που δεν είχα ζήσει ποτέ. Ούτε μ’ αυτόν ήμουν ελεύθερη, δεν ήθελα να είμαι, ήταν επιλογή μου. Ημουν εκεί, μαζί του και πανευτυχής. Αλλά μετά τον Νίκο άρχισα να με μαθαίνω. Να αναρωτιέμαι ποια είμαι, τι έχω κάνει στη ζωή μου. Και σιγά σιγά η ανασφάλεια που είχα από μικρή (είχα εισπράξει πολλή απόρριψη στην οικογένειά μου) άρχισε να φεύγει. Εμαθα να με εκτιμώ, να με σέβομαι και να λέω “ΟΚ, έχω κάνει πράγματα τελικά στη ζωή μου”…αξίζω»

Αυτή τη συνέντευξη όμως δεν θα δεχόταν να τη δώσει, δεν την είχε ανάγκη, αν δεν ξεκινούσε την Πέμπτη στο Κέντρο Πολιτισμού Ιδρυμα Σταύρος Νιάρχος ένα πυκνό, εντυπωσιακά καλοδουλεμένο τριήμερο αφιέρωμα στο έργο του Νίκου Νικολαΐδη. Με προβολές (οι οχτώ μεγάλου μήκους ταινίες του, μία τηλεταινία και μία μικρού μήκους), ενδιαφέρουσες ομιλίες-συζητήσεις, μουσικές και περφόρμανς. Το επιμελήθηκε η δημοσιογράφος Εφη Παπαζαχαρίου, με αμέριστη βοήθεια από τη Μαρί Λουίζ και τον γιο τους, Συμεών, συνθέτη αλλά και πρωταγωνιστή μαζί με τον Γιάννη Αγγελάκα της ταινίας του «Ο Χαμένος τα παίρνει όλα» (2002).

«Θέλω το έργο του Νίκου να πάει προς τα έξω, να το μάθουν οι νέοι άνθρωποι, που τόσο αγαπούσε. Να δουν πόσο πιο μπροστά από την εποχή του είναι. Ζητάνε τις ταινίες του από το εξωτερικό, ετοιμάζονται αφιερώματα σε Ελβετία, Γερμανία και ήδη έχουν γίνει σε Κύπρο και Ιρλανδία. Αλλά είναι και τα κείμενα που έχει αφήσει, διηγήματα, ποιήματα. Θέλω να βγάλω τα σενάριά του, γνωστά και άγνωστα, σε βιβλίο.

Μεταφράστηκε στα αγγλικά ο “Οργισμένος Βαλκάνιος” και ψάχνω για εκδότη. Συνέχεια σκέφτομαι και ένα είδος βιογραφίας του, την ερωτική και καλλιτεχνική του ζωή μέσα από τη δική μου ματιά. Κρατούσα, άλλωστε, από το 1970 ένα ημερολόγιο-ατζέντα, το έχω δουλέψει λίγο το υλικό, έχει ενδιαφέρον, από τα μπάτζετ των ταινιών του, τους τσακωμούς, τους έρωτες μέχρι πού είμασταν τη μέρα που πέθανε ο Τζον Λένον».

Η Μαρί Λουίζ γεννήθηκε στο Λονδίνο με το επώνυμο Μπλουμ του Αγγλου πατέρα της, που αργότερα αυτός το άλλαξε σε Μπαρθόλομιου κι αυτή το έκανε στο πιο ελληνικό (Βαρθολομαίου) το 1975, που πήρε βραβείο στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για την «Ευρυδίκη ΒΑ 2037» και «αν ήταν ξένο το επίθετό μου θα έχανα το βραβείο των 30 χιλιάδων δραχμών».

Οι γονείς της χώρισαν νωρίς, ήρθε με τη μητέρα της να ζήσει στην Κηφισιά και το καλοκαίρι του 1966 έπεσε πάνω στον Νίκο Νικολαΐδη. «Ημουν 18, μόλις είχα τελειώσει το Γυμνάσιο κι αυτός εννιά χρόνια μεγαλύτερος κι ένας κούκλος. Είχε γυρίσει τη μικρού μήκους “Lacrimae Rerum”, είχε βγάλει τη συλλογή διηγημάτων “Οι τυμβωρύχοι” και είχε γράψει τη νουβέλα “Ο Συμεών στον Αδη”, που δεν έχει εκδοθεί ακόμα. Μου την έδωσε να τη διαβάσω, δεν πολυκαταλάβαινα όλα αυτά τα περίεργα του Νίκου, αλλά με γοήτευσε. “Αν ποτέ κάνω αγόρι θα το βγάλω Συμεών”, του είπα».

Ετσι κι έγινε. Οχτώ χρόνια αργότερα γεννήθηκε ο γιος τους. Ο μεγάλος έρωτάς τους ήταν μετ’ εμποδίων. Στα ενδιάμεσα έκαναν ο καθένας από έναν γάμο και η Μαρί Λουίζ συγκρούστηκε με τη μητέρα της, πήρε το 2,5 χρόνων κοριτσάκι της, τη Θεοδώρα, και πήγε να ζήσει για πάντα με τον Νίκο. «Δεν μετανιώνω για τίποτα. Είναι το ωραιότερο πράγμα που έχω κάνει στη ζωή μου. Οταν πεθάνω, έχω πει να παίξουν το “I did it my way” και να πετάξουν τις στάχτες μου στη Λιβάδα, την αγαπημένη μου παραλία στην Τήνο».

Η ζωή μαζί του, όπως μας την περιγράφει, ήταν σαν γιορτή. «Τον λάτρευα, βέβαια, ήθελα να είμαι η σκιά του, να τον βοηθάω σε όλα. Ο Νίκος ήταν πιο σκοτεινός, εγώ πιο… φωτεινή, τα ισορροπούσαμε έτσι όλα. Είχε κι αυτό το φοβερό χιούμορ, που έκανε εύκολα τα δύσκολα», λέει.

Την άφηνε ελεύθερη, ήταν ισότιμη η καλλιτεχνική τους σχέση όταν αυτή υπέγραφε σκηνικά και κοστούμια στις ταινίες του; «Υπολόγιζε πάντα πολύ τη γνώμη μου, συζητούσαμε τα πάντα, μου έδινε τα σενάριά του από την πρώτη σελίδα, συζητούσαμε από την αρχή πώς βλέπουμε την ταινία, έψαχνα σε βιβλία, του έδειχνα ιδέες για ντεκόρ και φως. Αλλωστε, αυτό που μας είχε φέρει κοντά όταν γνωριστήκαμε ήταν τα κοινά μας ενδιαφέροντα, το σινεμά, η μουσική, τα βιβλία, ταίριαζαν τα γούστα μας. Μπήκα βέβαια πιο βαθιά σε όλα αυτά ζώντας μαζί του. Δεν ήμουν το καλομαθημένο πλουσιοκόριτσο, μου άρεσαν τα… “κουρέλια”».

Μια μεγάλη -ίσως ανόητη- απορία είχα πάντα. Πώς αυτός ο άνδρας, που σχεδόν όλες οι κινηματογραφικές του ηρωίδες ήταν ανυπερθέτως σούπερ σέξι, σε βαθμό μερικές φορές ενοχλητικό, είχε διαλέξει για σύντροφο μια κανονική γυναίκα; Δεν ήταν αντιφατικό;

Η Μαρί Λουίζ γελάει. «Θα σας πω, αντί για απάντηση, μια ιστορία. Είχε μόλις γυρίσει το τολμηρό “Singapore Sling”. Και έρχεται μια μέρα η κόρη μας η Θεοδώρα, φοιτήτρια τότε, να μας δει φορώντας ένα προκλητικό μπλουζάκι. “Τι; Ετσι θα βγεις;”, της φώναξε, “πήγαινε να αλλάξεις”. Και του λέω, εσύ που έκανες το “Singapore Sling” λες στην κόρη σου να αλλάξει μπλουζάκι;».

Η προφυλαγμένη, σταθερή οικογενειακή του ζωή ήταν ένας ακόμα από τους ωραίους μύθους που ακολουθούσαν αυτόν τον αντισυμβατικό άνδρα. Τι λέει η κατ’ εξοχήν υπεύθυνη; «Είχε χάσει πολύ μικρός τη μητέρα του, ίσως είχε ανάγκη να νιώσει ζεστασιά και φροντίδα», απαντάει. «Οπως και στις ταινίες του, στις οποίες υπάρχει πάντα ένας χώρος, που τον υπερασπίζεται, τον αγαπάει και τον θέλει. Ισως αυτό να είχε ανάγκη στη ζωή του και του το δώσαμε».

Info: Oλο το πρόγραμμα στο www.snfcc.org/ Είσοδος ελεύθερη σε όλες τις εκδηλώσεις του αφιερώματος.